Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Η Απόδοση του Πάσχα:
Κάθε τι στη ζωή κρίνεται από την απόδοσή του!

Συλλέγουμε κι απολαμβάνουμε τους γλυκύτατους καρπούς της Αναστάσεως.
Μακάρι ν’ αποδώσει και το δέντρο της ζωής μας τους καρπούς της αρετής, ώστε να γευόμαστε τους καρπούς της Αναστάσεως:

♦ Τη νέκρωση του θανάτου.
♦ Την ελπίδα της αιώνιας ζωής.
♦ Τη ζωντανή παρουσία του Χριστού.
♦ Την άνοιξη της πνευματικής ζωής.
♦ Την αληθινή ειρήνη και την πραγματική χαρά.


Με βάση το Πάσχα αγαπητοί μου αναγνώστες, η Απόδοση του, εορτάζει 38 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα. Την Τετάρτη της έκτης εβδομάδας μετά το Πάσχα, εορτάζουμε την Απόδοση της εορτής του Πάσχα. Αν και οι περισσότερες εορτές έχουν τη απόδοση τους την όγδοη ημέρα, η Απόδοση του Πάσχα εορτάζεται την 39η ημέρα.

Απόδοση στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει την μετά πάροδο οκτώ συνήθως ημερών επανάληψη της εορτής που μ’ αυτόν τον τρόπο η διάρκειά της παρατείνεται μεθεορτίως μέχρις αυτή την ημέρα.

Αυτό σημαίνει ότι ο εορτασμός δεν είναι στιγμιαίος. Γιορτάσαμε ανήμερα και τελειώσαμε. Είναι τόσο μεγάλο το γεγονός που δεν γίνεται να το αφομοιώσουμε σε μία μόνο ημέρα. Σκεφτείτε ότι το Πάσχα το ζούμε για σαράντα ολόκληρες ημέρες. Αποδίδουμε, δηλαδή, την εορτή μετά από σαράντα ημέρες.

Ζήσαμε κι ευχαριστηθήκαμε και θυμηθήκαμε όλα αυτά τα γεγονότα για πολύ καιρό έτσι ώστε να τα εμπεδώσουμε. Κι έτσι είμαστε σε θέση να κατευοδώσουμε αυτό το γεγονός που γιορτάσαμε. Συνηθίζεται να τελείται νυκτερινή Θεία Λειτουργία το βράδυ της Τρίτης.

Επιτρέψτε μου, να μεταφράσω ελεύθερα τη λέξη απόδοση με τη λέξη κατευόδιο. Κατευοδώνουμε τη γιορτή κι ευχόμαστε πάλι, τον κατάλληλο χρόνο, να επιτρέψει ο Θεός να ξαναγιορτάσουμε.


η συνέχεια στο εξαιρετικό ιστολόγιο: Αέναη επΑνάσταση

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Ο Ρώσος στρατιώτης που έγινε μάρτυρας

Γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 κοντά στη Μόσχα -και συγκεκριμένα στο χωριό Κουρίλοβο, στην περιοχή της πόλεως Παντόλσκ-.
Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία.
Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ (=αγάπη) Βασίλιεβνα.

Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων.
Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δε φορούσε Σταυρό και κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο μικρός Ευγένιος δεν τον έβγαλε ποτέ από πάνω του· μάλιστα, έφτιαξε ένα χονδρό κορδόνι και τον πέρασε εκεί. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον... περιγελάσουν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε, αλλά και δεν την υπάκουσε.
Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός, επάγγελμα που του απέφερε πολλά έσοδα.

Στις 25 Ιουνίου του 1995 παρουσιάστηκε στο Στρατό και μετά τη βασική του εκπαίδευση, στις 13 Ιανουαρίου του 1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας - Ηγκουερίνας. Ακριβώς ένα μήνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1996, αιχμαλωτίστηκε.
Η αιχμαλωσία έγινε ως εξής: η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες-μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο-να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από ένα συγκεκριμένο δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός) και καμιά ασφάλεια. Από αυτόν το δρόμο περνούσαν πολύ συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο. Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν πάνω από δέκα Τσετσένοι, πολύ καλά οπλισμένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Αυτό έγινε στις 3 τη νύχτα. Στις 4 η ώρα ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς· φυσικά δεν τους βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί.

Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για εξαφάνιση, αλλά για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην Τσετσενία, για να βρει το παιδί της. Έφτασε στην πόλη Χαγκαλά και μετά από πολλές προσπάθειες ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου, διότι γνώριζε ότι οι Τσετσένοι δε σκοτώνουν αμέσως τους αιχμαλώτους, αλλά περιμένουν μήπως πάρουν λίτρα και τους ελευθερώσουν. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού για να τον ψάξει, πέρασε από χωριά, από δρόμους με νάρκες, από μέτωπα συγκρούσεων, γνώρισε πολλούς αξιωματικούς Τσετσένους και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».
Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν ψυχικά, ώστε να καταφέρουν -αν ήταν δυνατό- να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του, να βγάλει το Σταυρό, να γίνει μουσουλμάνος και να τον κάνουν δήμιο και φονιά των άλλων Ρώσων αιχμαλώτων.

Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα πάμπολλα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν.
Αργότερα, οι ίδιοι οι αρχηγοί των ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δε θα τον αδικούσαμε».
Στις 23 Μαΐου του 1996, δηλαδή την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν τους τέσσερις αιχμαλώτους στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του. Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από το λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με το σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.
Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Και πάλι ζήτησαν οι Τσετσένοι 4000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια.
Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε-μέχρι και ρούχα-για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λίτρα, αφετέρου δε να ανταπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κλπ., τα οποία δεν ήταν και λίγα.
Τελικά στις 20 Νοεμβρίου του 1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του.

Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα.
Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις:
Ένα κοριτσάκι που έμενε σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε κάποτε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι είναι ο Ευγένιος, την έπιασε από το χέρι και τη οδήγησε στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δε φορούν σήμερα τέτοιο μανδύα, και σκέφτηκα ότι αυτός πρέπει να είναι ο μανδύας του μάρτυρα».
Σε πολλές Εκκλησίες έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα, ο οποίος βοηθάει τους αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες κλπ.
Σε ένα νοσοκομείο τραυματιών πολέμου οι τραυματισμένοι στρατιώτες πιστοποιούν ότι ένας άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στο Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα και αναγνώρισαν αυτόν που τους βοήθησε.
Τον στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και οι φυλακισμένοι.
Κυρίως βοηθάει τους πολύ καταβεβλημένους και συντετριμμένους ψυχικά λόγω της φυλακίσεως τους.
Το 1997 με ευλογία του Πατριάρχη Αλεξίου εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Νέος μάρτυς του Χριστού στρατιώτης Ευγένιος». Ένας ιερέας ονόματι Βαντίμ Σκλιαρένσκο από το Ντνεποπετρόφκ έστειλε στο Πατριαρχείο μία αναφορά όπου έγραφε ότι το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του αγίου μυροβλύζει.
Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο αρχηγός και όλη η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους Τσετσένους μετά από εμφύλιες αντιπαραθέσεις.
Καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα.
Ακόμα δεν έχει ανακηρυχθεί Άγιος για να μην παρεξηγούμαστε. Άλλωστε σημασία δεν έχει τι λένε οι άνθρωποι...

Ιστολόγιο Τάλαντο

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Διψά ό Χριστός!


