Άνθρωπος του Θεού δεν δηλώνεις αλλά φαίνεσαι. Έχουμε κουραστεί από τους
δήθεν. Από αυτούς που αυτοπροβάλλονται έστω και «ταπεινώ τω τρόπω».
Αυτούς που πίσω από το χαμόγελο κρύβουν ακονισμένα για κατάκριση και
«ιερές» μάχες δόντια .
Όλους αυτούς που χρησιμοποιούν την εκκλησία για να διαμορφώσουν ένα προφίλ
πνευματικότητας ώστε να εξασφαλίσουν την αίσθηση δύναμης που δεν βρήκαν στο
κόσμο.
Στην εκκλησία δεν σώζεται ο ισχυρός, ο τέλειος, ο καπάτσος, ο
καταφερτζής, εκείνος που τα κατάφερε, που νίκησε, που εξυψώθηκε, αλλά
εκείνος που ταπεινώθηκε, που πόνεσε, που δυσκολεύτηκε, που ταλαιπωρήθηκε,
λαβώθηκε και στην αγάπη αναστήθηκε.
Η εκκλησία ανήκει στους ταπεινούς αυτού του κόσμου, σε αυτούς που ζουν στα
αζήτητα της εξουσίας και της δύναμης. Των υπαρξιακά λαβωμένων, ψυχικά
κουρελιασμένων, εκείνων που έγλειψαν τα πατώματα της προσωπικής τους μοναξιάς
και οδύνης και αισθάνθηκαν την ολική απογύμνωση της υπάρξεως τους.
Κουραστήκαμε και πολλές φορές λυγίσαμε, κλάψαμε και πενθήσαμε για μια
παραχάραξη και παραμόρφωση του εκκλησιαστικού ήθους και της χριστιανικής
κατανόησης, που κρατά το περικάλυμμα της παραδόσεως και χάνει με υπαρξιακά
εκκωφαντικό ήχο την ουσία της χριστιανικής ζωής.
Για όλους εκείνους που βαπτίζουν αρετές τα πάθη και τις κακίες τους.
Αυτούς που ζουν την κατά Χριστώ ζωή με σκοπό και στόχο, δίχως αγάπη, έρωτα
και ελευθερία. Που περιμένουν πάντα κάτι να πάρουν, που αισθάνονται ότι
κάποιος πάντα τους χρωστά.
Δεν είναι χριστιανικά στήθη αυτά που μετρούν τι δίνουν και τι παίρνουν,
μα εκείνα που αγαπούν δίχως να περιμένουν.
Δεν είναι χριστιανή ψυχή εκείνη που νιώθει αυτοδικαιωμένη και ναρκισσιστικά
ολοκληρωμένη στην ζάλη της αρετής και της θρησκευτικής δικαίωσης της. Ο
χριστιανός δεν είναι δικαιωμένος, αλλά αγαπητικά σωσμένος. Η σωτηρία του,
είναι καρπός αγάπης, και όχι κατορθωμάτων. Αίσθηση και εμπειρία ότι κάποιος με
αγαπάει πολύ κι ας έχω τα χάλια μου, κι ας είμαι αδύναμος και ας μην έχω
τίποτε να καυχηθώ πέρα της αγάπης του Θεού.
Ο παράδεισος δεν είναι κατάκτηση αλλά δωρεά. Είναι καρπός σχέσης και όχι
κατάκτηση ισχυρών και υψηλών θρησκευτικών επιδόσεων.
Δεν σώζομαι επειδή κάτι σπουδαίο έκανα, αλλά επειδή κάποιον αγάπησα και με
αγάπησε.
