Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2019

Εὐχὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου τῆς Ἐνάτης Ὥρας

Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ μακροθυμήσας ἐπὶ τοῖς ἡμῶν πλημμελήμασι, καὶ ἄχρι τῆς παρούσης ὥρας ἀγαγὼν ἡμᾶς, ἐν ᾖ ἐπὶ τοῦ ζωοποιοῦ ξύλου κρεμάμενος, τῷ εὐγνώμονι λῃστῇ τὴν εἰς τὸν Παράδεισον ὡδοποίησας εἴσοδον, καὶ θανάτῳ τὸν θάνατον ὤλεσας, ἱλάσθητι ἡμῖν τοῖς ταπεινοῖς, καὶ ἁμαρτωλοῖς καὶ ἀναξίοις δούλοις σου. 
Ἡμάρτομεν γὰρ καὶ ἠνομήσαμεν, καὶ οὐκ ἐσμὲν ἄξιοι ἄραι τὰ ὄμματα ἡμῶν, καὶ βλέψαι εἰς τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, διότι κατελίπομεν τὴν ὁδόν τῆς δικαιοσύνης σου καὶ ἐπορεύθημεν ἐν τοῖς θελήμασι τῶν καρδιῶν ἡμῶν. 

Ἀλλ' ἱκετεύομεν τὴν σὴν ἀνείκαστον ἀγαθότητα. 

Φεῖσαι ἡμῶν, Κύριε κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ σῶσον ἡμᾶς διὰ τὸ ὄνομά σου τὸ Ἅγιον, ὅτι ἐξέλιπον ἐν ματαιότητι αἱ ἡμέραι ἡμῶν. 

Ἐξελοῦ ἡμᾶς τῆς τοῦ ἀντικειμένου χειρός, καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ἁμαρτήματα, καὶ νέκρωσον τὸ σαρκικὸν ἡμῶν φρόνημα, ἵνα τὸν παλαιὸν ἀποθέμενοι ἄνθρωπον, τὸν νέον ἐνδυσώμεθα, καὶ σοὶ ζήσωμεν τῷ ἡμετέρῳ Δεσπότῃ καὶ κηδεμόνι. 

Καὶ οὕτω τοῖς σοῖς ἀκολουθοῦντες προστάγμασιν, εἰς τὴν αἰώνιον ἀνάπαυσιν καταντήσωμεν, ἔνθα πάντων ἐστὶ τῶν εὐφραινομένων ἡ κατοικία. 

Σὺ γὰρ εἶ ἡ ὄντως ἀληθινὴ εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίασις τῶν ἀγαπώντων σε, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναμπέπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ Παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 

Ἀμήν.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Ευλάβεια

– Γέροντα, τι είναι ευλάβεια;
– Ευλάβεια είναι ο φόβος του Θεού, η συστολή, η πνευματική ευαισθησία. Ο ευλαβής μπορεί να σφίγγεται, αλλά αυτό το σφίξιμο στάζει μέλι στην καρδιά του· δεν του κάνει μαρτυρική την ζωή, αλλά τον ευχαριστεί. Οι κινήσεις του είναι λεπτές, προσεγμένες. Αισθάνεται έντονα τη παρουσία του Θεού, των Αγγέλων, των Αγίων. Νιώθει δίπλα του τον Φύλακα Άγγελο να τον παρακολουθεί. Έχει συνέχεια στον νου του ότι το σώμα του είναι Ναός του Αγίου Πνεύματος (Α´ Κορ. 3,16 και 6,19) και ζει απλά, αγνά και αγιασμένα. Παντού συμπεριφέρεται με προσοχή και συστολή και νιώθει ζωντανά όλα τα ιερά.


