Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Olivier Clément: Ο άλλος ήλιος - "l autre soleil"
Η λησμονιά του θανάτου

Olivier-Maurice Clément: Μια ορθόδοξη φωνή στη σύγχρονη δύση

Η μαθητεία στην πολιτική και στον πολιτισμό μού ξανάνοιγαν τον δρόμο για το θεμελιακό. Ξανά πάλι η αγωνία. Ξανά πάλι η κατάπληξη. Και τώρα η πορεία για τη συνάντηση των προσώπων.
Μπροστά στον θάνατο, μπροστά σ’ αυτή την αγωνία, σ’ αυτή την απομόνωση, σ’ αυτό τον πνευματικό θάνατο, που το βιολογικό τέρμα δεν είναι παρά ένα σημάδι του, ο άνθρωπος είναι σήμερα γυμνός. Τόσο γυμνός, όσο δεν ήταν ποτέ άλλοτε. 
Ο πολιτισμός μας είναι ο πρώτος, φαίνεται, σ’ όλη την ιστορία, που πασχίζει ν’ αγνοήσει τον θάνατο και, μ’ αυτό, ίσως, ξεσκεπάζει την ουσία… 
Οι επικήδειες τελετές έχουν μικρύνει υπερβολικά ή και χάνονται. 
Δεν ξέρουν πια τι να πουν και τι να κάνουν. 

Όταν ήμουνα παιδί, μέσα σ’ ένα κύκλο στερημένο από καιρό από κάθε χριστιανική αναφορά, δεν άφηναν κανένα να πεθάνει στο νοσοκομείο. 
Όταν δεν απόμενε πια ελπίδα, έφερναν τον άρρωστο στο σπίτι και τότε τον τύλιγαν σε περισσότερη στοργή. 
Ξαγρυπνούσαν όχι μονάχα εκείνους, που πέθαιναν, αλλά και τους πεθαμένους. Αγρυπνία, σχεδόν ανυπόφορη, μπροστά στο μηδέν. 
Δεν προσεύχονταν – σε ποιόν να προσευχηθούν και με ποια λόγια; 
Δε διάβαζαν τους Ψαλμούς και τα Ευαγγέλια. 
Δεν είχαν ούτε τη χοντροκομμένη ανανέωση του νεκρόδειπνου, που σε μερικές χριστιανικές χώρες αναπτύχτηκε σε «αγάπη». 
Δεν ήταν πια σε χριστιανικές χώρες. 
Όλα είχαν ξεχαστεί. Ο ζωντανός Θεός, η ψυχή, η ανάσταση. 
Αλλά δεν ήταν κι ο παγανισμός, που σ’ αυτόν πεθαίνουν με το «απρόσωπο» του φυτού ή σβήνουν γαλήνια μέσα στο άπειρο: ξαναγίνονται σπόροι, περνούν στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, ίσαμε την καινούργια σπορά… 
Όχι. Απ’ τη βιβλική Αποκάλυψη κρατούσαν τη βεβαιότητα, πως αυτός ο πεθαμένος είναι ένα μοναδικό άτομο και πως η ζωή του υπήρξε η μοναδική του ζωή. 
Αυτές οι αγρυπνίες ήταν σκέτες αγωνίες. Πήγαιναν στην κουζίνα, να πιουν λίγο καφέ. Ύστερα ξαναγύριζαν να καθήσουν κοντά στο πτώμα. Με σιωπή. Πάντοτε αυτή η σιωπή. 
Είναι αλήθεια, πως καταπιάνονταν με υπερβολική λεπτομέρεια μ’ όλα εκείνα τα πράγματα, που πλαισιώνουν τον θάνατο. Τα αγγελτήρια της κηδείας, την ταφή, τον οικογενειακό τάφο. Κι αυτά, αν δεν χρειαζόταν να μαζέψουν τη σκόνη των προηγούμενων νεκρών, για να κάνουν χώρο… 
Νεκροταφεία δίχως σταυρό – όμως, για τους πιο πολλούς, ο σταυρός δεν σημαίνει νίκη πάνω στον θάνατο, αλλά απλώς και μόνο ένα νεκροταφείο… και σαν καλοί ορθολογιστές προσπαθούν ν’ αποφύγουν αυτή την ταυτολογία. 
Νεκροταφεία δίχως σταυρό. Βαρειές πλάκες, καλοχτισμένες, των λατινικών νεκροταφείων. Οικογενειακή υπερηφάνεια. Προνόμια για την «αιωνιότητα». Κι αυτή η μανία της καθαριότητας του ρασιοναλισμού, που θα ξερίζωνε και το μικρότερο βλασταράκι και που, για χάρη της, η δημοτική αρχή, στο χωριό, εξαφάνισε πεύκα και κυπαρίσσια. Πράγμα, που δεν εμποδίζει το έδαφος, πολύ απαλό σ’ αυτές τις κάτω χώρες, να κατακάθεται σιγά-σιγά και τις πέτρες να ναυαγούν στην απεραντοσύνη της πεδιάδας. Αναποδογυρίζουν, σα στην τελική κρίση, γοτθικά τύμπανα. 
Η κόρη μου σιγοτραγουδάει το μέρα οργής. Της το μαθαίνουν στο κολλέγιο, στην ιστορία της μουσικής.

