Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Θεϊκές Λέξεις | Divine Words

αγαθός:= ἄγαν + θέω, (δεν το διαπραγματεύεται, εκόντες άκοντες θέομεν άγαν επ' αυτώ)
ευθεία:= ευ + θέω
 
θέω:= 
(I)
θέω και επικ. τ. θείω και αιολ. τ. θεύω (Α)
  1. (για πρόσ. και ζώα) τρέχω, προχωρώ γρήγορα
  2. αγωνίζομαι, μάχομαι για κάτι
  3. (για πτηνά) πετώ
  4. (για πλοία) πλέω γρήγορα
  5. (για πέτρα) κυλιέμαι, κινούμαι γρήγορα
  6. (για τον κεραμεικό τροχό) γυρίζω γρήγορα
  7. (για φλέβα) διακλαδίζομαι
  8. περιβάλλω, περιτρέχω.
[ΕΤΥΜΟΛ. θέω < θέF-ω (πρβλ. μέλλ. θεύ-σομαι). Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *dheu-«τρέχω, ρέω». Ο ενεργητικός τ. της αρχ. ινδ. dhāvati «τρέχει, ρέει» εμφανίζει μακρό φωνήεν θέματος. Πλήρη φωνητική αναλογία παρουσιάζει ο αντίστοιχος μέσος τ. της αρχ. ινδ. dhăvate, που διαφέρει όμως κατά τη διάθεση. Η βραχύτητα τού θεματικού φωνήεντος στη μέση φωνή της αρχ. ινδ. οδήγησε στην υπόθεση ότι ο δυσερμήνευτος τ. τής προστακτικής τής γλώσσας τού Ησυχίου θευ
δεύρο, τρέχε προήλθε ίσως από αμάρτυρο μέσο τ. *θεFεο. Αμφίβολη η σύνδεση τού ρ. με το αρχ. άνω γερμ. tou, το αρχ. σκανδ.-ισλ. dŏgg και το πρωτογερμ. *dau(w)a, που σημαίνουν «δρόσος». Δεν μαρτυρούνται παρ. από το θ. θεF-. Ο τ. θεύσις είναι μάλλον επινόημα τού Λατίνου Στωικού φιλοσόφου Κορνούτου στην προσπάθεια του να (παρ)ετυμολογήσει τη λ. θεός. Την ετεροιωμένη βαθμίδα θoF-εμφανίζει το παρ. επίθ. θοός «ταχύς» (< θoF-ός). Από την έκφραση (επί) βοήν θειν προήλθε η λ. βοη-θόος* «αυτός που προστρέχει στην κραυγή για βοήθεια», απ' όπου σχηματίστηκε το ρ. βοηθώ (βοη-θέω* < βοη-θοέω με υφαίρεση < βοη-θόος), το οποίο έδωσε υποχωρητικά το βοηθός*. Την ετεροιωμένη βαθμίδα τής ρίζας θoF-εμφανίζει και το βοήθεια (< *βοή-θοια με αναλογικό μεταπλασμό τού -ο- σε -ε- κατά το βοηθέω < βo[F]a-θo[F]-ıa. Τα σύνθ. αυτά είναι τα μόνα που απέμειναν από το ρ. θέω στη Νέα Ελληνική. Το ρ. εκτοπίστηκε από το τρέχω, αφού συνυπήρξαν επί μακρόν στην Αρχαία Ελληνική.
ΣΥΝΘ. αρχ. αναθέω, αποθέω, διαθέω, καταθέω, παραθέω].
————————

(II)
θέω (Α)
αποτελώ λευκή γραμμή, λάμπω, αστράφτω.

[ΕΤΥΜΟΛ. Είναι αμφίβολο αν πρόκειται για όντως ανεξάρτητο ρ. ή για υστερογενή σχηματισμό από παρερμηνεία ενός παρ. τού λευκός. Συγκεκριμένα στον Ησίοδο (Ασπίς Ηρακλέους, 146) μαρτυρείται η μτχ. θεόντων στη φράση οδόντων λευκά θεόντων «δοντιών που έλαμπαν λευκά». Η ίδια μτχ. μαρτυρείται με την ίδια σημασία «λαμπερός, γυαλιστερός» στον μτγν. ποιητή Θεόκριτο (25, 158) στη φράση υλῄ χλωρᾴ. θεούσῃ καθώς και στην επιγραφική (I.G. 1046, 83) στη φράση ποίην... χλωρά θέουσαν. Υπάρχουν, επίσης, οι γλώσσες τού Ησυχίου θοόν·...λαμπρόν και θοώσαι·...λαμπρύναι. Παρ' όλο που οι ανωτέρω μαρτυρίες μπορούν να οδηγήσουν στο να θεωρηθεί ο τύπος αυτοτελής, δεν στερείται εντούτοις βάσεως και η αντίθετη άποψη, ότι δηλ. η παλαιότερα μαρτυρούμενη φράση τού Ησιόδου πρέπει να αναγνωσθεί οδόντων λευκαθεόντων, οπότε η μτχ. είναι μεταπλασμένος τ. για μετρικούς λόγους τού *λευκαθόντων, μτχ. τού *λευκάθω (αντί τού λευκαθίζω «έχω λαμπερό λευκό χρώμα» < λευκός, συγγενούς και τού κύριου ον. Λευκοθέα). Στην περίπτωση αυτή όλοι οι μτγν. τ. προέρχονται από εσφαλμένη θεώρηση τής εν λόγῳ μτχ. ως συνθέτου].