Προσέχει λ.χ. να μην είναι πίσω από την πλάτη του οι εικόνες. Δεν βάζει εκεί που κάθεται, στον καναπέ ή στην καρέκλα, το Ευαγγέλιο ή ένα πνευματικό βιβλίο κ.λ.π. Αν δει μια εικόνα, σκιρτά η καρδιά του, βουρκώνουν τα μάτια του. Αλλά και μόνον το όνομα του Χριστού να δει κάπου γραμμένο, το ασπάζεται και αυτό με ευλάβεια και γλυκαίνεται εσωτερικά η ψυχή του. Ακόμη και ένα κομματάκι από εφημερίδα αν βρει κάτω πεταμένο που να γράφει λ.χ. το όνομα του Χριστού ή μόνον «Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος», σκύβει, το μαζεύει, το ασπάζεται με ευλάβεια και στενοχωριέται που ήταν πεταμένο.
– Γέροντα , άλλο είναι η ευσέβεια και άλλο η ευλάβεια;
– Η ευσέβεια είναι κολώνια, ενώ η ευλάβεια είναι θυμίαμα. Η ευλάβεια είναι η μεγαλύτερη αρετή για μένα, γιατί ο ευλαβής προσελκύει την Χάρη του Θεού, γίνεται δέκτης της Χάριτος, και φυσιολογικά παραμένει η Χάρις του Θεού μαζί του. Τον προδίδει μετά η θεία Χάρις, και όλοι τον ευλαβούνται, τον συμπαθούν, ενώ τον αναιδή τον απεχθάνονται μικροί – μεγάλοι.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

«Σοί παρακατατιθέμεθα τήν ζωήν ἡμῶν ἅπασαν καί τήν ἐλπίδα, Δέσποτα Φιλάνθρωπε»

Σε Σένα παραδίδουμε τη ζωή μας ολόκληρη και την ελπίδα μας, Δέσποτα Φιλάνθρωπε. 
Μία προτροπή για να αφήσουμε τα πάντα στα χέρια του Θεού. Σήμερα ιδίως αν καταλάβουμε αυτό το πράγμα, να αφήσουμε δηλαδή τη ζωή μας ολόκληρη στον Θεό είναι σπουδαίο πράγμα, βέβαια όχι μόνο τη ζωή μας, αυτά που μας απασχολούν τώρα, αλλά και την ελπίδα μας για όλα εκείνα, δηλαδή, που πρόκειται να έρθουν.
29.9
Αυτή η πίστη είναι ένα ισχυρότατο θεμέλιο στο οποίο κτίζεται η ζωή μας ολόκληρη και είναι όπως όταν πέσει κάποιος σ’ ένα ωκεανό γεμάτο τρικυμίες και κινδύνους, ξαφνικά βρίσκει ένα βράχο ο οποίος δεν σαλεύει με τίποτα και βγαίνει σ’ αυτό και αισθάνεται απόλυτη ασφάλεια. 
Η ζωή μας είναι ένα πέλαγος. Όσο μεγαλώνουμε δεχόμαστε κτυπήματα, τραύματα, πιέσεις, δυσκολίες που ποτέ μας δεν διανοηθήκαμε, και κάνουν τη ζωή μας απέραντο πέλαγος θλίψεων. 
Η γραφή παρομοιάζει τη γη αυτή με την κοιλάδα του κλαυθμώνος, σαν ένα χώρο του κλάματος. Ποτέ δεν υπήρξε άνθρωπος που δεν πόνεσε. Είναι πράγμα αδύνατο αυτό. Ακόμα και ο πλούσιος, ο πιο ευδαίμων άνθρωπος αν δεν πόνεσε ποτέ του, θα πονέσει την ώρα του θανάτου του. Εκείνη την ώρα που είσαι ενώπιον του τέλους και δεν σου μένει τίποτα παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα ή λεπτά και βλέπεις τα πάντα γύρω σου να σταματούν, να καταρρέουν, να απειλείται η ύπαρξή σου, ό,τι έχεις και δεν έχεις όλα τελειώνουν, γεύεσαι ένα πικρό ποτήρι και θέλει δύναμη και ετοιμασία εκ των προτέρων να αντιμετωπίσεις τον πόνο του θανάτου, αν σ’ αυτή τη ζωή επενδύσεις την ελπίδα σου και τη δύναμή σου αλλού.