«Μετά τούτο ειδώς ό Ιησούς ότι πάντα ήδη τετέλεσται, ίνα τελειωθή ή γραφή, λέγει Διψώ» (Ίωάν. 19,28)
Ο Κύριος μας σήμερα βρίσκεται πάνω στο σταυρό. Ή φύσις πάσχει. Ή γη βυθίζεται στο σκοτάδι, φορεί τα μαύρα. Τα βράχια σείονται, το καταπέτασμα του ναού σχίζεται. Οι άγγελοι πενθούν και λένε στους ανθρώπους. Κλάψτε κ' εσείς για το Χριστό.
Πέντε ώρες έμεινε πάνω στο ξύλο του σταυρού ό Κύριος. Απερίγραπτο το μαρτύριο του. Άλλα και την ώρα του πόνου δεν έχασε τη διαύγεια του. Φίλοι και εχθροί, όλοι πέρασαν από τη σκέψη του. Όλους τους θυμήθηκε με μια αγάπη άπειρη. Θυμήθηκε την Παναγία Μητέρα και την εμπιστεύθηκε στον Ιωάννη με το «Ιδού ή μήτηρ σου» (Ίωάν. 19,27). Θυμήθηκε και τους σταυρωτάς και είπε το «Πάτερ, άφες αυτοίς• ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34).
Άλλ' ή ώρα του θανάτου πλησιάζει. Ή ζωή του Χριστού λειώνει σαν το κερί. Οι σταυρωτοί βλέπουν την αγωνία και με σαδισμό επιχαίρουν για τα παθήματα του. Τότε ό Χριστός ανοίγει τα χείλη και λέει• «Διψώ» (Ίωάν. 19,29).
Αυτό το λόγο θέλησα να λάβω ως θέμα. Ελάτε να τον μελετήσουμε. Ζητώ τη βοήθεια του Εσταυρωμένου και τη δική σας προσοχή. Χριστέ, βοήθησε με Χριστιανοί, προσέξτε με.
«Διψώ». Από την ώρα πού συνελήφθη στη Γεσθημανή μέχρι τη στιγμή πού είπε τη λέξη αυτή, ό Χριστός υπέφερε μύρια μαρτύρια. Για κανένα όμως δεν άνοιξε το στόμα του να παραπονεθεί• έμεινε άφωνος σαν άκακο αρνίο. Όταν του έβαλαν το ακάνθινο στεφάνι δεν είπε «Ώ ή κεφαλή μου!», όταν τον χτύπησαν με το φραγγέλιο δεν είπε «'Ώ τα νώτα μου!», όταν τον κάρφωναν δεν είπε «'Ώ τα πόδια, ω τα χέρια μου!». Τώρα όμως πού πλησιάζει το τέλος λέει «Διψώ». Είναι μια ανάγκη του σώματος, Είναι προπαντός ό πόνος της ψυχής του «Διψώ». Ποιος δίψα; Εκείνος πού δημιούργησε το νερό και τις δεξαμενές του. Υδρατμοί και νέφη, θάλασσες και ωκεανοί, πηγές και λίμνες, ποταμοί και ρυάκια, όλα Είναι έργα του. Αν δώσει μια διαταγή, ή θάλασσα θα γίνει ξηρά, οι ωκεανοί θα δείξουν το βυθό τους, οι πηγές θα στερέψουν, οί άνθρωποι θα πεθάνουν. και όμως ό δημιουργός του ύδατος διψά.
«Διψώ». Ποίος το λέει; Εκείνος πού βρέχει επί δικαίους και αδίκους, εκείνος πού ποτίζει και τον κακούργο. Εκείνος πού δροσίζει τα άνθη κ αϊ τη χλόη. Εκείνος πού σε όλους προσφέρει δωρεάν το νερό. Αυτός τώρα δίψα.
«Διψώ». Και σε ποιους το λέει; Στους Ιουδαίους, πού μαζί με τους ξένους στρατιώτες κυκλώνουν το σταυρό. Αυτοί είχαν ιδιαίτερο λόγο να τον ευγνωμονούν. Δίψασαν κι αυτοί κάποτε, είπαν κι αυτοί «διψώ». Πού, πότε; Όταν διάβαιναν την έρημο της Αραβίας. Σταλαγματιά νερό δεν υπήρχε. Τρέχουν στο Μωϋσή «Διψούμε, δός μας νερό, χανόμαστε!». Ό Μωυσής παρακάλεσε το Θεό, κι ό Θεός τον διέταξε να χτυπήσει με το ραβδί του ένα βράχο. Κι ό βράχος έγινε βρύση. Τους πότισε με άφθονο νερό. Ποιος; Αυτός πού τώρα φωνάζει «Διψώ». Όταν φώναξαν εκείνοι «διψούμε», ό Χριστός τους έδωσε νερό, τώρα πού ό Χριστός λέει «Διψώ», δεν βρίσκεται ένας άπ' αυτούς να του προσφέρει λίγη δροσιά. Ώ της αχαριστίας σας, Ιουδαίοι! «αντί του μάννα χολήν, αντί του ύδατος όξος» (αντίφ. ι6' 1).
«Διψώ». Είναι φυσικό να δίψα ό Χριστός. Είναι τέλειος άνθρωπος, έχει τις ανάγκες πού έχουμε κ' εμείς. Το αίμα του έφυγε, ποτίζει τη γη του Γολγοθά. Σαν τραυματίας, σαν κουρασμένος οδοιπόρος φωνάζει «Διψώ». Άλλ' ή φωνή του «φωνή βοώντος εν τη έρήμω» (Ματθ. 3,3). Οι σταυρωτοί δεν εννοούν ν' ανακουφίσουν τον πόνο του. Αντιθέτως• νερό ζητεί, κι αυτοί του προσφέρουν ξίδι με χολή.
Άλλα ή λέξη «Διψώ» δεν εκφράζει ανάγκη σωματική μόνο. Δέ' διψά μόνο το σώμα του Χριστού έχει και δίψα ψυχική.
«Διψώ». τι διψά ή ψυχή του Χριστού μας; Διψά δικαιοσύνη. Εκείνος είπε «Μακάριοι οι διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. 5,6). Ποιος άλλος αγάπησε το δίκαιο όσο ό Χριστός; και όμως έπεσε πρώτο θύμα της αγριωτέρας αδικίας. Ή καταδίκη του μένει αιώνιο στίγμα της ανθρωπινής δικαιοσύνης. «Δικαιοσύνη μάθετε, οι ενοικούντες επί της γης»(Ήσ. 26,9). Άλλα που δικαιοσύνη; Πάνω απ' το σταυρό σήμερα ρίχνει το θείο βλέμμα στη γη της αδικίας κι ακούω τη φωνή του «Διψώ». Διψά δικαιοσύνη, άλλ' οί άρχοντες των λαών βουλώνουν τ' αυτιά τους χειρότερα από τους Ιουδαίους. Άγγλος πολιτικός είπε, ότι επικρατεί όχι ό νόμος της δικαιοσύνης, άλλ' ό νόμος της ζούγκλας, ό ισχυρός καταβροχθίζει τον αδύνατο. Το άνθος του δι καιου μαράθηκε από το λίβα της αδικίας.
«Διψώ». Διψά τι; Ειρήνη. Εκείνος είπε «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί» (Ματθ. 5,9) και διέταξε την Εκκλησία του να εύχεται «υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου». Ειρήνη διψά ή μεγάλη καρδιά του. Και αντί ειρήνης βρίσκει ταραχή, θόρυβο. Τα έθνη ετοιμάζονται για πόλεμο, τροχίζουν τα μαχαίρια τους πάνω στην ακονόπετρα του μίσους, τρέχουν ακάθεκτοι στο δρόμο του αίματος. Δέ' βρίσκει ό Χριστός αυτό πού ποθεί, κ' εξακολουθεί να φωνάζει στον μαινόμενο κόσμο• Διψώ την ειρήνη!
«Διψώ». τι διψά; Διψά αγάπη. Άλλα που αγάπη; Τα λουλούδια της αγάπης σπανίζουν πια στον εγωιστικό μας κόσμο. Το μίσος απλώνεται, ψυγείο κατήντησε ή γη, παγωνιά επικρατεί. Και ό Χριστός βλέπει τα παγόβουνα των καρδιών και φωνάζει• Κόσμε, διψώ αγάπη!
«Διψώ». τι διψά; Αγιότητα ψυχών  και σωμάτων. Είναι εκείνος πού είπε «Μακάριοι οί καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεό όψονται» (Ματθ. 5,8). Άλλα που ή αγιότης, πού ή παρθενία, πού ή καθαρότης των ηθών; Παντού υψώνονται ναοί της Αφροδίτης και βωμοί του Βάκχου. Τη σάρκα  και όχι το πνεύμα λατρεύει ό κόσμος. «Πάντες εξέκλιναν, άμα ηχρειώθησαν, ουκ εστί ποιών χρηστότητα, ουκ εστίν έως ενός» (Ψαλμ. 13,3). Ή νεότης σαπίζει μέσα στη διαφθορά, το πνεύμα τυραννείται, ή σάρκα θριαμβεύει. Και ό Χριστός, πού βλέπει άπ' το σταυρό αυτό το βούρκο, φωνάζει• Κόσμε, διψώ αγιότητα  και καθαρότητα!
«Διψώ». τι διψά; Αλήθεια και ειλικρίνεια στους λόγους  και τα αισθήματα μας. «Εγώ ειμί... ή αλήθεια»  και «ή αλήθεια ελευθερώσει υμάς», είπε (Ίωάν. 14,6• 8,32). Άλλα πού αυτά! Όλοι σήμερα φορούμε τη μάσκα της υποκρισίας. Βλέπω γυναίκες πού διαβάζουν θρησκευτικά βιβλία, κάνουν μεγάλους σταυρούς, μιλούν ή μάλλον φλυαρούν περί Θεού, αλλά μένουν μόνο στα λόγια. Έργα μηδέν άκαρπες συκιές. Λησμόνησαν τα λόγια του Χριστού «Ου πάς ό λέγων μοι Κύριε, Κύριε, είσελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. 7,21). Το ίδιο ισχύει  και για τους άντρες.  και ό Χριστός βλέπει τις μάσκες της υποκρισίας  και φωνάζει• Κόσμε, διψώ για αλήθεια  και ειλικρίνεια!
«Διψώ». τι διψά; Τη σωτηρία της ψυχής σου. Χρόνια σε περιμένει ό Χριστός μας. Άλλα συ συνεχίζεις το δρομολόγιο της αμαρτίας. Στάσου λοιπόν μια στιγμή, άκουσε τον. Σόι φωνάζει• Αμαρτωλέ, διψώ τη σωτηρία σου• γι' αυτήν φόρεσα τον ακάνθινο στέφανο, γι' αυτήν ανέβηκα στο σταυρό.
Αδελφέ συναμαρτωλέ! Αν βρισκόσουν κάτω από το σταυρό  και άκουγες το Χριστό να φωνάζει «Διψώ», είμαι βέβαιος ότι θα έτρεχες να του φέρεις ένα ποτήρι νερό. Άλλα  και σήμερα το ίδιο φωνάζει• «Διψώ». Διψά δικαιοσύνη, ειρήνη, αγάπη, αγιότητα, άλήθεια-ειλικρίνεια, σωτηρία ψυχών. Μη μείνουμε ασυγκίνητοι στη φωνή του. Όποιος αδικεί, όποιος μισεί  και φθονεί, όποιος κυλιέται στη λάσπη της ακολασίας, όποιος ζει στην υποκρισία  και το ψέμα, όποιος μένει αμετανόητος στην αμαρτία, ας του προσφέρει σήμερα ένα δάκρυ μετανοίας• αυτό προ παντός περιμένει ό Χριστός, αυτό θα Είναι ή καλύτερη δροσιά του.
Ω εσταυρωμένε Λυτρωτά! Δίψασες,  και οί σταυρωτέ σου έδωσαν χολή  και όξος• διψάς  και σήμερα, αλλά στη γη μας έχουν στερέψει οί πηγές του κάλου. Μόνο μικρά ποταμάκια καλοσύνης  και αρετής υπάρχουν μέσα στη Σαχάρα του κόσμου. Δός μας τη χάρη σου, ώστε τα ποταμάκια αυτά να γίνουν μεγάλοι ποταμοί, ή Σαχάρα να γίνει κήπος της Εδέμ, να βασιλεύσει παντού ή αγάπη ή δικαιοσύνη ή ειρήνη ή αγιότης ή παρθενία. Κάνε τη σημαία του σταυρού να κυματίζει παντού. Κάνε να σβήσουν μέσα μας όλες οι δίψες της αμαρτίας,  και ν' ανάψει στην καρδιά μας ή δίψα εκείνη της αγιότητας, πού αισθάνθηκες εσύ όταν από το σταυρό σου φώναξες «Διψώ».
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία , η οποία έγινε σε Ιερό ναό των Αθηνών. Μ. Παρασκευή πρωί των ετών 1958-1967.
...