Όσο και αν το δηλώσεις άνθρωπος του Θεού, δεν θα γίνεις, εάν η χαρά και η
ειρήνη δεν κατακλείσουν την ύπαρξη σου. Ας κάνουμε όσες νηστείες θέλουμε,
αγρυπνίες και προσευχές, ας έχουμε Γέροντα τον πιο γνωστό πνευματικό της
ορθοδοξίας, ας βγάλουμε όσες φωτογραφίες θέλουμε με στάρετς και οσίους, η
χάρις δεν θα έρθει εάν δεν σταματήσουμε να την ζητούμε με την εσωτερική
αδιάγνωστη πολλές φορές σκοπιμότητα, να κτίσουμε την εικόνα μας, το αυτοειδωλό
μας, το εγωιστικό θρησκευτικό προφίλ μας. Για να αισθανθούμε ότι κάτι
καταφέραμε και κάποιοι είμαστε.
Η χάρις δεν εκβιάζεται, ούτε εξαγοράζεται, δωρίζεται και εκχέεται
αγαπητικά στους ταπεινούς, αφανοίς, πληγωμένους και αγαπητικά στραμμένους
προς τον Θεό. Εκείνους που απογυμνώθηκαν και ξαρματώθηκαν από όλες τις
αυταπάτες του κόσμου, όλες τις δυνάμεις και εξουσίες, από όλα τα είδωλα
ακόμη και το ίδιου τους του εαυτού.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2003
«ΖΩΟΝ ΕΠΙ ΖΩΟΥ»
Βαθιά χαράματα, και απέναντί της έχει τον Υμηττό. Σκοτάδι ακόμα, μαύρο σύννεφο σκεπάζει την κορυφή με τις κεραίες. Η απόσταση έχει σχεδόν εκμηδενιστεί. Θα ’λεγε πως αν έκανε μερικές εκατοντάδες μόνο βήματα θα έφτανε στο βουνό. Δεν έκανε ακριβώς κρύο. Ήταν μια υγρασία απαίσια που διαπερνούσε το μακρύ μπουφάν και το κασκόλ της. Μια υγρασία που τη διαπερνούσε μέχρι το κόκαλο. Άναψε τσιγάρο και αφέθηκε στις σκέψεις της. Από το τζάμι του μεγάλου παράθυρου έβλεπε τους αρρώστους που κοιμόντουσαν. Η αναπνοή του παππού ήταν κανονική και ήταν ήρεμος.
Απέναντι ακριβώς από το δικό της άρρωστο ήταν το μεγάλο δράμα. Ένας πανύψηλος γέροντας, τόσο ψηλός που και με λυγισμένα τα γόνατα το κρεβάτι δεν τον χωρούσε. Γυμνός εντελώς κάτω από την κουβέρτα του, με δυσκολία ανέπνεε, παρά τη μάσκα οξυγόνου που είχε στο πρόσωπο. Τον έφεραν από το γηροκομείο και τον παράτησαν, της είπε η νοσοκόμα που έκανε τη βάρδια της, εκνευρισμένη πολύ. Ξημερώνουν Χριστούγεννα βλέπεις….
Στο κομοδίνο του Νίκου, έτσι τον ονόμασε, επειδή της φάνηκε ότι ήταν πρώην ναυτικός, δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα. Ούτε ταλκ, ούτε οινόπνευμα, ούτε κάτι που να δείχνει ότι κάποιος έρχεται και τον φροντίζει. Έσβησε το τσιγάρο και μπήκε στο θάλαμο. Πήγε κοντά του. Μια αφόρητη βρώμα τη χτύπησε μόλις σήκωσε την κουβέρτα του. Είχε ανοίξει ο δύστυχος. Ακίνητος ποιος ξέρει από πότε, είχε μια τεράστια πληγή πίσω του και ανοιγμένες τις φτέρνες. Παρά λίγο να βάλει τις φωνές. Κράτησε την ψυχραιμία της και φώναξε τη νευριασμένη «αδερφή». Κάνε κάτι, της είπε, κάνε κάτι…θα σε βοηθήσω. Τους πήρε μισή ώρα να «περιποιηθούν» της πληγές του. Για μισή ώρα παρακαλούσε το Θεό να τον πάρει το συντομότερο.