Η πρώτη εντολή του Θεού είναι να αγαπήσεις τον Θεό με όλη σου την ύπαρξη. Από τη στιγμή που δεν εφαρμόζεται αυτό το πράγμα, έχουμε παρενέργειες. Όταν βλέπουμε την απελπισία να μας στραγγαλίζει, να πνιγόμαστε και να φτάνουμε σε σημείο καταστροφής, γιατί απογοητευτήκαμε απ’ όσα είναι γύρω μας ακόμη και από τα πιο ευγενικά στοιχεία που μας περιτριγυρίζουν, τότε κρίνεται που δώσαμε όλη τη δύναμη της υπάρξεώς μας. Αν τηρήσουμε την εντολή του Θεού, τότε με πολλή καρτερία και ανοχή αντιμετωπίζουμε τα πάντα. Δεν απελπιζόμαστε, γιατί δεν είχαμε την ελπίδα μας σε έναν άνθρωπο, έστω αν ήταν ο εαυτός μας, το παιδί μας , ο/η σύζυγός μας, αλλά την είχαμε στον Θεό και ο Θεός είναι ο μόνος που ποτέ δεν απογοητεύει τον άνθρωπο. 
Αντίθετα παραμένει μόνη ελπίδα του, και ακόμη και την ώρα του θανάτου του η μόνη ελπίδα του ανθρώπου είναι ο Θεός, ενώ τα άλλα όλα μένουν άπρακτα, κανένας δεν μπορεί να τον βοηθήσει εκείνη την ώρα, ούτε ο σύζυγος, ούτε το παιδί, ούτε ο εαυτός του, ούτε τα χρήματα ούτε η θέση του σ’ αυτή τη ζωή. Μόνο ο Θεός μπορεί να συμπαρασταθεί στον άνθρωπο. Άρα ο Θεός είναι η ακαταίσχυντος ελπίδα μας, είναι η ελπίδα που ποτέ δεν θα μας αφήσει. Έτσι όταν ο άνθρωπος βιώσει αυτή την πίστη, τότε μετά είναι πολύ άνετη η ζωή του, και δεν τρομάζει και δεν φοβάται. 
Έλεγαν στον Αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο ότι η βασίλισσα είχε εναντίον του άσχημες διαθέσεις, γιατί την ήλεγξε και ότι θα του έκανε μεγάλο κακό. Κι αυτός έλεγε ότι τίποτα δεν φοβάται παρά μόνο την αμαρτία, γιατί μόνο αυτή μπορεί να τον χωρίσει από τον Θεό. Όπως είπε και ο Χριστός, «μη φοβάστε απ’ αυτούς που μπορεί να σκοτώσουν το σώμα σας, να φοβηθείτε απ’ αυτούς που μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή σας”, δηλαδή την αμαρτία που μπορεί να επιφέρει αιώνιο όλεθρο. Έτσι κι αλλιώς όλα τα άλλα είναι μάταια, είναι παρόντα και φθαρτά. Όταν δεν προσδοκούμε τίποτα απ’ αυτό τον κόσμο, δεν έχουμε καμία ανησυχία. Αυτή πρέπει να είναι η πορεία μας σ’ αυτό τον κόσμο. Θα περάσουμε μέσα από δυσκολίες μεν, δεν πρέπει όμως αυτά τα πράγματα να μας νικήσουν, ούτε να μας φοβίσουν, γιατί εμείς έχουμε ένα όχημα που υπερβαίνει τα νέφη της ζωής. Αν την ελπίδα μας και τη ζωή μας ολόκληρη την παραδώσουμε στον Χριστό, δεν περιμένουμε τίποτα από τους ανθρώπους, δεν φοβόμαστε ό,τι κι αν συμβεί γύρω μας, γιατί τίποτα δεν πρόκειται να χαλάσει αυτή τη βεβαιότητα της ειρήνης, η οποία πηγάζει από την ελπίδα μας στον Θεό. Η ειρήνη του κόσμου στηρίζεται στα δεδομένα τα γήινα. Ο άνθρωπος της Εκκλησίας δεν εξαρτάται από αυτά τα εξωτερικά δεδομένα. Η ειρήνη του ανθρώπου του Θεού εξαρτάται από το εάν είναι ο Χριστός μέσα του. Τότε έχει ειρήνη, γιατί ο Χριστός είναι η ειρήνη ημών.
 