Τώρα, σε όμοια περιβάλλοντα, αφήνουν τους ανθρώπους, που πεθαίνουν, να φεύγουν μόνοι. Κι όταν είναι στο νοσοκομείο και τους αφήνουν εκεί κι όταν βρίσκονται στο σπίτι, πηγαίνουν να κοιμηθούν. Επειδή τα έχουν κάνει όλα. Επειδή δε μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο. Αφήνουν στο δωμάτιο ολομόναχο τον νεκρό, περιμένοντας να τον σηκώσουν όσο το δυνατό γρηγορότερα. 

Δε γνωρίζουν πια εκείνο, που όλοι οι άνθρωποι, παντού, ήξεραν, οποιαδήποτε κι αν ήταν η αντίληψή τους για τον θάνατο. 
Ότι κανένας, στην πραγματικότητα, δεν πεθαίνει μόνος του. Ότι η αγάπη κι η προσευχή των ζωντανών ευκολύνουν την έσχατη έξοδο. 

Το φτιασιδωμένο πτώμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα εγκαταλειμμένα νεκροταφεία, στη Σοβιετική Ένωση, όλα μαρτυρούν την ίδια κατάσταση πραγμάτων. 
Στη Γαλλία, οι άνθρωποι της γενιάς μου είδαν να θεσπίζεται και να γίνεται υπερτροφική η πέρα για πέρα κοσμική «γιορτή των νεκρών». Θυσιάζουν στους νεκρούς μια μέρα τον χρόνο, όπως ο Πολυκράτης έρριχνε το δαχτυλίδι του στη θάλασσα, για ν’ αποτρέψει τη μοίρα του. 
Λατρεία δίχως ελπίδα: η «μέρα των νεκρών» έχει καταποντίσει τη μέρα των «αγίων Πάντων». Ένα δαχτυλίδι στη θάλασσα, χρυσάνθεμα στον θάνατο. Εγώ, συνεχίζω να βασιλεύω.
Για να λησμονήσουν, εμπιστεύονται τη θεμελιακή λαχτάρα του ανθρώπου, τη δίψα του για την αιωνιότητα, στην κατανάλωση, στον ερωτισμό ή στην πολιτική. Εκθειάζουν τη ζωή, φωτογραφίζουν τη φιλενάδα τους γυμνή κι έγκυο, ρόδι με μοναδικό σπόρο. 
Αλλά το παιδί, που θα γεννηθεί, θα γεννηθεί για να πεθάνει. Κι αυτή η ζωή, δώθε απ’ τον θάνατο, είναι δαγκωμένη απ’ αυτόν. Γιατί ο φυσικός θάνατος ταυτόχρονα συμπυκνώνει – και μυστηριακά παρηγορεί – μια πνευματική κατάσταση, μια συγκεκριμένη κατάσταση της ύπαρξης: του χωρισμού και της αποτυχίας, της σκοτεινότητας και της υπνοβασίας. 
Η καρδιά είναι σκληρή και, μαζί, κομματιασμένη. 
Η διάνοια αντιστέκεται ή συγχέει. 
Εναλλάσσονται οι μύριες μαρμαρυγές της υπερηφάνειας και της απελπισίας.
Μπροστά στο στενό και βαθύ χαντάκι, το τσιμενταρισμένο, το τεχνικό, μέσα σ’ ένα μεγάλο παριζιάνικο νεκροταφείο, ο άνθρωπος ξεσπάει σε λυγμούς. Σα να μη τελειώνει το κατέβασμα του φερέτρου. 

