Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Θεϊκές Λέξεις | Divine Words

αγαθός:= ἄγαν + θέω, (δεν το διαπραγματεύεται, εκόντες άκοντες θέομεν άγαν επ' αυτώ)

ευθεία:= ευ + θέω

θέω:= (I)
θέω και επικ. τ. θείω και αιολ. τ. θεύω (Α)
1. (για πρόσ. και ζώα) τρέχω, προχωρώ γρήγορα
2. αγωνίζομαι, μάχομαι για κάτι
3. (για πτηνά) πετώ
4. (για πλοία) πλέω γρήγορα
4. (για πέτρα) κυλιέμαι, κινούμαι γρήγορα
5. (για τον κεραμεικό τροχό) γυρίζω γρήγορα
6. (για φλέβα) διακλαδίζομαι
7. περιβάλλω, περιτρέχω.
[ΕΤΥΜΟΛ. θέω < θέF-ω (πρβλ. μέλλ. θεύ-σομαι). Ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *dheu-«τρέχω, ρέω». Ο ενεργητικός τ. της αρχ. ινδ. dhāvati «τρέχει, ρέει» εμφανίζει μακρό φωνήεν θέματος. Πλήρη φωνητική αναλογία παρουσιάζει ο αντίστοιχος μέσος τ. της αρχ. ινδ. dhăvate, που διαφέρει όμως κατά τη διάθεση. Η βραχύτητα τού θεματικού φωνήεντος στη μέση φωνή της αρχ. ινδ. οδήγησε στην υπόθεση ότι ο δυσερμήνευτος τ. τής προστακτικής τής γλώσσας τού Ησυχίου θευ
δεύρο, τρέχε προήλθε ίσως από αμάρτυρο μέσο τ. *θεFεο. Αμφίβολη η σύνδεση τού ρ. με το αρχ. άνω γερμ. tou, το αρχ. σκανδ.-ισλ. dŏgg και το πρωτογερμ. *dau(w)a, που σημαίνουν «δρόσος». Δεν μαρτυρούνται παρ. από το θ. θεF-. Ο τ. θεύσις είναι μάλλον επινόημα τού Λατίνου Στωικού φιλοσόφου Κορνούτου στην προσπάθεια του να (παρ)ετυμολογήσει τη λ. θεός. Την ετεροιωμένη βαθμίδα θoF-εμφανίζει το παρ. επίθ. θοός «ταχύς» (< θoF-ός). Από την έκφραση (επί) βοήν θειν προήλθε η λ. βοη-θόος* «αυτός που προστρέχει στην κραυγή για βοήθεια», απ' όπου σχηματίστηκε το ρ. βοηθώ (βοη-θέω* < βοη-θοέω με υφαίρεση < βοη-θόος), το οποίο έδωσε υποχωρητικά το βοηθός*. Την ετεροιωμένη βαθμίδα τής ρίζας θoF-εμφανίζει και το βοήθεια (< *βοή-θοια με αναλογικό μεταπλασμό τού -ο- σε -ε- κατά το βοηθέω < βo[F]a-θo[F]-ıa. Τα σύνθ. αυτά είναι τα μόνα που απέμειναν από το ρ. θέω στη Νέα Ελληνική. Το ρ. εκτοπίστηκε από το τρέχω, αφού συνυπήρξαν επί μακρόν στην Αρχαία Ελληνική.
ΣΥΝΘ. αρχ. αναθέω, αποθέω, διαθέω, καταθέω, παραθέω].
————————
(II)
θέω (Α)
αποτελώ λευκή γραμμή, λάμπω, αστράφτω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Είναι αμφίβολο αν πρόκειται για όντως ανεξάρτητο ρ. ή για υστερογενή σχηματισμό από παρερμηνεία ενός παρ. τού λευκός. Συγκεκριμένα στον Ησίοδο (Ασπίς Ηρακλέους, 146) μαρτυρείται η μτχ. θεόντων στη φράση οδόντων λευκά θεόντων «δοντιών που έλαμπαν λευκά». Η ίδια μτχ. μαρτυρείται με την ίδια σημασία «λαμπερός, γυαλιστερός» στον μτγν. ποιητή Θεόκριτο (25, 158) στη φράση υλῄ χλωρᾴ. θεούσῃ καθώς και στην επιγραφική (I.G. 1046, 83) στη φράση ποίην... χλωρά θέουσαν. Υπάρχουν, επίσης, οι γλώσσες τού Ησυχίου θοόν·...λαμπρόν και θοώσαι·...λαμπρύναι. Παρ' όλο που οι ανωτέρω μαρτυρίες μπορούν να οδηγήσουν στο να θεωρηθεί ο τύπος αυτοτελής, δεν στερείται εντούτοις βάσεως και η αντίθετη άποψη, ότι δηλ. η παλαιότερα μαρτυρούμενη φράση τού Ησιόδου πρέπει να αναγνωσθεί οδόντων λευκαθεόντων, οπότε η μτχ. είναι μεταπλασμένος τ. για μετρικούς λόγους τού *λευκαθόντων, μτχ. τού *λευκάθω (αντί τού λευκαθίζω «έχω λαμπερό λευκό χρώμα» < λευκός, συγγενούς και τού κύριου ον. Λευκοθέα). Στην περίπτωση αυτή όλοι οι μτγν. τ. προέρχονται από εσφαλμένη θεώρηση τής εν λόγῳ μτχ. ως συνθέτου].