Εξωτερικά μπορεί να μην έχει τίποτα υπέρ μας, να έχει πόλεμο, σκλαβιά, διωγμούς, πιέσεις, να έχει θάνατο κι όμως μέσα μας να υπάρχει ειρήνη κι αυτή είναι η πραγματική ειρήνη και ελευθερία του ανθρώπου. Αν εντός του ανθρώπου δεν γίνει αυτή η μεταμόρφωση, η αλλοίωση, τότε δεν γίνεται τίποτα, τότε ακόμα και τα εξωτερικά δουλεύουν στραβά και ανάποδα.
 

Πώς όμως ο άνθρωπος αποκτά αυτή την ελπίδα στον Θεό; Όπως όλη η πνευματική αγωγή αρχίζει από τα απλά πράγματα έτσι και το να φτάσει ο άνθρωπος στο σημείο ν’ αφήσει ολόκληρο το είναι του στα χέρια του Θεού, αρχίζει από τα απλά πράγματα. Από την καθημερινότητά μας. Από την προσευχή, από το πρόγραμμα των δουλειών μας. Να μάθουμε να λέμε «εάν ο Θεός θέλει». Αυτό λέει και η γραφή: «εάν ο Θεός θέλει». Εάν ο Θεός θα μας ευλογήσει κι αν είναι θέλημα Θεού, τότε θα κάνουμε ό,τι σχεδιάζουμε. Τότε αρχίζει μέσα μας να δουλεύει η ελπίδα προς τον Θεό. 

Καταλαβαίνουμε πως δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα μόνοι μας, δεν κάνουμε ό,τι θέλουμε, δεν εξαρτώνται όλα από εμάς. Αλλά βάζουμε ως βάση, έστω και λεκτικά, το θέλημα του Θεού. Μετά αν ό,τι κάνουμε και όπου επενδύουμε τον ψυχικό μας κόσμο, την αγάπη μας, το ενδιαφέρον μας, τις ενέργειές μας, τις προσπάθειές μας ακόμη και τα χρήματά μας δεν τα απολυτοποιούμε, αλλά ξέρουμε πως όλα αυτά είναι σχετικά, πεπερασμένα, δεν είναι απόλυτα μεγέθη, τότε αποκτούμε μέσα στη συνείδησή μας σωστή κρίση των πραγμάτων του κόσμου τούτου. Έτσι δεν είναι το παν να σπουδάσουμε κι αν δεν πετύχουμε απελπιζόμαστε, δεν είναι το παν να κάνουμε παιδιά κι αν δεν κάνουμε μας πιάνει απελπισία και θεωρούμε πως δεν αξίζουμε, δεν είναι το παν να έχουμε μία ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Το παν είναι ο Θεός, μόνο Αυτός. 
Όλα τα άλλα είναι σχετικά. Αν το καταλάβουμε, τότε μπαίνουν όλα στη θέση τους. Και όταν μάθουμε ακόμα να χρησιμοποιούμε σωστά τα πράγματα του κόσμου, όχι απλώς να τα κρίνουμε, τότε περιοριζόμαστε και ως άνθρωποι και ξέρουμε τα μέτρα μας. Δηλαδή δεν παραδιδόμαστε χωρίς κρίση στα υλικά πράγματα. Βέβαια, είμαστε άνθρωποι, ζούμε στον κόσμο και έχουμε ανάγκη απ’ όλα όσα υπάρχουν γύρω μας. Τα χρησιμοποιούμε μεν, όμως με μέτρο.
 

Τέλος εκείνη η ζωτική δύναμη που μας βοηθά παντού, έτσι και στο να ελπίζουμε στον Θεό, είναι η προσευχή. Όταν προσευχόμαστε και αφήνουμε στην προσευχή μας τον Θεό, τότε βλέπουμε το χέρι Του στη ζωή μας. Το βλέπουμε όταν μάθουμε να προσευχόμαστε. Όταν προσεύχεται ο άνθρωπος, τότε ενεργεί μέσα στην ψυχή του η χάρις του Αγίου Πνεύματος, δυναμώνει η ψυχή και αποκτά μία άλλη γεύση αυτής της ζωής, αποκτά άλλα αισθητήρια. Ανοίγουν τα μάτια της ψυχής και βλέπει αλλιώς τα πράγματα.
 