Ύστερα από πέντε λεπτά αρχίζει την απασχόληση – η ταφή είναι κι αυτή μια απασχόληση – φλυαρεί, έχει ξεχάσει. Ο θάνατος είναι αυτή η μικρή ρωγμή, που γρήγορα κλείνει. 
Δεν υπάρχει πια τίποτα. Σαπίζουν όλα. 
Ο τρελλός του Νίτσε, αφού αποκρυπτογράφησε τον θάνατο του Θεού και το βασίλειο του μηδενός, καλεί σε ιερές τελετές. Θα είναι ανήκουστες, λέει. Είναι κι όλας, αν θυμηθούμε το πρώτο κομμάτι του εικοστού αιώνα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι, επίσης, ατέλειωτες γιορτές. Κάθε αντίληψη του κόσμου, που δεν περικλείει τον θάνατο, δε μπορεί νάναι, παρά θανατηφόρα χίμαιρα. Χύνεται στον θάνατο των άλλων, ή στην εμβατηριακή ενορχήστρωση της υπνοβασίας. 
Ο καθένας ζει, σα να μπορούσε, μόνος αυτός, να ξεφύγει απ’ το θάνατο.
Ποιος προετοιμάζεται για μια όσο το δυνατό μεγαλύτερη διαφάνεια των γηρατειών; […]

Μου αρέσει, στη χριστιανική Ανατολή – που ασχολείται λίγο με τα σχήματα – αυτός ο σεβασμός, αυτός ο θαυμασμός στον γέρο. 
Ο άνθρωπος, που είναι αφιερωμένος στην πνευματική πορεία, οποιαδήποτε κι αν είναι η ηλικία του, ονομάζεται «γέροντας». 
Κι εδώ, η ομορφιά δεν διαχωρίζεται απ’ τη σοφία και την αγάπη. Ανεβαίνει από μέσα απ’ την καρδιά. 
Προσέξτε τους μοναχούς του Άθω ή της Μολδαβίας, όταν η ηλικία τούς απαλλάσσει από μια επιφύλαξη, που συχνά μας φαίνεται επιτηδευμένη, αλλ’ όμως αποτελεί το κουκούλι της χρυσαλλίδας. 
Τα χείλη λεπτύνονται κι εσωτερικοποιούνται. 
Το μέτωπο διαστέλλεται και λάμπει. Η λευκότητα των μαλλιών και των γενιών δίνει μαρτυρία για μια μεταμόρφωση.
Τα μάτια ξαναβρίσκουν τη ζωηρή έκπληξη της παιδικής ηλικίας. Αλλά με κάποια ποιότητα θαμπάδας κι απάθειας, πέρα από κάθε πάθος κι από κάθε φόβο. 
Το χέρι, ακόμα κι η σάρκα του, γίνεται στεγνό, ελαφρό, καθαρό, όπως το χέρι ενός πολύ νέου παιδιού. […]