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2019

Πορφύριος: Να προσεύχεσθε όπως οι Άγγελοι

Να προσεύχεσθε για την κάθαρση κάθε ανθρώπου, για να μιμηθείτε τον αγγελικό τρόπο στη ζωή σας. Ναι, οι άγγελοι δεν προσεύχονται για τον εαυτό τους. Εγώ έτσι προσεύχομαι για τους ανθρώπους, για την Εκκλησία, για το Σώμα της Εκκλησίας. Την ώρα που προσεύχεσθε για την Εκκλησία, απαλλάσσεσθε κι από τα πάθη. Την ώρα που δοξολογείτε, απαλύνεται η ψυχούλα σας και αγιάζεται υπό της θείας χάριτος. Αυτή την τέχνη θέλω να μάθετε.
Ο Θεός θέλει να ομοιωθούμε με τους αγγέλους. Οι άγγελοι μόνο δοξολογούν τον Θεό. Αυτή είναι η προσευχή τους, μόνο η δοξολογία. Είναι λεπτό πράγμα η δοξολογία – ξεφεύγει απ’ τα ανθρώπινα. Εμείς είμαστε άνθρωποι πολύ υλικοί και χαμερπείς, γι’ αυτό και προσευχόμαστε στον Θεό ιδιοτελώς. Τον παρακαλούμε να μας τακτοποιήσει τα θέματά μας, να πάνε καλά τα καταστήματά μας, οι υποθέσεις μας, η υγεία μας, τα παιδιά μας. Προσευχόμαστε, όμως, ανθρώπινα και με ιδιοτέλεια.

Η δοξολογία είναι ανιδιοτελής προσευχή. Οι άγγελοι δεν προσεύχονται, για να κερδίσουν κάτι, είναι ανιδιοτελείς. Ο Θεός έδωσε και σ’ εμάς αυτή τη δυνατότητα, να είναι η προσευχή μας μία διαρκής δοξολογία, προσευχή αγγελική. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστικό. Όταν μπούμε σ’ αυτή την προσευχή, τότε θα δοξάζουμε τον Θεό συνεχώς, αφήνοντάς τα όλα σε Αυτόν, όπως εύχεται η Εκκλησία μας: 
«... πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».
Αυτά είναι τα «ανώτερα μαθηματικά » της θρησκείας μας!