Τότε όμως είναι που θα έρθει και η ώρα της δοκιμασίας. Εκείνη η ώρα είναι η ώρα των εξετάσεων, εκείνη την ώρα θα φανεί τι μάθαμε. Συμβαίνει στη ζωή μας μία φοβερή κρίση, ένας πειρασμός, μία εξαιρετικά δύσκολη και φοβερή ώρα; Εκείνη την ώρα μπορεί να κρίνεται η ζωή μας ολόκληρη από τη στάση που θα κρατήσουμε απέναντι σ’ αυτό το δύσκολο γεγονός. Ακόμα υπάρχουν ώρες που κρίνεται η ζωή μας, και η παρούσα και η μέλλουσα, από ένα ναι ή ένα όχι το οποίο μπορεί να διαρκέσει ορισμένα λεπτά. Μπορεί δηλαδή να καταστραφεί ο άνθρωπος από ένα ναι και να σωθεί από ένα όχι, το οποίο όμως μπορεί να έχει σημασία ζωής και θανάτου. Αυτό φαίνεται στους μάρτυρες. Η ζωή τους ήταν ένα ναι ή ένα όχι. Τους ρωτούσαν αν ήταν χριστιανοί. Το ναι σήμαινε θάνατος το όχι σήμαινε ότι θα ζούσαν. 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Αγία Σοφία με τις τρεις κόρες της, την Πίστη, δώδεκα χρονών, την Ελπίδα, έντεκα χρονών και την Αγάπη, εφτά περίπου χρονών. Σε μία περίοδο των διωγμών των χριστιανών πήγαν στον ηγεμόνα. Η μάνα τους ήταν παρούσα. Τότε ο ηγεμόνας ρώτησε αν ήταν χριστιανοί τα παιδιά. Η μάνα και τα παιδιά απάντησαν ναι. Τότε τα παιδιά βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. Η μητέρα η Αγία Σοφία δεν αντέδρασε, δεν δικαιολόγησε τα παιδιά, όπως λέμε εμείς σήμερα: «είναι μικρά, είναι παιδιά δεν πειράζει...». Δεν έβαλε τα παιδιά της να αρνηθούν τον Χριστό. Προτίμησε τον θάνατο των παιδιών της, γιατί πριν τον θάνατο των παιδιών πέθανε η ίδια για την αγάπη του Χριστού. Είναι πολύ δύσκολο πράγμα να χάσεις το παιδί σου και ακόμα πιο δύσκολο είναι να βλέπεις τον θάνατο του παιδιού σου. Στους βίους των Αγίων μας υπάρχει πλήθος ηρωίδων μανάδων που ενεθάρρυναν τα παιδιά τους στο μαρτύριο και στέκονταν ακόμη και δίπλα τους μήπως και το παιδί δειλιάσει μπροστά στο μαρτύριο και αρνηθεί τον Χριστό. Μήπως αυτές δεν ήταν μητέρες ή μήπως επρόκειτο για τέρατα; Όχι. Απλώς ήξεραν πρώτα ποια είναι η σχέση τους με τον Θεό. Υπερέβηκαν τους νόμους της φύσης και πάνω απ’ όλα ήταν η αγάπη του Χριστού.
 

Στις σχέσεις μας με τον Θεό δεν μπορούν να μπουν άλλα πράγματα, δεν χωράει τίποτα. Και αυτό το απέδειξαν οι Άγιοι που υπερέβησαν τους νόμους της φύσεως. Το να αρνηθεί το παιδί τη μάνα είναι εύκολο , αλλά να αρνηθεί η μάνα το παιδί είναι αδύνατο. Κι όμως μέσα στους Αγίους υπάρχουν αυτά τα παραδείγματα, όπου οι ίδιες οι μάνες παρέδιδαν τα παιδιά τους στο μαρτύριο, γιατί έλαβαν αυτή τη βεβαιότητα της πίστεως και υπερέβησαν τα παρόντα πράγματα. Δεν αγαπούσαν αρρωστημένα τα παιδιά τους, όπως τα αγαπούμε εμείς, αλλά είχαν ολόκληρη την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη τους στον Θεό.


(απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης ομιλίας)
του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Θεϊκές Λέξεις | Divine Words

αγαθός:= ἄγαν + θέω, (δεν το διαπραγματεύεται, εκόντες άκοντες θέομεν άγαν επ' αυτώ)
ευθεία:= ευ + θέω
 
θέω:= 
(I)
θέω και επικ. τ. θείω και αιολ. τ. θεύω (Α)
  1. (για πρόσ. και ζώα) τρέχω, προχωρώ γρήγορα
  2. αγωνίζομαι, μάχομαι για κάτι
  3. (για πτηνά) πετώ
  4. (για πλοία) πλέω γρήγορα
  5. (για πέτρα) κυλιέμαι, κινούμαι γρήγορα
  6. (για τον κεραμεικό τροχό) γυρίζω γρήγορα
  7. (για φλέβα) διακλαδίζομαι
  8. περιβάλλω, περιτρέχω.
[ΕΤΥΜΟΛ. θέω < θέF-ω (πρβλ. μέλλ. θεύ-σομαι). Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *dheu-«τρέχω, ρέω». Ο ενεργητικός τ. της αρχ. ινδ. dhāvati «τρέχει, ρέει» εμφανίζει μακρό φωνήεν θέματος. Πλήρη φωνητική αναλογία παρουσιάζει ο αντίστοιχος μέσος τ. της αρχ. ινδ. dhăvate, που διαφέρει όμως κατά τη διάθεση. Η βραχύτητα τού θεματικού φωνήεντος στη μέση φωνή της αρχ. ινδ. οδήγησε στην υπόθεση ότι ο δυσερμήνευτος τ. τής προστακτικής τής γλώσσας τού Ησυχίου θευ
δεύρο, τρέχε προήλθε ίσως από αμάρτυρο μέσο τ. *θεFεο. Αμφίβολη η σύνδεση τού ρ. με το αρχ. άνω γερμ. tou, το αρχ. σκανδ.-ισλ. dŏgg και το πρωτογερμ. *dau(w)a, που σημαίνουν «δρόσος». Δεν μαρτυρούνται παρ. από το θ. θεF-. Ο τ. θεύσις είναι μάλλον επινόημα τού Λατίνου Στωικού φιλοσόφου Κορνούτου στην προσπάθεια του να (παρ)ετυμολογήσει τη λ. θεός. Την ετεροιωμένη βαθμίδα θoF-εμφανίζει το παρ. επίθ. θοός «ταχύς» (< θoF-ός). Από την έκφραση (επί) βοήν θειν προήλθε η λ. βοη-θόος* «αυτός που προστρέχει στην κραυγή για βοήθεια», απ' όπου σχηματίστηκε το ρ. βοηθώ (βοη-θέω* < βοη-θοέω με υφαίρεση < βοη-θόος), το οποίο έδωσε υποχωρητικά το βοηθός*. Την ετεροιωμένη βαθμίδα τής ρίζας θoF-εμφανίζει και το βοήθεια (< *βοή-θοια με αναλογικό μεταπλασμό τού -ο- σε -ε- κατά το βοηθέω < βo[F]a-θo[F]-ıa. Τα σύνθ. αυτά είναι τα μόνα που απέμειναν από το ρ. θέω στη Νέα Ελληνική. Το ρ. εκτοπίστηκε από το τρέχω, αφού συνυπήρξαν επί μακρόν στην Αρχαία Ελληνική.
ΣΥΝΘ. αρχ. αναθέω, αποθέω, διαθέω, καταθέω, παραθέω].
————————

(II)
θέω (Α)
αποτελώ λευκή γραμμή, λάμπω, αστράφτω.