Χρειάστηκε να γνωρίσω τη χριστιανική Ανατολή (όμως, τώρα ξέρω πως η Δύση, προπάντων στα μοναστήρια της, έχει και τα ανατολικά μυστικά της) για να ξανασυναντήσω κείνη τη πίστη στη συναίσθηση της ανάστασης. 
Κι ακόμα, να συναντήσω φωτισμένους γέροντες, που και μόνο η απλή παρουσία τους βοηθάει να ζει κανείς, να πεθαίνει και να μεταμορφώνεται με τον θάνατο. […]

(από το βιβλίο «Ο άλλος ήλιος», εκδ. Σποράς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: “Αντίφωνο“)
από ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ
π Παντελεήμων Kρούσκος

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Το τώρα του Θεού: Η Εκστατική Έσχατη Ώρα!:
"Προφητείες", απειλές και σενάρια καταστροφής του κόσμου

Δεκάδες άνθρωποι, γνωστοί μου, τις τελευταίες δεκαετίες, πέθαναν περιμένοντας πολέμους, καταστροφές, επιδρομές, τη Δευτέρα Παρουσία, το τέλος του κόσμου, κάποιο χάραγμα το ’82, το ’99, το 2000, το 2012 και πάει λέγοντας.
Δεν χάρηκαν τη ζωή τους με τρόπο ουσιαστικό, δεν έζησαν την κάθε τους μέρα με απλότητα ενώπιον του Χριστού, παρά έτρεμαν και προσδοκούσαν φοβισμένα κι άρρωστα κάτι που τελικά δεν έγινε.


Μιλάμε για προφητείες, απειλές και σενάρια καταστροφής.
Από το 1983 τα θυμάμαι εγώ, τότε που ήμουν παιδί, στο γυμνάσιο.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που κράταγα τη λαμπάδα της Ανάστασης, κι αντί να χαρώ σαν παιδί την Ανάσταση και τη Ζωή, σκεφτόμουν φοβισμένος αυτό που είχε πρόσφατα προφητέψει ο τάδε γνωστός ή άγνωστος κι αόρατος αγιορείτης, ή άλλος πνευματικός άνθρωπος, ή το ημερολόγιο των Μάγια, των Ίνκας, του Νοστράδαμου και άλλων παρόμοιων, ότι 
"μετά το Πάσχα, ετοιμαστείτε, θα γίνει πόλεμος", 
"θα συγκρουστούμε με πλανήτες, κομήτες και άλλα πετούμενα"!
Οράματα, θαύματα, αποκαλύψεις, αγγελοφάνειες κλπ, ήταν το φόντο όλων αυτών των καταστάσεων, που έρχονταν να τις κάνουν πιο ισχυρές, και να δώσουν κύρος αδιαμφισβήτητο.
Άντε να τολμήσεις να πεις ότι όλα αυτά δεν στέκουν ή είναι πλάνη ή είναι γέννημα αρρωστημένων μυαλών! Θα σε θεωρούσαν αυτόματα αιρετικό και πλανεμένο.
Και εννοείται ότι, κανείς απ’ αυτούς που τρομοκράτησαν τόσο και τόσο κόσμο με απειλές και υποσχέσεις προφητικές, δεν ζήτησε μετά την πανηγυρική του διάψευση δημοσίως συγγνώμη.
Κανείς απ’ αυτούς τους ανθρώπους που έλεγαν 
"αυτό είναι το τελευταίο μας ειρηνικό Πάσχα", 
"έρχεται πόλεμος", 
"μαζέψτε κονσέρβες", 
"αγοράστε κανα οικοπεδάκι να έχετε καμία κοτούλα" κλπ κλπ άπειρα, δεν κρίθηκε, δεν απολογήθηκε, δεν υπέστη συνέπειες.
Κανείς!!!

Γιατί όλα αυτά;
Διότι ο άνθρωπος αρέσκεται στις ελπίδες της επιφάνειας, που δεν αγγίζουν τις βαθιές χορδές και πτυχές της ψυχής του.
Θέλει σώνει και καλά στην εποχή του να γίνουν μεγάλα και τρομερά πράγματα, και μαζί με το δικό του βιολογικό τέλος να σημάνει και το τέλος του σύμπαντος.