Από το βιβλίο: «Βίος και Λόγοι» Ἁγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ιερά Μονή Χρυσοπηγῆς», Χανιά 2018, Περί προσευχής, σ.309

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

«Πῶς γαλουχεῖς τὸν Δεσπότην;…»

Ακατανόητον θαύμα…
Από το σώμα Σου παίρνει τροφή,
παίρνει μορφή,
γαλουχείται ο Σωτήρας,
ο Κτίστης όλων.
Πώς να εξηγηθεί το μυστήριο;…
2steps.gr_Icons_holy_virgin_lactans_saint_john_infant_museum_kanelopoulou_athens_attica_001
H Παναγία Γαλακτοτροφούσα και ο Άγιος Ιωάννης ως παιδί.
Τέλη 16ου αρχές 17ου αιώνα. Βρίσκεται στο μουσείο Κανελλοπούλου
  • “Ακατανόητον θαύμα, πώς γαλουχείς τον Δεσπότην;” η κατάληξη της Παρακλήσεως κατά τον Δεκαπενταύγουστο, ο τελευταίος στίχος στο “Απόστολοι εκ περάτων”.
  • δικός Της ήταν το Παιδί:  Εκείνη  γέννησε… Εκείνη και θηλάζει. Χωρίς τοκετό δεν υπάρχει γλακατοφορία. (Αδιάψευστη απόδειξη της μητρότητας της Θεοτόκου ο θηλασμός)

Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

«Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής»

Η ψυχή του χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα. Να πετάει μες στ’ άπειρο, μες στ’ άστρα, μες στα μεγαλεία του Θεού, μες στη σιωπή.
Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής. Πρέπει νά πονάεις. Ν’ ἀγαπάεις καί νά πονάεις. Νά πονάεις γι’ αὐτόν πού ἀγαπάεις. Ἡ ἀγάπη κάνει κόπο γιά τόν ἀγαπημένο. Ὅλη νύχτα τρέχει, ἀγρυπνεῖ, ματώνει τά πόδια, γιά νά συναντηθεῖ μέ τόν ἀγαπημένο. Κάνει θυσίες καί δέ λογαριάζει τίποτε, ούτε δυσκολίες, εξαιτίας της αγάπης. Η αγάπη προς το Χριστό είναι άλλο πράγμα, απείρως ανώτερο.

Και όταν λέμε αγάπη, δεν είναι οι αρετές που θ’ αποκτήσουμε αλλά η αγαπώσα καρδιά προς το Χριστό και τους άλλους. Το καθετί εκεί να το στρέφουμε. Βλέπουμε μια μητέρα να έχει το παιδάκι της στην αγκαλιά, να το φιλάει και να λαχταράει η ψυχούλα της; Βλέπουμε να λάμπει το πρόσωπό της, που κρατάει το αγγελούδι της; Όλ’ αυτά ο άνθρωπος του Θεού τα βλέπει, του κάνουν εντύπωση και με δίψα λέει: «Να είχα κι εγώ αυτή τη λαχτάρα στο Θεό μου, στο Χριστό μου, στην Παναγίτσα μου, στους αγίους μας!». Να, έτσι πρέπει ν’ αγαπήσουμε τον Χριστό, τον Θεό. Το επιθυμείς, το θέλεις και το αποκτάς με την χάρι του Θεού.

Εμείς, όμως, έχουμε φλόγα για το Χριστό; Τρέχουμε, όταν είμαστε κατάκοποι, να ξεκουρασθούμε στην προσευχή, στον Αγαπημένο ή το κάνουμε αγγάρια και λέμε: «Ω, τώρα έχω να κάνω προσευχή και κανόνα…»; Τι λείπει και νιώθουμε έτσι; Λείπει ο θείος έρως. Δεν έχει αξία να γίνεται μια τέτοια προσευχή. Ίσως μάλιστα κάνει και κακό.