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε …

clip_image002
30 Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
31 Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, Πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ, γέγραπται γάρ, Πατάξω τὸν ποιμένα, καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης·
32 μετὰ δὲ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν.
33 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ, Εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί, ἐγὼ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι.
34 ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ νυκτὶ πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με.
35 λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος, Κἂν δέῃ με σὺν σοὶ ἀποθανεῖν, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι. ὁμοίως καὶ πάντες οἱ μαθηταὶ εἶπαν.
στ. 30 - 35 του κστ΄ κεφαλαίου του Ευαγγελίου του Ματθαίου.

Στους προηγούμενους στίχους γίνεται αναφορά του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας από τον Κύριο. Τελευταία ημέρα της ζωής του Κυρίου στη γη (Μεγ. Πέμπτη βράδυ). Αφού έψαλαν ύμνους βγήκε ο Κύριος με τους μαθητές Του στο όρος των ελαιών (στ.30). Οι ευαγγ. Λουκάς και Ιωάννης  αναφέρουν ότι αυτή η συζήτηση έγινε στο υπερώο. Ο ευαγγ. Μάρκος λέει τα ίδια με τον ευαγγ. Ματθαίο. Στους στίχους 31 - 34 του ευαγγ. Λουκά στο υπερώο υπάρχει μία λεπτομέρεια που αναφέρεται.
«πάντες υμείς σκανδαλισθήσεσθε εν εμοί εν τη νυκτί ταύτη» (στ. 31 Ματθ.) Ο Ιησούς δεν κρύβεται αλλά πηγαίνει στο όρος των ελαιών, που γνώριζαν οι Ιουδαίοι ότι πήγαινε.
«ιδού ο σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον» (στ.31 Λουκά) = θα σας κοσκινίσει ο διάβολος σαν το σιτάρι. Ζητάει την άδεια από τον Θεό, όπως την πήρε και με τον Ιώβ (Π.Δ.).
«γέγραπται γαρ, πατάξω τον ποιμένα, και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα της ποίμνης» (στ. 31 Ματθ.) Αιώνες πριν τα λόγια αυτά είχε πει ο προφήτης Ζαχαρίας. Όλα είναι κανονισμένα και προφητευμένα. Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τι θα γίνει, ο Θεός τα γνωρίζει αιώνες πριν.
«μετά δε το εγερθήναι με προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν» (στ. 32 Ματθ.) Μεγάλο πειρασμό θα συναντήσετε αλλά.... θα σας συναντήσω στη Γαλιλαία.