"Πεθαίνω εγώ, πεθαίνει ο κόσμος όλος".
Αυτό που κυκλοφορεί υποσυνείδητα στα έγκατα του ψυχισμού μου είναι αυτή η έννοια: "Ο κόσμος υπάρχει όσο υπάρχω εγώ".
Δεν μπορεί να χωνέψει ότι 

"ναι, κι εγώ θα πεθάνω, όπως τόσοι και τόσοι πέθαναν και πεθαίνουν, και η ζωή θα συνεχιστεί κανονικά, και θα υπάρχει μέλλον και συνέχεια για πολλές γενιές ακόμα. Χωρίς εμένα!! Το δέχομαι ταπεινά, μπαίνω στην ουρά, χαίρομαι τη ζωή μου όσο πάει ακόμα, και μετά θα παραδοθώ κι εγώ όπως οι πρόγονοί μου. Στη γη σωματικά, και στο Θεό ψυχικά".
Μια φορά, γύρω στο 2000, κάποιος πολύ θερμόαιμος με όλα αυτά τα θέματα με είχε τρομοκρατήσει πάλι, για το επερχόμενο τέλος, για καταστροφές και για το χάραγμα, και για κάθε λογής συμφορά.
Όμως ο ίδιος εκείνο ακριβώς τον καιρό, παραδόξως, έχτιζε σπίτι αρκετών εκατομμυρίων!!
Τη μισή μέρα την πέρναγε στα τηλέφωνα μιλώντας για απειλές πολέμων και παρόμοια σενάρια τρόμου, και την άλλη μισή μέρα έψαχνε μάρμαρα Πεντέλης για το μπάνιο, και φανταχτερούς πολυέλεους για το σαλόνι. 
Εκεί άρχισα κάπου να ψιλιάζομαι ότι κάτι δεν πάει καλά σε όλη αυτή την ιστορία, την αντιφατικότητα και σχιζοφρένεια που κρύβεται πίσω απ’ αυτές τις "αγωνίες".

Συμπέρασμα δικό μου, μα όχι υποχρεωτικά και δικό σου:
Ας χαρούμε την κάθε μέρα.
✙ Ας είμαστε έτοιμοι να φύγουμε, αν θέλει ο Θεός την κάθε μέρα.
Ακόμα και σήμερα.
✙ Με ευγνωμοσύνη για το τώρα, απολαμβάνοντας τον άρτον ημών τον επιούσιον.
✙ Προσευχή, εκκλησιαστική ζωή εσωτερικής καλλιέργειας και οχι διασπαστικής εξωστρέφειας.
✙ Ταπείνωση, αγάπη, ένωση με το Χριστό δια των Μυστηρίων Του.

Νομίζω αυτά τα κλειδιά μάς άφησε ο Χριστός.

Και είναι αρκετά.
Κι όταν γίνει ό,τι γίνει, (δεν λέμε ότι δεν θα γίνει ό,τι είπε ο Χριστός), όποια κι αν είναι αυτή η στιγμή, θα κάνω ό,τι καλύτερο και φωτισμένο μπορώ, ζώντας μέσα στην κοινωνία και την Εκκλησία του Χριστού.
Για μένα, και για όσους αγαπώ.

π. Ανδρέας Κονάνος
ekklisiaonline

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

«Σήμερα, θέλω να κάνω αυτή την προσευχή...

... και να λέω μέσα μου διαρκώς
αυτά τα λόγια:

Στηρίζομαι στην αγάπη του Θεού.
Στηρίζομαι στην αγάπη του Θεού.

Κάθε μια λέξη θέλω να την καταλάβω.
Στηρίζομαι στην αγάπη του Θεού.
Σ’ αυτή την αγάπη εμπιστεύομαι τον εαυτό μου
και όλα τα θέματά μου.

Προσωπικά, οικογενειακά,
συναισθηματικά,
υγείας, οικονομικά, τα πάντα.