Ὅποιος θέλει νά γίνει χριστιανός, πρέπει πρῶτα νά γίνει ποιητής. Ἄν στραπατσαρισθεῖ ἡ ψυχή καί γίνει ἀνάξια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, διακόπτει ὁ Χριστός τίς σχέσεις, διότι ὁ Χριστός «χοντρές» ψυχές δέν θέλει κοντά Του. Η ψυχή πρέπει να συνέλθει πάλι, για να γίνει άξια του Χριστού, να μετανοήσει «έως εβδομηκοντάκις επτά». Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Όχι να λες, «πάνε τα χρόνια μου χαμένα, δεν είμαι άξιος» κ.λπ., αλλά μπορείς να λες, «θυμάμαι κι εγώ τις μέρες τις αργές, που δε ζούσα κοντά στο Θεό…». Και στη δική μου τη ζωή κάπου θα υπάρχουν άδειες μέρες. Ήμουνα δώδεκα χρονών, που έφυγα για το Άγιον Όρος. Δεν ήταν αυτά χρόνια; Μπορεί βέβαια να ήμουν μικρό παιδί, αλλά έζησα δώδεκα χρόνια μακράν του Θεού. Τόσα πολλά χρόνια!…

[Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2003, σελ. 238]

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

Κινηματογραφική ταινία γιὰ τὸν Ἅγιο Λουκᾶ τὸν Ἰατρὸ

Ταινία ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ ἐπισκόπου Συμφερουπόλεως από την Οὐκρανία. Ἀνάλογης ποιότητας μὲ τὴν συγκλονιστικὴ ρώσικη ταινία «Τὸ Νησί», ἡ ὁποία ἀπέσπασε πολλὰ κινημοταγραφικὰ βραβεῖα, ἡ καινούρια ταινία ἀφιερωμένη στὸν βίο τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ καταγομένου ἀπὸ τὸ Κέρτς τῆς χερσονήσου τῆς Κριμαίας.
Στὴν οὐσία πρόκειται γιὰ μία κινημοτογραφικὴ βιογραφία τοῦ ἐπισκόπου ποὺ ἔζησε μέσα σὲ ἕνα καθεστὼς ἐχθρικὸ πρὸς τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴν ἐλευθερία καὶ ἀντιστάθηκε ἀπέναντι στὸ κομμουνιστικὸ κόμμα, τοὺς καταδότες, τὴν ἀστυνομία, ἀκόμα καὶ τὸν ἴδιο τὸν Στάλιν μὲ ἀποτέλεσμα τὴν δίωξη, φυλάκιση καὶ ἐξορία του. Ἔζησε καὶ πάλεψε σὰν οἰκογενειάρχης, ἰατρὸς καὶ ἀργότερα ἀρχιερέας, δύο παγκοσμίους πολέμους καὶ δεκάδες κινήματα καὶ ἐπαναστάσεις.

Ἡ ταινία ξεκινᾶ τὴν ἀφήγηση ἀπὸ τὸ 1917, ὅταν ὁ νεαρὸς ἰατρὸς Βάλεντιν Γιασενέτσκι (τὸ κατὰ κόσμον ὄνομα τοῦ Ἁγίου) μαζὶ μὲ τὴν γυναίκα καὶ τὰ τέσσερα παιδιὰ τους μετακομίζουν στὴν Τασκένδη λόγω τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ἐκεῖ ἔγινε ἀρχίατρος στὸ τοπικὸ νοσοκομεῖο χειρουργώντας ἀδιάκοπα ἑκατοντάδες ἀσθενεῖς ποὺ ἔφθαναν στὸ νοσοκομεῖο τραυματισμένοι ἀπὸ τὸν πόλεμο. Σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν χάνει τὴν σύζυγό του ἀπὸ φυματίωση. Τὸ 1921 χειροτονεῖται ἱερέας καὶ ἀργότερα (1923) ἐπίσκοπος Τασκένδης. 
Ἀπὸ τότε συνδύαζε τὰ ποιμαντικὰ καὶ ἐπαγγελματικά του καθήκοντα καθὼς παρέμεινε ἀρχίατρος τοῦ νοσοκομείου τῆς Τασκένδης ἐνῶ ταυτοχρόνως παρέδιδε μαθήματα στὴν Ἰατρικὴ σχολὴ πάντα φορώντας τὸ ράσο καὶ τὸν Σταυρό του! Γιατρεύοντας λοιπὸν τὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματα τοῦ ρωσικοῦ λαοῦ πέρασε τὸ ὑπόλοιπό τῆς ζωῆς του διωκόμενος ἀσταμάτητα γιὰ τὴν ἀκλόνητη πίστη του μὲ ἀποτέλεσμα τὸν κλονισμὸ τῆς ὑγείας του καὶ τὸν θάνατό του τὸ 1961.