[ΕΤΥΜΟΛ. Είναι αμφίβολο αν πρόκειται για όντως ανεξάρτητο ρ. ή για υστερογενή σχηματισμό από παρερμηνεία ενός παρ. τού λευκός. Συγκεκριμένα στον Ησίοδο (Ασπίς Ηρακλέους, 146) μαρτυρείται η μτχ. θεόντων στη φράση οδόντων λευκά θεόντων «δοντιών που έλαμπαν λευκά». Η ίδια μτχ. μαρτυρείται με την ίδια σημασία «λαμπερός, γυαλιστερός» στον μτγν. ποιητή Θεόκριτο (25, 158) στη φράση υλῄ χλωρᾴ. θεούσῃ καθώς και στην επιγραφική (I.G. 1046, 83) στη φράση ποίην... χλωρά θέουσαν. Υπάρχουν, επίσης, οι γλώσσες τού Ησυχίου θοόν·...λαμπρόν και θοώσαι·...λαμπρύναι. Παρ' όλο που οι ανωτέρω μαρτυρίες μπορούν να οδηγήσουν στο να θεωρηθεί ο τύπος αυτοτελής, δεν στερείται εντούτοις βάσεως και η αντίθετη άποψη, ότι δηλ. η παλαιότερα μαρτυρούμενη φράση τού Ησιόδου πρέπει να αναγνωσθεί οδόντων λευκαθεόντων, οπότε η μτχ. είναι μεταπλασμένος τ. για μετρικούς λόγους τού *λευκαθόντων, μτχ. τού *λευκάθω (αντί τού λευκαθίζω «έχω λαμπερό λευκό χρώμα» < λευκός, συγγενούς και τού κύριου ον. Λευκοθέα). Στην περίπτωση αυτή όλοι οι μτγν. τ. προέρχονται από εσφαλμένη θεώρηση τής εν λόγῳ μτχ. ως συνθέτου].

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Πορφύριος: Να προσεύχεσθε όπως οι Άγγελοι

Να προσεύχεσθε για την κάθαρση κάθε ανθρώπου, για να μιμηθείτε τον αγγελικό τρόπο στη ζωή σας. Ναι, οι άγγελοι δεν προσεύχονται για τον εαυτό τους. Εγώ έτσι προσεύχομαι για τους ανθρώπους, για την Εκκλησία, για το Σώμα της Εκκλησίας. Την ώρα που προσεύχεσθε για την Εκκλησία, απαλλάσσεσθε κι από τα πάθη. Την ώρα που δοξολογείτε, απαλύνεται η ψυχούλα σας και αγιάζεται υπό της θείας χάριτος. Αυτή την τέχνη θέλω να μάθετε.
Ο Θεός θέλει να ομοιωθούμε με τους αγγέλους. Οι άγγελοι μόνο δοξολογούν τον Θεό. Αυτή είναι η προσευχή τους, μόνο η δοξολογία. Είναι λεπτό πράγμα η δοξολογία – ξεφεύγει απ’ τα ανθρώπινα. Εμείς είμαστε άνθρωποι πολύ υλικοί και χαμερπείς, γι’ αυτό και προσευχόμαστε στον Θεό ιδιοτελώς. Τον παρακαλούμε να μας τακτοποιήσει τα θέματά μας, να πάνε καλά τα καταστήματά μας, οι υποθέσεις μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας. Προσευχόμαστε, όμως, ανθρώπινα και με ιδιοτέλεια.

Η δοξολογία είναι ανιδιοτελής προσευχή. Οι άγγελοι δεν προσεύχονται, για να κερδίσουν κάτι, είναι ανιδιοτελείς. Ο Θεός έδωσε και σ’ εμάς αυτή τη δυνατότητα, να είναι η προσευχή μας μία διαρκής δοξολογία, προσευχή αγγελική. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστικό. Όταν μπούμε σ’ αυτή την προσευχή, τότε θα δοξάζουμε τον Θεό συνεχώς, αφήνοντάς τα όλα σε Αυτόν, όπως εύχεται η Εκκλησία μας: 
«... πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».
Αυτά είναι τα «ανώτερα μαθηματικά » της θρησκείας μας!

Από το βιβλίο: «Βίος και Λόγοι» Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ιερά Μονή Χρυσοπηγῆς», Χανιά 2018, Περί προσευχής, σ.309

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

«Πῶς γαλουχεῖς τὸν Δεσπότην;…»