Σ΄αυτή την αγάπη αφήνω κι όσους αγαπώ,
και ηρεμώ.
Συγγενείς, φίλους, παιδιά,
σκυλιά, γατιά, όλους.

Μέσα στην αγκαλιά του Θεού
ακουμπώ το παρόν και το μέλλον μου.
Πιστεύω στη δύναμή Σου, Θεέ μου.
Πιστεύω στη σοφία Σου.

Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη της καρδιάς Σου,
παρόλη τη συχνή σκληρότητα
των τρόπων Σου.

Στο ‘χω πει – όλοι στο ‘χουμε πει
και στο λέμε συνέχεια-
πως μας πονάς πολύ,
Κύριε.

Μα όλα γίνονται για έναν άγιο σκοπό.
Όταν η πίστη είναι μέσα μου ζωντανή,
πιστεύω ότι κάτι όμορφο θα βγει στο τέλος.

Μέσα από πόνο και δάκρυα,
με κύματα άγρια,
και ψύχος πολικό
ή καύσωνα και έρημο Σαβάνας.

Και προσδοκώ
ανάσταση νεκρών ελπίδων,
ονείρων και καημών,
και πόθων που μαράθηκαν.
Και βαδίζω μέσα στο Φως Σου.

Έστω με πατερίτσες.
Γιατί κι αυτές μπροστά Σου,

Κύριε,
φωσφορίζουν,
και στάζουν
στην καρδιά μου
ελπίδα.
Αμήν.»

Ο κύκλος του Χριστού

Φαντάσου:
ούτε ένας παπάς
της εποχής εκείνης,
δεν ήταν φίλος
του Χριστού,
και δεν περπάταγε
μαζί Του!...

Οι μαθητές του Χριστού, εκείνο τον καιρό, ήταν μια απλή ομάδα ανθρώπων που δεν έλεγε κάτι σε κανέναν, δεν ήταν τίποτα ραβίνοι ή ιερείς. 
Εμείς τώρα τους τιμούμε κλπ, μα τότε, ήταν η απλή παρέα του Χριστού. Ασημαντότητες. Ψαράδες.
Αν ζούσε σήμερα ο Χριστός, και περπατούσε ανάμεσά μας, το πιθανότερο να έτρεχα κοντά Του, νομίζοντας πως το δικαιούμαι και θα με δεχτεί στους κοντινούς και κολλητούς Του.
Και θα το πάθαινα το ελαφρύ εγκεφαλικό μου, αν Τον έβλεπα να μιλάει με άτομα άσχετα με μένα, με παιδιά των Εξαρχείων, παιδιά από συναυλίες, αλητείες, νυχτερινή ζωή, ναρκωτικά, ουσίες, χαλκάδες, μαλλιάδες, με σκουλαρίκια και τατουάζ.
Και θα ‘σπρωχνα να περάσω να χωθώ μπροστά, να βρω τη θέση που μου αξίζει.
Και θα με κοίταγε και μένα ο Χριστός και θα μου έλεγε "Αντρίκο μου, τι θες εσύ εδώ;.. Για πού το ‘βαλες παλικάρι μου; Γιατί τόση βιασύνη και άγχος; Και γιατί σπρώχνεις τους φίλους και τις φίλες μου;…"

Και δεν θα ‘ξερα τι να πω, μόνο θα απορούσα που κι ο ίδιος ο Θεός δεν καταλαβαίνει την αξία μου και το ποιος είμαι εγώ.
Και γενικώς, μια απογοήτευση θα μου ‘μενε, μια αναστάτωση, ένα άγχος και μια σύγχυση, και πολλές απορίες:

Ποιος είναι Αυτός τελικά, πώς σκέφτεται έτσι παράξενα και αρκετά άδικα, τι είναι το πρώτο και το δεύτερο στα μάτια Του, τι μετρά και τι αξίζει.
Και ποια η σχέση μου με την Αλήθεια, με το Χριστό;

Και ποιο το παραμύθι που κατάντησα να ζω στο Όνομά Του, ένα ψέμμα αυτοδικαίωσης, μια γλυκιά αυτοϊκανοποίηση ότι πάω καλά, ότι τα ξέρω όλα, ότι εγώ το πιθανότερο θα πάω στον Παράδεισο και θα σωθώ, ότι όλοι γύρω μου βαδίζουνε στην Κόλαση, ενώ εγώ ο Ορθόδοξος ξέρω πολύ καλά τα πάντα, το παρόν, και το μέλλον το δικό μου και του κόσμου όλου!