Θα επικεντρωθούμε στο πρόσωπο του Πέτρου
«ει πάντες σκανδαλισθήσονται εν σοί, εγώ ουδέποτε σκανδαλισθήσομαι» (στ. 33 Ματθ.) Ο πρωτοκορυφαίος Απόστολος είχε ως ανθρώπινη αδυναμία την αυτοπεποίθηση. Κάνει 4 λάθη:
α)δε λαμβάνει υπόψη τη διαβεβαίωση του Κυρίου, ότι όλοι θα σκανδαλισθούν αυτή τη νύχτα
β) δε λαμβάνει υπόψη του τη διαβεβαίωση του προφήτη Ζαχαρία
γ) ξεχωρίζει τον εαυτό του από τους άλλους μαθητές (εγωισμός) και
δ) το στηρίζει στη δύναμή του. Δε λέει :''με τη βοήθειά σου Κύριε''.
Tρεις φορές θα Τον αρνηθεί τον Κύριο, πριν λαλήσει ο πετεινός. Όλα αυτά ο Πέτρος τα λέει με απλή διάθεση. Είναι ειλικρινής και φλογερός μαθητής (έβγαλε και μαχαίρι στο όρος των ελαιών).Έχει όμως ένοχη αυτοπεποίθηση. Παιδαγωγικά θα τον αφήσει λίγο ο Κύριος, για να δει ότι δεν μπορεί να τα κάνει μόνος του. «..Ομοίως δε και πάντες οι μαθηταί είπον» (στ.35 Ματθ.) Όλοι Τον διαβεβαίωναν ότι δεν θα Τον αρνηθούν. Ο ένας παρασέρνει και τους άλλους. Όλοι υπολόγιζαν στις δυνάμεις τους. Θα έπρεπε να πέσουν στα γόνατα και να Τον παρακαλέσουν να τους δώσει δύναμη, να προσευχηθούν. «Τί θα συμβεί το βράδυ; Δος μας δύναμη! Μην επιτρέψεις να συμβεί κάτι!». Τον προσφωνεί «Σίμων, Σίμων» (όχι Πέτρο), με το παλιό του όνομα (στ. 31 Λουκά). «Γιατί θα πέσεις» Το λέει με αγάπη και πατρική τρυφερότητα. Όπως η μάνα λέει «παιδί μου, παιδί μου». Και συνεχίζει «εγώ δε εδεήθην περί σού ίνα μη εκλίπη η πίστις σου και σύ ποτε επιστρέψας στήριξον τους αδελφούς σου» (στ.32 Λουκά) = και με το λόγο σου και με το παράδειγμά σου.
Ο Χριστός κάνει το παν, πολλές προσπάθειες για να κρατήσει και τον Ιούδα. Ο Ιούδας δεν κάνει τίποτε. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1. Όλοι δοκιμαζόμαστε και πολεμούμεθα (όπως και οι μαθητές Του). Και όταν κοινωνούμε, όπως και εκείνοι που είχαν κοινωνήσει. Έρχεται ο πειρασμός, να αγωνιζόμαστε να νικήσουμε. Κανένας δεν είναι απολέμητος!
2. Πολεμούμεθα όσο επιτρέπει ο Θεός. Ένας άνθρωπος που θεραπεύθηκε και 2.000 χοίροι που πνίγηκαν στη λίμνη των Γαδαρηνών (πρ. δαιμονισμένος).
3. Ο Κύριος είναι κοντά μας με την προσευχή Του, με το βλέμμα Του, με την αγάπη Του. Ο Κύριος (τον Πέτρο) και πριν την πτώση, και την ώρα της πτώσης, και την ώρα της δίκης(τον σκέπτεται) και αργότερα στη λίμνη τον αποκαθιστά.

Να στηριζόμαστε στην παντοδυναμία του Θεού.
Αυτά μάθαμε σήμερα: 
α) πόλεμος δαιμόνων 
β) αδυναμία μας 
γ) βοήθεια του Κυρίου μας

Λέει ο άγ. Ιωάννης Χρυσόστομος: «πονηρόν το θηρίον, αν δεν το χαλιναγωγούσε (ο Θεός) θα έκανε τα πάντα, αλλά ο Θεός τον κρατάει»
Υπομονή στον Ιώβ και μετάνοια στον Πέτρο.
Επιτείνει τον πόνο του Κυρίου η άρνηση του Πέτρου και η προδοσία του Ιούδα. Πόνος για την παναγία ψυχή Του !!!

Ωφέλιμοι οι στίχοι 2, 3, 4 της καθολικής επιστολής Ιακώβου «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, γινώσκοντες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν΄ η δε υπομονή έργον τέλειον εχέτω, ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι, εν μηδενί λειπόμενοι»

12ος κύκλος μελέτης Αγίας Γραφής με τον π. Αστέριο (02/04/2014).

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Η «Άκρα Ταπείνωσις» - Περιγραφή και Ανάλυση της Εικόνας

Η μετωπικότητα του σώματος προδιαθέτει τον θεατή σε συμμετοχή, επικοινωνία και προσωπική σχέση και τον καλεί σε άμεσο, εσωτερικό διάλογο με την αλήθεια του προσώπου του Χριστού για να τον μεταμορφώσει σε πιστό προσκυνητή και να προσοικειωθεί τελικά το λυτρωτικό του έργο.
«Άκρα Ταπείνωσις», φορητή εικόνα,
κρητικής σχολής, 16ος αι., Ι. Μονή Ιβήρων, Άγιον Όρος.

Περιγραφή της εικόνας της Άκρας Ταπείνωσης
Ένας εικονογραφικός τύπος στον οποίο ενσαρκώνονται τέλεια όλα τα παραπάνω είναι ο τύπος της εικόνας του Νυμφίου Χριστού-Άκρα Ταπείνωση. Η εικόνα αυτή παρουσιάζει σε προτομή τον Χριστό νεκρό, γυμνό, σε όρθια στάση, μέσα σε σαρκοφάγο-τάφο που κρύβει το σώμα του από τη μέση και κάτω. Σπάνια εικονίζεται ολόσωμος. Τα χέρια του, αδύναμα, σταυρώνονται μπροστά στην κοιλιά ή πέφτουν ελεύθερα προς τα κάτω, και πάνω τους φέρουν τις πληγές από τα καρφιά. Τα μάτια μένουν κλειστά. Το κεφάλι γέρνει ελαφρά προς τα δεξιά και τα μαλλιά, ξέπλεκα, πέφτουν πάνω στους ώμους. Διακρίνεται και η πληγή από τη λόγχη στη δεξιά πλευρά, από την οποία τρέχει ακόμη αίμα και νερό. Παρά την παραδοξότητα της όρθιας στάσης ο θάνατος του Χριστού είναι πασίδηλος.

Πίσω του όρθιος ο Σταυρός με την επιγραφή Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ (ή ΟΒCΛΤΔΞ, σύμφωνα με τη βυζαντινή συντομογραφία). Σε κάποιες παραστάσεις προστίθενται δεξιά και αριστερά του Σταυρού τα όργανα του Πάθους, δηλαδή η λόγχη, το καλάμι με το σφουγγάρι του όξους και της χολής και τα καρφιά. Σε άλλες δε μεταγενέστερες, υπάρχει και ο ακάνθινος στέφανος στο κεφάλι του Χριστού (μάλλον κατά δυτική επίδραση). Αυτός ο τύπος, όπου ο Χριστός παραμένει μόνος, είναι ο απλούστερος και αρχαιότερος.
Μεταγενέστερα εμφανίστηκαν και οι σύνθετοι. Όπως ο τύπος όπου εικονίζονται δεξιά και αριστερά του Κυρίου η Θεοτόκος και ο Ιωάννης, κι ο άλλος χωρίς τον αγαπημένο μαθητή. Σ’ αυτόν τον τύπο η Θεοτόκος θλιμμένη, αλλά με συγκρατημένη οδύνη και βουβό πόνο, εναγκαλίζεται το νεκρό γιο της, συνθέτοντας έτσι ένα στιγμιότυπο που μας θυμίζει τον εικονογραφικό τύπο του Επιταφίου Θρήνου και του Ενταφιασμού.