Δεῖτε ὁλόκληρη τὴν ταινία τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ εδώ:
Θεραπεύοντας τον φόβο'' Άγιος Λουκάς ο Ιατρός Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως - Κριμαίας (Ο βίος του) Παραγωγή 2013. 

Η απόδοση των διαλόγων στα Ελληνικά, ο υποτιτλισμός και η επεξεργασία έγιναν από εθελοντές της ενορίας Άγιος Παντελεήμων Χαλέπας Χανίων. Άγιος Παντελεήμων Χαλέπας Χανίων. 

Πηγή αναδημοσίευσης: IERA ZONI

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019

... εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου ...

Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἐπιφανίου (310-403 μ.Χ.) ἐπισκόπου Κύπρου λόγος εἰς τὴν θεόσωμον ταφὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ εἰς τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας κλπ.
∆ός μοι νεκρὸν πρὸς ταφήν· τὸ σῶμα ἐκείνου τοῦ παρὰ σοῦ κατακριθέντος Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρινοῦ, Ἰησοῦ τοῦ πτωχοῦ, Ἰησοῦ τοῦ ἀοίκου, Ἰησοῦ τοῦ κρεμαμένου, τοῦ γυμνοῦ, τοῦ εὐτελοῦς, Ἰησοῦ τοῦ τέκτονος υἱοῦ, Ἰησοῦ τοῦ δεσμίου, τοῦ αἰθρίου, τοῦ ξένου, καὶ ἐπὶ ξενίᾳ ἀγνωρίστου, τοῦ εὐκαταφρονήτου, καὶ ἐπὶ πᾶσι κρεμαμένου. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον· τί γάρ σε ὠφελεῖ τὸ σῶμα τούτου τοῦ ξένου; ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον· ἐκ μακρᾶς γὰρ ἦλθεν ὧδε τῆς χώρας, ἵνα σώσῃ τὸν ξένον· κατῆλθε γὰρ εἰς τὴν σκοτεινὴν ἀνενέγκαι τὸν ξένον. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον· αὐτὸς γὰρ καὶ μόνος ὑπάρχει ξένος. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὴν χώραν ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὸν πατέρα ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, οὗτινος τὸν τόπον καὶ τὸν τόκον, καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ξένην ζωὴν καὶ βίον ζήσαντα ἐπὶ ξένα. ∆ός μοι τοῦτον τὸν Ναζωραῖον ξένον [οὗ τὸν τόκον καὶ τὸν τρόπον ἀγνοοῦμεν οἱ ξένοι. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ἑκούσιον ξένον], τὸν μὴ ἔχοντα ὧδε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ὡς ξένον ἐπὶ ξένης ἄοικον, ἐπὶ φάτνης τεχθέντα. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐξ αὐτῆς τῆς φάτνης ὡς ξένον ἐξ Ἡρώδου φυγόντα. ∆ός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐξ αὐτῶν τῶν σπαργάνων ἐν Αἰγύπτῳ ξενωθέντα, οὐ πόλιν ἔχοντα, οὐ κώμην, οὐκ οἶκον, οὐ μονὴν, οὐ συγγενῆ· ἐπ' ἀλλοδαπῆς δὲ χώρας τυγχάνει οὗτος ὁ ξένος. ∆ός μοι, ὦ ἡγεμὼν, τοῦτον τὸν ἐπὶ ξύλου γυμνόν· σκεπάσω τὸν τῆς ἐμῆς φύσεως σκεπάσαντα γύμνωσιν. ∆ός μοι τοῦτον τὸν νεκρὸν ὁμοῦ καὶ Θεόν· σκεπάσω τὸν τὰς ἐμὰς ἀνομίας καλύψαντα. ∆ός μοι, ὦ ἡγεμὼν, νεκρὸν, τὸν ἐπὶ Ἰορδάνου τὴν ἐμὴν ἁμαρτίαν ἐνθάψαντα. Ὑπὲρ νεκροῦ παρακαλῶ ὑπὸ πάντων ἀδικηθέντος, ὑπὸ φίλου πραθέντος, ὑπὸ μαθητοῦ προδοθέντος, ὑπὸ ἀδελφῶν διωχθέντος, καὶ ὑπὸ δούλου ῥαπισθέντος. Ὑπὲρ νεκροῦ πρεσβεύω, τοῦ ὑπὸ τῶν ὑπ' αὐτοῦ ἐκ δουλείας ἐλευθερωθέντων κατακριθέντος, τοῦ ὑπ' αὐτοῦ ὄξος ποτισθέντος, τοῦ ὑπὸ τῶν ἰαθέντων ὑπ' αὐτοῦ τραυματισθέντος, τοῦ ὑπὸ τῶν μαθητῶν καταλειφθέντος, καὶ αὐτῆς τῆς μητρὸς ἀποστερηθέντος. Ὑπὲρ νεκροῦ, ὦ ἡγεμὼν, δυσωπῶ, τοῦ ἐπὶ ξύλου κρεμαμένου ἀοίκου.

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019

Ο Σταυρωθείς και Αναστάς Κύριος, η Μόνη Αλήθεια

Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη

Καθώς ο Κύριος πορεύε­ται στο εκούσιο Πάθος για μας και για την σωτηρία μας, οδηγείται και ενώπιον του Πιλάτου για ανάκρισι και τελική έγκρισι της θανατικής ποινής, που του επέβαλε το Συνέδριο των Ιουδαίων.
Ο Πιλάτος, άνθρωπος με φιλοσοφικές αναζητή­σεις, όταν άκουσε από τον Κύριο ότι η βασιλεία Του δεν είναι εκ του κόσμου τούτου και ότι ήλθε να μαρτυρήση «τη αληθεία», δη­λαδή να φανερώση την αλήθεια, ερώτησε: «Τι εστίν αλήθεια» (Ιωάν. ιη’ 38). 
Δεν περίμενε την απάντησι, προφανώς, γιατί ήξερε ότι κανένας φιλόσο­φος δεν μπόρεσε να δώση ικανοποιητική απάντησι. Πολλώ μάλλον δεν περίμε­νε την απάντησι από ένα υπόδουλο στους Ρωμαίους Εβραίο, που οι συμπατριώται του τον έκριναν ένοχο θανάτου. Αλλά και ο Ιησούς παρότι πολλές φο­ρές ωμίλησε για την απο­στολή Του να φέρη στον κόσμο την Αλήθεια, δεν απήντησε στον Πιλάτο.
Ο Πιλάτος δεν έλαβε απά­ντησι, γιατί δεν ερώτησε σωστά. 
Εάν ερωτούσε όχι «τι εστίν αλήθεια» αλλά «τίς εστίν Αλήθεια», θα ελάμβανε την απάντησι: «Εγώ ειμί η Αλήθεια» (Ιω­άν. ιδ΄ 6).

Γράφει ο π. Σωφρόνιος του Έσσεξ: 
«Η επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν στον εαυτό τους το ερώτη­μα «τί εστίν αλήθεια», ενώ η γνήσια χριστιανική συνείδηση αποτείνεται προς την αλήθεια ρωτώντας «τίς». 
Οι εκπρόσωποι της επιστή­μης και της φιλοσοφίας συ­χνά θεωρούν τους χριστια­νούς ονειροπόλους χωρίς βάθος, ενώ για τον εαυτό τους έχουν τη γνώμη πως πατούν σε στέρεη βάση και γι’ αυτό αυτοαποκαλούνται «θετικιστές». 
Κατά παρά­δοξο τρόπο δεν αντιλαμ­βάνονται τον αφηρημένο χαρακτήρα που έχει το «τί» τους. Δεν καταλαβαί­νουν πως η Αλήθεια, η συ­γκεκριμένη, η απόλυτη, μπορεί να είναι μόνο «τίς» και σε καμμία περίπτωση «τί». 
Γιατί η Αλήθεια δεν είναι ένας θεωρητικός τύ­πος ή μία αφηρημένη ιδέα, αλλά η Αυτοζωή, το «Εγώ ειμι» 
(Ιωάν. η΄ 58), («Αγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», σελ. 119).

Πράγματι, ο Κύριος δεν ενηνθρώπησε για να εισηγηθή μία νέα φιλοσοφική πρότασι για την αλήθεια ή έστω και μία νέα ηθική συ­μπεριφορά ή μία νέα μετα­ξύ άλλων θρησκεία, αλλά για να φέρη στον κόσμο σαρκωμένη την Αλήθεια, τον εαυτό Του. 
Εκτοτε για τους Χριστιανούς η Αλή­θεια είναι ο Χριστός. Κατά τον Αγιο Ιωάννη τον Θεο­λόγο και Ευαγγελιστή: «ο νόμος δια Μωϋσέως εδό­θη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιωάν. α΄ 17). Και επειδή ο Χριστός είναι η Αλήθεια, ελευθερώ­νει από την πλάνη και άγνοια και σώζει τον άνθρωπο: «γνώσεσθε την Αλήθειαν, και η Αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. η΄ 32). Υπάρχουν πολλές απόψεις για την αλήθεια, αλλά ένας μόνος είναι η Αλήθεια.

Αυτόν τον Χριστό – Αλή­θεια προεφήτευσαν οι Προφήται, εκήρυξαν οι Απόστολοι, ωμολόγησαν οι Μάρτυρες, εδογμάτισαν οι Πατέρες. Αυτός ο Χριστός είναι «φως εκ φωτός, Θεός αλη­θινός εκ Θεού αληθινού, ομοούσιος με τον Πατέ­ρα». Αυτός ο Χριστός ένωσε, τελικά και αδιάσπαστα, την θεία φύση με την ανθρώπι­νη φύσι στην υπόστασί Του, στο ένα πρόσωπό Του, στο πρόσωπο του Λό­γου.
Αυτός ο Χριστός είναι η Αλήθεια, γιατί με τον θάνα­τό Του νικά τον θάνατό μας και με την Ανάστασί Του μας χαρίζει την αιώνιο ζωή.

Αυτήν την Χριστοαλήθεια δεν μπορούμε να την συμβιβάσουμε με τις «αλήθειες» των άλλων θρη­σκειών και άλλων πίστεων. 
Ο Χριστός είναι όλη η Αλήθεια. Δεν είναι η μισή Αλήθεια, που πρέπει να συμπληρωθή από άλλες αλήθειες.
Έχοντας αυτήν την πίστι και ο μεγάλος Ντοστογιέφσκη έγραψε: «Πιστεύω ότι ο Χριστός είναι η Αλή­θεια, αλλά εάν με πείση κα­νείς ότι ο Χριστός δεν είναι αλήθεια, εγώ θα προ­τιμούσα να είμαι με τον Χριστό παρά με την αλή­θεια». 
Ο Ντοστογιέφσκη και όλοι οι άλλοι πιστοί Χρι­στιανοί πράγματι προτι­μούμε, πιστεύουμε στην προσωποποιημένη και σαρ­κωμένη Αλήθεια και όχι σε κάποιες απρόσωπες αλή­θειες, ιδέες. 

Στην Ρωσία, στα χρόνια του μαχητικού αθεϊσμού, κάποιος κομματικός παράγων προσπάθησε με μία «επιστημονική» ομιλία του να πείση το ακροατήριό του ότι η Ανάστασις του Χριστού είναι μύθος. Ενό­μισε ότι όλοι επείσθησαν. Όταν ερώτησε, εάν κάποι­ος έχη να ειπή κάτι, εζήτησε τον λόγο ένας ευσεβής Ρώσος, ο οποίος είπε δύο λέξεις μόνον: «Χριστός Ανέστη». Όλο το ακροα­τήριο εβροντοφώνησε: «Αληθώς Ανέστη». Η σαρ­κωμένη Αλήθεια, ο Χρι­στός, ενίκησε τις «αλήθει­ες» του κόσμου τούτου.
Οι σταυρωταί του Κυρίου προσπάθησαν να κρύψουν το γεγονός της Αναστάσε­ως και να συκοφαντήσουν τους μαθητάς ότι έκλεψαν τον Κύριο από τον Τάφο. Δεν μας είπαν όμως πώς αυτοί, οι κατ’ αυτούς απα­τεώνες μαθηταί, εκήρυξαν τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Κύριο σε όλο τον κόσμο και πώς για την αγάπη Του υπέστησαν διωγμούς, βασανιστήρια και φρικτούς θανάτους.
Η ιστορία επαναλαμβά­νεται. Σύγχρονοι σταυρω­ταί του Κυρίου συκοφα­ντούν τον Αναστάντα Κύ­ριο. Προσπαθούν να τον γελοιοποιήσουν, χρησιμο­ποιώντας τον τύπο, τα ρα­διόφωνα, τις τηλεοράσεις, το διαδίκτυο. 
Κυκλοφο­ρούν Dvd-video με βλάσφη­μες, ψευδείς και αναπόδεικτες κατηγορίες κατά του Κυρίου, που δια μεγάλων καθημερινών εφημερίδων και περιοδικών μπαίνουν σε κάθε σπίτι, ώστε μικροί και μεγάλοι να κλονίζωνται στην πίστι τους, αφού δεν υπάρχει και η δυνατότης να ακούσουν και την άλλη άποψι. Αυτόν τον στόχο εξυπηρετεί και η νεοποχίτικη πανθρησκειακή κίνησι του συγκρητιστικού Οικου­μενισμού, που προσπαθεί να εξισώση τον Θεάνθρω­πο Κύριο και την Αγία μας Ορθόδοξο πίστι με τις άλλες θρησκείες και άλλες ομολογίες.

Φοβεροί εχθροί της Εκκλησίας υπήρξαν οι αιρέσεις. Φοβερώτερος όλων είναι ο Συγκρητισμός, δηλαδή η ανάμιξις και σχετικοποίησις κάθε πί­στεως. Υποβαθμίζει, μειώ­νει, υποσκάπτει όχι κάποιο από τα δόγματα αλλά όλα τα δόγματα, δηλαδή όλη την Αλήθεια, τον Θεάν­θρωπο Κύριο, για να ανοίξη τον δρόμο στην Πανθρησκεία της Νέας Εποχής, με την πίεση των ισχυρών της γης.

Η απάντησίς μας σ’ αυτόν τον γενικευμένο πό­λεμο κατά της Αληθείας -Χριστού θα πρέπη να είναι η με παρρησία ομολογία μας ότι μόνος ο Χριστός είναι η μόνη Αλήθεια και γι’ αυτό ο Σωτήρ του κόσμου, και μόνον η Αγία Ορθόδο­ξος Εκκλησία είναι η αληθι­νή, αποστολική, ακαινοτόμητη συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής Εκκλη­σίας των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέ­ρων.
Ομολογούμε την πίστι μας, έστω και εάν γι’ αυτήν την ομολογία υφιστάμεθα ή θα υποστούμε στο μέλλον εντονώτερο κοινωνικό αποκλεισμό. Καιρός μαρτυρίας και μαρτυρίου για την ομολο­γία του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού, της Αυτοαληθείας και σωτη­ρίας μας.

Χριστός Ανέστη!
Αληθώς Ανέστη!