Κάθισε δίπλα στο δικό της άρρωστο, ελαφρώς ανακουφισμένη. Έγειρε στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε. Για λίγο όμως, γιατί ένα ζευγάρι μπήκε μέσα σχεδόν φωνάζοντας. Διατελούσαν εν ευθυμία, είχαν πιει λίγο παραπάνω. Ήταν σαφές ότι από διασκέδαση γυρνούσαν. Για να δούμε τι κάνει και πάμε για ύπνο, είπε ο «κύριος», ακριβά αλλά κακόγουστα ντυμένος. Κοίτα χάλια, είπε με τη σειρά της η «κυρία», τις πληρώνεις να προσέχουν τους αρρώστους κι αυτές κοιμούνται. Ξένη είναι, τι περιμένεις; Σχολίασε ο τύπος. Μιας και δεν υπήρχε άλλη στο θάλαμο, κατάλαβε ότι η μπηχτή ήταν για εκείνη. Την πέρασαν για αποκλειστική νοσοκόμα, και μάλιστα αλλοδαπή. Δε μίλησε, ίσως γιατί καρφώθηκε το βλέμμα της στο παλτό της «Σούλας».
Δεν πάει ένας μήνας που είχε βγει στα μαγαζιά της Κηφισιάς. Σε μια πανάκριβη βιτρίνα το ίδιο αυτό παλτό το είχε σταμπάρει. Ξέροντας καλά ότι είναι πανάκριβο, μπήκε για να το δοκιμάσει . Είναι εξαιρετικό κομμάτι, της είπε η πωλήτρια. Αντιλόπη γνήσια. Και πράγματι ήταν υπέροχο επάνω της. Παρά την οικολογική της συνείδηση, ομολόγησε στον εαυτό της, ότι αν είχε τη δυνατότητα θα το αγόραζε.
Τώρα το είδε φορεμένο από τη «Σούλα», και αυτό την εκνεύρισε.
Γνήσια αντιλόπη, λοιπόν, η «κυρία»….
Φλυάρησαν για λίγο πάνω από το κεφάλι του Νίκου, και μετά βγήκαν στη βεράντα για τσιγάρο. Πάνω στο κομοδίνο του υπήρχε μόνο μια κάρτα με ευχές για περαστικά, από τον παπά του νοσοκομείου, και ένα κεράκι ασημένιο με δυο Αγιοβασίληδες σκαρφαλωμένους επάνω του για στολίδι. Της ήρθε μια ιδέα. Πήρε την κάρτα και έγραψε γρήγορα το παρακάτω κείμενο:
“…εάν τις λέγει εν τω δήμω, τον πατέρα τύπτων ή την μητέρα, ή μη τρέφων, ή μη παρέχων οίκησιν, ούτος εστίν αισχρώς βεβιωκώς, και ο νομοθέτης ουκ εά αυτόν συμβουλεύειν την πόλιν.»
Και από κάτω τη μετάφραση:
« εάν κάποιος ενώ θέλει να πολιτεύεται (να είναι πολίτης), κτυπά τον πατέρα ή τη μάνα του, ή δεν τους παρέχει στέγη και τροφή, είναι παλιάνθρωπος, και ο νομοθέτης δεν του επιτρέπει να συμμετέχει στα κοινά και να συμβουλεύει την πόλη.» (απόσπασμα από το Λυσία)
Με την ελπίδα ότι κάποια ματιά θα ρίξουν, την έβαλε στη θέση της.
Και πράγματι. Η «Σούλα» αφού έβαλε στο τσαντάκι της το κεράκι (τι να το κάνει ο γέρος άλλωστε;), άνοιξε την κάρτα. Είχε μισοκλείσει τα μάτια, αλλά δεν έχασε ούτε μια στιγμή από την αντίδραση και των δυο. Εκείνη έγινε έξαλλη και τα ‘βαλε με το προσωπικό. Εκείνος της είπε να σκάσει και την έσπρωξε σχεδόν για να φύγουν. Καλά Κριστούγκεννα, τους είπε χαμογελώντας. Για ένα μόνο ήταν σίγουρη.
Η γαλοπούλα το μεσημέρι θα τους καθίσει στο στομάχι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