Ανάλυση της εικόνας
Αν όμως οι εικόνες της Αποκαθήλωσης, του Επιταφίου Θρήνου και του Ενταφιασμού είναι αρκετά αφηγηματικές, ιστορώντας όσα ακολούθησαν το θάνατο του Χριστού πάνω στο Σταυρό, ο εικονογραφικός τύπος της Άκρας Ταπείνωσης, αν και εμπνευσμένος από τα γεγονότα αυτά και τον τρόπο που παρουσιάζονται στην Ακολουθία των Παθών, έχει έντονο συμβολικό και λειτουργικό-ευχαριστιακό χαρακτήρα.

Το όλο «στήσιμο» της σύνθεσης δεν έχει καθόλου ιστορική αφόρμηση ή αφηγηματική διάθεση. Ο καλλιτέχνης δεν περιγράφει ένα ιστορικό στιγμιότυπο, μια πράξη ή ένα συμβάν, αλλά σκηνοθετεί μέσα σε ένα φανταστικό σκηνικό το μυστήριο της θείας οικονομίας στο αποκορύφωμά της: ο θάνατος του Χριστού, εκούσιος και πραγματικός, το άκρον άωτον της συγκατάβασης του Σαρκωμένου Λόγου του Θεού είναι η οδός της ανάστασης και της ζωής. Η κένωση του Χριστού ως λύτρωση του ανθρώπου. Γι’ αυτό και η εικόνα αυτή είναι από τις «ζωγραφικότερες», τις πιο ποιητικές και πιο θεολογικές.
Ο καλλιτέχνης δημιουργεί πολύ προσεκτικά ένα εξαιρετικά λιτό, αφαιρετικό και συμβολικό σκηνικό: η σαρκοφάγος-τάφος κι ο ενεπίγραφος Σταυρός, σπανιότερα και τα όργανα του Πάθους. Τα πρόσωπα: ο νεκρός Χριστός μόνος ή με την συμπάσχουσα και θρηνούσα Θεοτόκο ή, σπανιότερα, και με τον αγαπημένο μαθητή Ιωάννη. Η λιτότητα προσδίδει στη σύνθεση θεολογική διαφάνεια και τονίζει την υπερβατική, μυσταγωγική και εσχατολογική της διάσταση. Η πυκνότητα των νοημάτων δεν εμποδίζει καθόλου τη στερεότητα και την ισορροπία της εικαστικής έκφρασης.

Οι αντιθέσεις αποκαλύπτουν το πλούσιο περιεχόμενο: Ο Βασιλεύς της Δόξης εμφανίζεται γυμνός. Ο Νυμφίος της Εκκλησίας, «ὁ ὡραῖος κάλλει παρά πάντας βροτούς», ζωγραφίζεται «ἀνείδεος» νεκρός. Η ένταση στο πρόσωπο της Παναγίας πλάι στην απάθεια του νεκρού Χριστού. Ο δυναμικός εναγκαλισμός της και η στατικότητα του νεκρού σώματος. Τα θερμά χρώματα και η παγερότητα της σαρκοφάγου. Το εσωτερικό φως που αναδίδει το νεκρό σώμα του Χριστού φωτίζει ολόκληρη τη σύνθεση.
Όλα τα στοιχεία της εικόνας μαρτυρούν το Πάθος που μόλις έχει προηγηθεί: η νεκρότητα και η γυμνότητα του σώματος, τα κλειστά μάτια, το γερμένο κεφάλι, ο θρήνος της Παναγίας, η σαρκοφάγος-τάφος, ο Σταυρός, τα όργανα του Πάθους, οι πληγές που ακόμα αιμορραγούν, τα χέρια που πέφτουν κάτω αδύναμα, τα ξέπλεκα μαλλιά. Όλη η σύνθεση είναι μια συμπερίληψη του θείου Πάθους. Ο Κων/νος Καλοκύρης σημειώνει: «Ο εικονογραφικός της τύπος είναι, γενικά, συμβολικός. Εκφράζει ένα όραμα, μια μυσταγωγική αλληγορία του Πάθους»
Υπάρχουν όμως και κάποια στοιχεία της εικόνας που ξεφεύγουν από το συμβολισμό του Πάθους, δηλώνουν τη νίκη κατά του θανάτου και μάς εισάγουν στην προαναγγελία της Ανάστασης. Αυτά είναι ο Σταυρός και η επιγραφή του Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ, η φωτεινότητα του σώματος και ο χρυσός κάμπος.

Το χρυσό φόντο, όπου υπάρχει (στις φορητές εικόνες ή στις ψηφιδωτές παραστάσεις), είναι σύμβολο του φωτός και, καθώς δεν απαντάται ως χρώμα στη φύση, του πνευματικού και υπερφυσικού στοιχείου. Είναι δηλαδή σύμβολο νίκης και υπερβατικότητας.
Η φωτεινότητα του νεκρού σώματος του Χριστού ακυρώνει την αίσθηση της φθοράς και μάς δημιουργεί την εντύπωση του ύπνου. Ο Σταυρός και η επιγραφή του είναι το σημάδι της νίκης καταπάνω στο θάνατο, το προανάκρουσμα της Ανάστασης, από το οποίο λαμβάνει τελικά η εικόνα το οριστικό θριαμβευτικό της νόημα. Αυτός ο προϊδεασμός της Ανάστασης είναι που μάς δίνει το δικαίωμα να αποδίδουμε στην εικόνα της Άκρας Ταπείνωσης και το όνομα «Νυμφίος», σύμφωνα με τον Κων/νο Καλοκύρη, καθώς «το τροπάριο “Ιδού ο νυμφίος έρχεται” δεν αφορά τον Χριστό του Πάθους αλλά τον θριαμβευτή “διά της Αναστάσεως” Χριστό, τον μελλοντικό Κριτή της Οικουμένης».
Η μετωπικότητα του σώματος προδιαθέτει τον θεατή σε συμμετοχή, επικοινωνία και προσωπική σχέση και τον καλεί σε άμεσο, εσωτερικό διάλογο με την αλήθεια του προσώπου του Χριστού για να τον μεταμορφώσει σε πιστό προσκυνητή και να προσοικειωθεί τελικά το λυτρωτικό του έργο.
Η σύνθεση, τέλος, στο σύνολό της, παρόλο που είναι «τεχνητή», καθώς δεν έχει το ιστορικό παράλληλό της στις ευαγγελικές αφηγήσεις, δίνει δυναμικά το αίσθημα της στερεότητας και της γνησιότητας, πράγμα που οφείλει στην έντονη λατρευτική της παρουσία, στη στενή της σχέση με την υμνογραφία και στο θεολογικό της βάθος.

.
πολλά περισσότερα: ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Στην Αγκαλιά της Παναγίας ...

«Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἁγνή Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα, ἡ Θεόν Λόγον τοῖς ἀνθρώποις, τῇ παραδόξῳ σου κυήσει ἑνώσασα, καί τήν ἀπωσθεῖσαν φύσιν τοῦ γένους ἡμῶν τοῖς οὐρανίοις συνάψασα, ἡ τῶν ἀπηλπισμένων μόνη ἐλπίς, καί τῶν πολεμουμένων βοήθεια, ἡ ἑτοίμη ἀντίληψις τῶν εἰς σέ προστρεχόντων, καί πάντων τῶν Χριστιανῶν τό καταφύγιον, μή βδελύξῃ με τόν ἁμαρτωλόν, τόν ἐναγῆ, τόν αἰσχροῖς λογισμοῖς καί λόγοις καί πράξεσιν ὅλον ἐμαυτόν ἀχρειώσαντα, καί τῇ τῶν ἡδονῶν τοῦ βίου ραθυμίᾳ γνώμης, δοῦλον γενόμενον. Ἀλλ᾿ ὡς τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ Μητήρ, φιλανθρώπως σπλαγχνίσθητι ἐπ᾿ ἐμοί τῷ ἁμαρτωλῷ καί ἀσώτῳ, καί δέξαι μου τήν ἐκ ρυπαρῶν χειλέων προσφερομένην σοι δέησιν, καί τόν σόν Υἱόν, καί ἡμῶν Δεσπότην καί Κύριον, τῇ μητρικῇ σου παρησίᾳ χρωμένη, δυσώπησον, ἵνα ἀνοίξῃ καμοί τά φιλάνθρωπα σπλάγχνα τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος, καί παριδών μου τά ἀναρίθμητα πταίσματα, ἐπιστρέψῃ με πρός μετάνοιαν, καί τῶν αὐτοῦ ἐντολῶν ἐργάτην δόκιμον ἀναδείξῃ με. Καί πάρεσό μοι ἀεί ὡς ἐλεήμων, καί συμπαθής καί φιλάγαθος, ἐν μέν τῷ παρόντι βίῳ, θερμή προστάτις καί βοηθός, τάς τῶν ἐναντίων ἐφόδους ἀποτειχίζουσα, καί πρός σωτηρίαν καθοδηγοῦσά με, καί ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, τήν ἀθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα, καί τάς σκοτεινάς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόρρω αὐτῆς ἀπελαύνουσα· ἐν δέ τῇ φοβερᾷ ἡμέρα τῆς κρίσεως, τῆς αἰωνίου με ρυομένη κολάσεως, καί τῆς ἀπορρήτου δόξης τοῦ σοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ ἡμῶν κληρονόμον με ἀποδεικνύουσα. Ἧς καί τύχοιμι, Δέσποινά μου, ὑπεραγία Θεοτόκε, διά τῆς σῆς μεσιτείας καί ἀντιλήψεως· χάριτι καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καί προσκύνησις σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, καί τῷ Παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι, νῦν καί ἀεί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων· Ἀμήν». 

  
Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἁγνή Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα· Σύ, πού μέ τήν παράδοξή σου κύηση ἕνωσες τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους καί συνέδεσες τήν πεσμένη φύση τοῦ γένους μας μέ τά ἐπουράνια· σύ, πού εἶσαι ἡ ἐλπίδα αὐτῶν πού ἔχασαν τήν ἐλπίδα καί ἡ βοήθεια αὐτῶν πού πολεμοῦνται ἀπό τόν ἐχθρό (τό διάβολο)· σύ, πού εἶσαι ἡ πρόθυμη συμπαράσταση ὅσων προστρέχουν στή χάρη σου, καί τό καταφύγιο ὅλων ἀνεξαίρετα τῶν Χριστιανῶν, μή βδελυχθεῖς ἐμέ τόν ἁμαρτωλό, τόν ἀκάθαρτο, πού μέ τούς αἰσχρούς λογισμούς καί τά λόγια καί τίς πράξεις μου ἀχρείωσα ὁλόκληρο τόν ἑαυτό μου καί μέ τή ραθυμία μου στίς βιοτικές ἡδονές ἔγινα δοῦλος τῆς φθαρμένης γνώμης μου. Ἀντίθετα· ἐπειδή εἶσαι Μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, λυπήσου με τόν ἁμαρτωλό καί ἄσωτο καί κάνε δεχτή τή δέηση πού ἀπευθύνω σέ σένα καί προέρχεται ἀπό τά ἀκάθαρτα χείλη μου. Δυσώπησε δέ, κάνοντας χρήση τῆς μητρικῆς παρησίας σου, τόν Υἱόν σου καί δικό μας Δεσπότη καί Κύριον, ὥστε νά ἀνοίξη καί σέ μένα τά φιλάνθρωπα σπλάχνα τῆς θείας του ἀγαθότητος καί, ἀφοῦ παραβλέψει τά ἀμέτρητά μου πταίσματα, νά μέ ὁδηγήσει σέ μετάνοια καί νά μέ ἀναδείξει ἐργάτη ἄξιο τῶν ἐντολῶν του. Καί μή παραλείψεις νά εἶσαι πάντοτε κοντά μου σάν Μητέρα ἐλεήμων καί συμπαθής καί φιλάγαθη, στόν μέν παρόντα βίο θερμή προστάτιδα καί βοηθός, ἀπομακρύνοντας τίς ἐφόδους τῶν ἐχθρῶν καί καθοδηγώντας με πρός σωτηρίαν· στόν καιρό δέ τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἀπό τή ζωή αὐτή σέ παρακαλῶ νά σκεπάζεις τήν ἀθλία μου ψυχή καί νά διώχνεις μακριά μου τίς σκοτεινές ὄψεις τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Τέλος, κατά τήν φοβερή ἡμέρα τῆς κρίσεως, (δέομαί σου) νά μέ σώσεις ἀπό τήν αἰώνια κόλαση καί νά μέ ἀξιώσεις νά γίνω κληρονόμος τῆς ἀπόρρητης δόξας τοῦ Υἱοῦ σου καί Θεοῦ μας. Τήν ὁποίαν εἴθε νά ἐπιτύχω, Δέσποινά μου, ὑπεραγία Θεοτόκε, διά τῆς δικῆς σου μεσιτείας καί βοήθειας· (κυρίως δέ) μέ τή χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στόν ὁποῖον ἁρμόζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση, μαζί μέ τόν ἄναρχό του Πατέρα καί τό Πανάγιο καί ἀγαθό καί ζωοποιό Πνεῦμα του, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες· Ἀμήν.