Και θα ανέβαινα στο διαμέρισμά μου θυμωμένος, μιας και δεν θα μπορούσα να χαρώ μαζί με την αντισυμβατική χαρά του Χριστού που έκανε παρέα με τόσους άσχετους ανθρώπους, που δεν μυρίζανε καθόλου λιβάνι.

Και θα κοίταζα το Χριστό ενοχλημένος και με ζήλεια, απ’ το μπαλκόνι, να συνεχίζει να βαδίζει με την αγνή αλητοπαρέα Του.
Και εντύπωση θα μου ‘κανε πολύ ότι τα μάτια όλων γύρω Του έλαμπαν.

Κι ότι οι ναρκωμένοι και χαπακωμένοι ξαστερώσαν στα μυαλά τους, και έβγαζαν σπίθες ευτυχίας και γαλήνης απ’ τα μάτια τους, και κάποιοι ήταν κιόλας δακρυσμένοι.

Δίπλα σ’ Αυτόν.
Που δεν έκρινε κανέναν, δεν μάλωνε,
δεν απειλούσε, δεν τιμωρούσε,
δεν απαιτούσε, δεν έπνιγε.

Μόνο έδινε οξυγόνο και χαρά, κι αγάπη.
Αγάπη και αποδοχή. Αγάπη και αλήθεια.

Και απέραντη ειλικρίνεια. Χωρίς να ζητά λεφτά.
Χωρίς να ζητά οπαδούς, να γραφτούν,
να γίνουν μέλη μιας παράταξης, μιας οργάνωσης,
μιας κλίκας ή ενός συστήματος.

Όλα χύμα με το Χριστό.
Περπάτημα στο δρόμο κι όπου βγει,
στάση σ’ ένα πάρκο,
κουβέντα όπως προκύψει,
όλα αυθόρμητα, φυσικά,
πηγαία, απρογραμμάτιστα.

Ένα χάος γαλήνιο.
Μια ακαταστασία αρμονική.
Μια ασυνταξία σκέτη ποίηση.

Ένας Θεός όλος γλύκα.
Κι εγώ να ματώνω στα κουτάκια μου.
Να λιώνω στη χρυσή μου φυλακή.

Να πνίγομαι στις αναθυμιάσεις του λιβανωτού μου.
Να χάνω τη φρεσκάδα του Χριστού μου.
Πώς γίναμε έτσι…

π. Ανδρέας Κονάνος

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Οι άγιες 40 Παρθενομάρτυρες με τα σπάνια ονόματα


Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διώνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω και Χαρίκλεια 
Πολλές γυναίκες γιορτάζουν σήμερα, αλλά δεν το γνωρίζουν…
☦☦☦☦☦☦☦

Οι Άγιες αυτές γυναίκες έζησαν την εποχή του βασιλέως Λικινίου στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο ηγεμών της περιοχής Βάβδος (περί το 305 μ.Χ.) τις συνέλαβε ως χριστιανές και τις προέτρεπε να προσκυνήσουν τα είδωλα. 
Η Κελσίνα, μία εξ αυτών και η πρώτη της πόλεως, μετά τη θαρραλέα ομολογία της πίστεώς της τις εσύναξε όλες στην οικία της μαζί με τον διδάσκαλό τους, διάκονο Άγιο Αμμούν, για να ενισχυθούν προς το μαρτύριο. 
Ο Αμμούν πήρε το χαρτί με τα ονόματά τους και τα διάβασε δυνατά ένα-ένα. 
Ύστερα είπε: «Αγωνισθήτε υπέρ του Χριστού δια του μαρτυρίου, διότι έτσι θα καθίσει και ο Δεσπότης Χριστός στην πύλη της ουρανίου βασιλείας και θα σας προσκαλεί μία-μία κατ’ όνομα, για να σας αποδώσει τον στέφανο της αιωνίου ζωής».