Ακατανόητον θαύμα…
Από το σώμα Σου παίρνει τροφή,
παίρνει μορφή,
γαλουχείται ο Σωτήρας,
ο Κτίστης όλων.
Πώς να εξηγηθεί το μυστήριο;…
2steps.gr_Icons_holy_virgin_lactans_saint_john_infant_museum_kanelopoulou_athens_attica_001
H Παναγία Γαλακτοτροφούσα και ο Άγιος Ιωάννης ως παιδί.
Τέλη 16ου αρχές 17ου αιώνα. Βρίσκεται στο μουσείο Κανελλοπούλου
  • “Ακατανόητον θαύμα, πώς γαλουχείς τον Δεσπότην;” η κατάληξη της Παρακλήσεως κατά τον Δεκαπενταύγουστο, ο τελευταίος στίχος στο “Απόστολοι εκ περάτων”.
  • δικός Της ήταν το Παιδί:  Εκείνη  γέννησε… Εκείνη και θηλάζει. Χωρίς τοκετό δεν υπάρχει γλακατοφορία. (Αδιάψευστη απόδειξη της μητρότητας της Θεοτόκου ο θηλασμός)

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

«Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής»

Η ψυχή του χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα. Να πετάει μες στ’ άπειρο, μες στ’ άστρα, μες στα μεγαλεία του Θεού, μες στη σιωπή.
Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής. Πρέπει νά πονάεις. Ν’ ἀγαπάεις καί νά πονάεις. Νά πονάεις γι’ αὐτόν πού ἀγαπάεις. Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιά τόν ἀγαπημένο. Ὅλη νύχτα τρέχει, ἀγρυπνεῖ, ματώνει τά πόδια, γιά νά συναντηθεῖ μέ τόν ἀγαπημένο. Κάνει θυσίες καί δέ λογαριάζει τίποτε, ούτε δυσκολίες, εξαιτίας της αγάπης. Η αγάπη προς το Χριστό είναι άλλο πράγμα, απείρως ανώτερο.

Και όταν λέμε αγάπη, δεν είναι οι αρετές που θ’ αποκτήσουμε αλλά η αγαπώσα καρδιά προς το Χριστό και τους άλλους. Το καθετί εκεί να το στρέφουμε. Βλέπουμε μια μητέρα να έχει το παιδάκι της στην αγκαλιά, να το φιλάει και να λαχταράει η ψυχούλα της; Βλέπουμε να λάμπει το πρόσωπό της, που κρατάει το αγγελούδι της; Όλ’ αυτά ο άνθρωπος του Θεού τα βλέπει, του κάνουν εντύπωση και με δίψα λέει: «Να είχα κι εγώ αυτή τη λαχτάρα στο Θεό μου, στο Χριστό μου, στην Παναγίτσα μου, στους αγίους μας!». Να, έτσι πρέπει ν’ αγαπήσουμε τον Χριστό, τον Θεό. Το επιθυμείς, το θέλεις και το αποκτάς με την χάρι του Θεού.

Εμείς, όμως, έχουμε φλόγα για το Χριστό; Τρέχουμε, όταν είμαστε κατάκοποι, να ξεκουρασθούμε στην προσευχή, στον Αγαπημένο ή το κάνουμε αγγάρια και λέμε: «Ω, τώρα έχω να κάνω προσευχή και κανόνα…»; Τι λείπει και νιώθουμε έτσι; Λείπει ο θείος έρως. Δεν έχει αξία να γίνεται μια τέτοια προσευχή. Ίσως μάλιστα κάνει και κακό.

Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής. Ἄν στραπατσαρισθεῖ ἡ ψυχή καί γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, διακόπτει ὁ Χριστός τίς σχέσεις, διότι ὁ Χριστός «χοντρές» ψυχές δέν θέλει κοντά Του. Η ψυχή πρέπει να συνέλθει πάλι, για να γίνει άξια του Χριστού, να μετανοήσει «έως εβδομηκοντάκις επτά». Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Όχι να λες, «πάνε τα χρόνια μου χαμένα, δεν είμαι άξιος» κ.λπ., αλλά μπορείς να λες, «θυμάμαι κι εγώ τις μέρες τις αργές, που δε ζούσα κοντά στο Θεό…». Και στη δική μου τη ζωή κάπου θα υπάρχουν άδειες μέρες. Ήμουνα δώδεκα χρονών, που έφυγα για το Άγιον Όρος. Δεν ήταν αυτά χρόνια; Μπορεί βέβαια να ήμουν μικρό παιδί, αλλά έζησα δώδεκα χρόνια μακράν του Θεού. Τόσα πολλά χρόνια!…

[Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2003, σελ. 238]