«Ὦ πανύμνητε Μῆτερ....»

«Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, 
ἡ τεκοῦσα τόν πάντων ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον· 
δεξαμένη τήν νῦν προσφοράν, 
ἀπό πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας 
καί τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως 
τούς σοί βοῶντας· Ἀλληλούϊα»
(Ἀκάθ. ὕμν. Ω οἶκ.)
Ὦ Μάνα τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ κάθε πιστοῦ!
Ἡ γλυκειὰ Μάνα ὅλου τοῦ κόσμου εἶναι ἡ Παναγία μας. 
Εἶναι ἡ «πανύμνητος Μήτηρ», ἡ Μάνα ποὺ τὴν ὑ­μνοῦν ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλη ἡ κτῆσι.… 
Γιατί; Διότι, λέει, εἶσαι «ἡ τεκοῦσα τὸν πάν­­των ἁ­γίων ἁγιώτατον Λόγον». 
Εἶσαι παρθένος, ἁγνὴ σὰν τὸ ἀ­πά­­τητο χιόνι, λαμπρὴ σὰν τὶς ἀ­κτῖνες τοῦ ἥλιου, ἀστραφτερὴ σὰν διαμάντι. Γι᾽ αὐτὸ ἀξιώθηκες νὰ γεννήσῃς τὸν Λόγον τοῦ Πατρός, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, «τὸν πάντων ἁγίων ἁ­γιώτατον», τὸν ἀσυγκρίτως ἁγιώτερο ἀπὸ ὅ­λους τοὺς ἁγίους, ἀνθρώπους καὶ ἀγγέλους.
Εἶσαι, Παναγία μας, ὑπεράνω τῶν ἁγί­ων, ὑπερ­άνω τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ὑπεράνω τῶν ἁψίδων τοῦ οὐρανοῦ. Γέννη­σες ὄχι ὅ­πως ὅλες οἱ γυναῖκες, μὲ τὸ γνωστὸ φυσικὸ νόμο, ἀλλὰ κατὰ τρόπο ὑπερφυσικό.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ ὀρθολογισταὶ προβάλλουν ἄρνησι. Ἀμφισβητοῦν τὴν ἐκ παρ­θένου γέννησι τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς τί ἀπαν­τοῦμε; Ὅ,τι εἶπε ἕνας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας. 

Ὅ­πως ὁ ἥλιος περνάει τὸ τζάμι χωρὶς νὰ τὸ σπά­σῃ καὶ μπαίνει μέσα στὸ σπίτι καὶ φωτίζει καὶ θερμαίνει, ἔτσι καὶ ὁ Ἥλιος–Χριστὸς πέρασε στὰ ἁγνὰ καὶ ἀμόλυντα σπλάχνα τῆς ὑ­περ­αγίας Θεοτόκου χωρὶς νὰ φθείρῃ τὴν παρθενία της. 
Ἡ Παναγία εἶνε παρθένος πρὸ τοῦ τόκου, παρθένος κατὰ τὸν τόκον, καὶ παρ­θένος με­τὰ τὸν τόκον, ἀειπάρθενος. Αὐτὸ εἶνε δόγμα τῆς πίστεώς μας.
«Δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν». 

Δέξου, σὲ παρακαλοῦμε, Μητέρα μας, αὐτὴ τὴν προσ­φο­ρά, τοῦτο τὸν ὕμνο ποὺ σοῦ προσφέρουμε καὶ ποὺ ἐ­δῶ στὸ ὠμέγα ολοκληρώνεται. 
«Ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαν­­τας», λέει. 
Σῶ­σε, Παναγία, ὅλους ἀπὸ κάθε συμφορά. 
Ποιές εἶνε συμφορές; 
Συμφορὰ εἶ­νε λ.χ. ἡ φτώχεια, ἡ χηρεία, ἡ ὀρφά­νια, ἡ ἀρρώστια (ὁ καρκίνος, ἡ φθίσις κ.τ.λ.)· συμφο­ρὰ εἶ­νε ὁ σεισμός, νὰ τρέμῃ ἡ γῆ· συμφορὰ εἶνε ἡ πεῖ­να – Θεὸς φυλάξοι μήπως ποῦμε πάλι «τὸ ψω­μὶ ψωμάκι»· προσέξτε το αὐτὸ ἰδιαι­τέρως ἐ­σεῖς τὰ παιδιά, ποὺ σᾶς δίνουν φαγη­τὸ οἱ γονεῖς κ᾽ ἐσεῖς τὸ σπρώχνετε πέρα.


Ἡ πιὸ μεγάλη συμφορὰ ὅ­μως εἶνε ἄλλη· εἶνε ἡ αἰωνία κόλασις. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ὕμνος κλείνει μὲ τὴν παράκλησι· 
«Καὶ τῆς μελλούσης λύ­τρωσαι κολάσεως τοὺς σοὶ βοῶντας· Ἀλληλού­ϊα». 
Λύτρωσε ἀπὸ τὴ μέλλουσα κόλασι ὅλους τοὺς πιστοὺς ποὺ σοῦ φωνάζουν τὸ Ἀλληλούϊα.