Όταν και πάλι τις ανέκρινε ο ηγεμών, ομολόγησαν όλες σταθερά την πίστη τους. Με την προσευχή τους συνέτριψαν τα είδωλα και ο ιερεύς των ειδώλων ανυψώθηκε στον αέρα, μέχρις ότου, βασανιζόμενος από πύρινους αγγέλους, έπεσε νεκρός στη γη. 
Τότε ο Βάβδος πρόσταξε να κρεμάσουν τον Άγιο Αμμούν, να του ξύσουν τις πλευρές, να κάψουν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και να του φορέσουν στο κεφάλι χάλκινη πυρακτωμένη περικεφαλαία.

Επειδή ο Άγιος διαφυλάχθηκε αβλαβής από τα μαρτύρια, οδηγήθηκε μαζί με τις μαθήτριές του από τη Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγορά της Βουλγαρίας) στην Ηράκλεια, στον βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ οδόν εμφανίσθηκε ο Κύριος και τους ενεθάρρυνε. 
Φθάνοντας στην πόλη πήγαν στον τόπο, όπου είχαν κατατεθεί τα τίμια λείψανα της Αγίας μάρτυρος Γλυκερίας (βλέπε 13 Μαΐου). Ενώ διανυκτέρευαν εκεί προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε η Αγία λέγοντας: «Καλώς ήλθατε, άγιες δούλες του Θεού! Προ πολλού περίμενα την λαμπρή εν Χριστώ συνοδεία σας, για να χορεύσωμε στεφανωμένες όλες μαζί με τους αγίους αγγέλους στην βασιλεία του Χριστού, τον οποίο μέχρις αίματος ομολογήσαμε».

Στην Ηράκλεια τους έριξαν στα θηρία. Οι άγιες γυναίκες μαζί με τον διδάσκαλό τους προσευχήθηκαν όρθιες με υψωμένα τα χέρια, τα δε θηρία κατελήφθησαν από ύπνο και δεν τους άγγιξαν. 
Την ώρα που οι στρατιώτες άναβαν φωτιά για να τις ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στον ασεβή Λικίνιο την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τη νίκη του χριστιανισμού και την κατάργηση της ειδωλολατρίας. 
Κατόπιν σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού και δέκα από αυτές πήδησαν αγαλλόμενες μέσα στις φλόγες υμνώντας τον Θεό, ο οποίος εδρόσισε το πυρ. Έτσι, αυτές μεν ετελειώθησαν εν ειρήνη στην πυρά, οκτώ δε αποκεφαλίστηκαν μαζί με τον διδάσκαλό τους Αμμούν. Από τις υπόλοιπες οι δήμιοι άλλες κατέσφαξαν και σε άλλες έβαλαν στο στόμα πυρακτωμένα σίδερα.

Τα ονόματά τους έχουν διασωθεί στο αρχαίο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) και είναι: Λαυρεντία η διάκονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (η Θεόκλεια), Δωροθέα, Ευτυχιανή, Θέκλα, Αρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Ευλαλία (η Ευθυμία), Λαμπροτάτη, Ευφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ακυλίνα, Θεοδούλη, Απλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παύλα, Ιουλιάνα, Αμπλιανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (η Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Αγαθονίκη, Ιούστα, Ειρήνη, Ματρώνα (η Αγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Άννα (η Ανθούσα).

Ωστόσο, στην ασματική Ακολουθία και σε νεότερους Συναξαριστές απαντούν τα εξής ονόματα: Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διώνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω και Χαρίκλεια 

(βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, Εορτολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αποστολική Διακονία, εκδ. Δ , 1997, σελ. 23 υποσ.).


περισσότερα εδώ: