Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Ο Χριστός είναι ο Θεός-Λόγος ή ένας ακόμη κοινωνικός επαναστάτης;

Ο λόγος του Ιωάννη, όπως μάλιστα εκφράζεται από τις πρώτες σειρές του Ευαγγελίου του, είναι απολύτως διαφωτιστικός για την κατανόηση του Θεού-Λόγου. Μεταφέρει λοιπόν ο Χριστός στους ανθρώπους με τη ζωή Του και τον λόγο Του ένα τρόπο υπάρξεως διαμετρικά αντίθετο από εκείνον που η ατελής φύση τους έχει καθιερώσει.
Δομήνικος Θεοτοκόπουλος,
«Η εκδίωξη των εμπόρων από το ναό», 1600-05.
Πρόκειται για τον τρόπο της αγάπης που υποδεικνύει τη συναλληλία μεταξύ των ανθρώπων, την οικοδόμηση μεταξύ τους σχέσεων εμπιστοσύνης και ανοχής, με τελική τους επιδίωξη να ζουν σε κοινωνίες διατεταγμένες εσωτερικά με όρους συνοχής, ελευθερίας και ευρηματικότητας, απαραίτητους για επιτυχείς απαντήσεις στις προκλήσεις της ζωής.
Επίσης και οι σχέσεις που διαμορφώνουν οι κοινωνίες αναμεταξύ τους να διέπονται από τις ίδιες αρχές, αποκλειομένης της βίας με σκοπό ιδιοτελείς υλικές επιδιώξεις, που συνήθως περιβάλλονται τη λεοντή ψευδών και προβληματικών ιδεολογιών. Σύνολη η εικόνα του ευαγγελικού μηνύματος διαπνέεται με τρόπο διαυγή από τις προτροπές για καταλλαγή των πάσης φύσεως συγκρούσεων μεταξύ των ανθρώπων∙ παρά ταύτα από τους χρόνους του Διαφωτισμού έως και πολύ πρόσφατα, αυτές ηχούν παράφωνα, σε «ώτα μη ακουόντων», και θέλουν να αποδώσουν στον Ιησού εγκόσμιες επαναστατικές διαθέσεις με πολιτικό περιεχόμενο.
Οι προθέσεις αυτές επιδιώκουν να συσχετίσουν την εμφάνιση του Ιησού, ως ένα ιστορικό γεγονός μεταξύ άλλων, με την ιστορία του Εβραϊκού λαού κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο.
(Πρώτα οι Ισραηλίτες είχαν απολέσει την κυριαρχία τους από τους Σελευκίδες, ήδη από το 198 π.Χ., και την ανέκτησαν μερικώς μετά την επανάσταση των Μακκαβαίων το 167 π.Χ. υπό τον Ματταθία, ιερέα που μετά τον θάνατό του τον αντικατέστησε στην ηγεσία της επανάστασης ο γιος του Ιούδας. Η επανάσταση άρχισε εναντίον του Αντιόχου του Επιφανούς, όταν αυτός έθεσε τη θρησκεία τους εκτός νόμου, και το 164π.Χ. οι επαναστάτες κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ. Ακολούθησε μία περίοδος συνεχών πολέμων με τους Σελευκίδες, κατά την οποία οι συνεχείς διαμάχες ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, τους νεωτεριστές που ακολουθούσαν τον Ελληνικό τρόπο ζωής και τους υπέρμαχους των παραδόσεων, παρείχαν τη δυνατότητα στους διαδόχους του Αντιόχου να καθορίζουν σημαντικά τις εξελίξεις −η παρουσία τους στο φρούριο της Άκρας ήταν διαρκής− στο ιερατικής μορφής κράτος της Ιουδαίας. Ο πρώτος Ρωμαίος επίτροπος, ο Αντίπατρος του Ιδουμαίου, εγκαταστάθηκε στην Ιουδαία το 47 π.Χ. από τον Καίσαρα. Μετά τον θανατό του, ο γιος του Ηρώδης με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Οκταβιανού ανακήρυξε την Ιουδαία βασίλειο και τον ίδιο βασιλέα του. Έκτοτε, και μεχρι την ολοκληρωτική καταστροφή της, η Ιουδαία ήταν υποτελής της Ρώμης και διοικείτο από Ρωμαίους επιτρόπους). Ακολούθως θα συνδέσουν τις επαγγελίες του με ανθρώπινες ιδεολογίες, οι οποίες προσβλέπουν υπό προϋποθέσεις που δεν αποκλείουν τη βία –μεσσιανικά, κατ’ αντιγραφή− στην, όπως λέγουν, ανθρώπινη ευζωΐα. Στη συλλογιστική τους μεταξύ των άλλων αναφέρουν το περιστατικό της κάθαρσης του Ναού από τον Ιησού, τον οποίο με κριτήριο την κατ’ αυτούς συμπεριφορά Του, Τον κατατάσσουν στο ζηλωτικό κίνημα που έχει αφετηρία την επανάσταση των Μακκαβαίων στους Ελληνιστικούς χρόνους. Να δούμε, λοιπόν, με μεγαλύτερη προσοχή το ανωτέρω γεγονός, εννοείται με οδηγό τα Ευαγγελικά κείμενα αλλά και τις προρρήσεις των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης για τον Χριστό.
Πρίν προχωρήσουμε στην αφήγηση και την ερμηνεία του περιστατικού της κάθαρσης του Ναού, θα επιχειρήσουμε κάποιες διευκρινίσεις σχετικά με τις προφητείες για την εναθρώπηση του Θεού-Λόγου που γίνονται δεκτές από την Εκκλησία μας ως αποκαλύψεις «θεία βουλήσει» και περιέχονται στο σχέδιο της θείας Οικονομίας. Γνωρίζει λοιπόν ο Ιησούς ως άνθρωπος αυτές τις προφητείες και κατανοεί ότι αυτές προεικονίζουν την αλήθεια του προσωπικού Του θελήματος.
Έτσι, όταν επαναλαμβάνει τις διαπιστώσεις των προφητών που αφορούν το παρελθόν ή τον ενεστώτα χρόνο της επι γής παρουσίας Του, έχει βεβαία την αίσθηση ότι τα λόγια Του και οι πράξεις Του αντιστοιχούν στα εντελλόμενα από το σχέδιο, το «μυστικώς συνταχθέν προ των αιώνων», για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Η κάθαρση του Ναού αναφέρεται από τον Ιωάννη ότι πραγματοποιείται από τον Ιησού, όταν αυτός έρχεται στα Ιεροσόλυμα για πρώτη φορά από τις τρεις που ήρθε στην Αγία πόλη στις ημέρες του Πάσχα. Αντίθετα οι συνοπτικοί Ευαγγελιστές αφηγούνται το επεισόδιο ως τη μοναδική φορά που επισκέφτηκε κατ’ αυτούς τα Ιεροσόλυμα, άρα συνδέεται και με τη θριαμβευτική Του είσοδο στην Αγία πόλη.
Ο Ιησούς έχει ξεκινήσει και για τους τρεις συνοπτικούς Ευαγγελιστές από την Ιεριχώ με τους μαθητές Του και «όχλο ικανό» και, πριν φτάσει στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ, την Βηθσφαγή και την Βηθανία, οι δύο από αυτούς, ο Ματθαίος και ο Μάρκος, αναφέρουν το θαύμα της αποκατάστασης της όρασης που επιτελεί ο Χριστός −σε δύο τυφλούς κατά τον πρώτο και σ’ ένα κατά τον δεύτερο− μία πράξη που την αιτιολογεί με τη θερμή πίστη των τυφλών στη δύναμη του Θεού.
Εκεί, στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ, σε ένα τόπο κοντά στο όρος των Ελαιών, ο Ιησούς αισθάνεται ότι πρέπει να περιβάλει την είσοδό του στην Αγία πόλη με ένα συμβολισμό, ο οποίος θα συμβάλει στην αποκαλυψή Του ως Μεσσία, άλλης τάξεως βέβαια από εκείνον που ανέμεναν οι Ισραηλίτες. Γνωρίζει ο Ιησούς από την Παλαιά Διαθήκη πως ο βασιλιάς Δαυΐδ είχε δώσει εντολή στον ιερέα Σαδώκ και τον προφήτη Νάθαν να ανέβάσουν τον γιο του Σολομώντα στο μουλάρι του, να τον πάνε στην πηγή Γιχών και εκεί να τον χρίσουν βασιλιά του Ισραήλ. Επίσης γνωρίζει και την προφητεία του Ζαχαρία που αναγγέλλει στην πόλη-σύμβολο για τον Λαό του Θεού τον τρόπο που ο καινούργιος βασιλιάς της θα έρθει «…πραΰς και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον υιόν υποζυγίου».
Θα επαναλάβει λοιπόν το τελετουργικό που όρισε ο προπάτοράς Του και συγχρόνως, με την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ, θα επαληθεύσει τα προφητικά λόγια βεβαιώνοντας ως άνθρωπος και Θεός τον τρόπο που κατανοεί την αποστολή Του.Τα «ωσαννά τω υιώ Δαυΐδ» (να μας σώσεις, υιέ του Δαυΐδ) που έκραζον οι όχλοι που ακολουθούσαν, ίσως, στη πλειονότητά τους δεν είχαν αποδέκτη τον σαρκωμένο Θεό της αγάπης, αλλά τον βασιλιά των γραφών παραποιημένο σε εθνικό απελευθερωτή από τα δεσμά του Ρωμαϊκού imperium.
Η πραότητα (πραΰς) που ανέδιδε η μορφή Του τότε και τώρα και «στους αιώνες των αιώνων», προϋποθέτει πάντοτε για να τη καταλάβουν οι άνθρωποι τη Χάρη του Θεού και φυσικά αυτή η πραότητα είναι παντελώς άσχετη με την οργή, τη μητέρα της βίας. Εκτός αυτού, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι συντρέχει και η τύφλωση του νου για να προκύπτουν συμπεράσματα για το είδος της βασιλείας Του (επίγειας), όταν προ αμνημονεύτων χρόνων είχε παύσει το μουλάρι να αποτελεί υποζύγιο μεταφοράς των ανθρώπων της εξουσίας.
Οι σκέψεις που προηγήθηκαν, απευθύνονται προπάντων στους ανθρώπους της διανόησης του καιρού μας, που η έπαρση δεν τους αφήνει να ασχοληθούν με τις απλοϊκές, όπως τις χαρακτηρίζουν, ιστορίες, που όμως μόνο αυτές χαρίζουν σκοπό και νόημα στην περιπέτεια του ανθρώπου. Όσον αφορά τους απλούς και ταπεινούς ανθρώπους που Τον ακολουθούν ή εκείνους που συζητούν με ενδιαφέρον τον ερχομό Του στην Πόλη, έτοιμοι να ριχτούν στη φωτιά για τα ιερά και τα όσια της φυλής τους, αυτοί είναι μαθημένοι από τους αγώνες των προγόνων τους, εκείνων φυσικά που τα υπερασπίστηκαν με σθένος και ανιδιοτέλεια.Υπήρχαν βέβαια και τότε, όπως και στον καιρό του Ιησού, οι άνθρωποι της εξουσίας, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, που πρώτη τους προτεραιότητα είναι η διατήρηση της εξουσίας τους. Έτσι και τώρα ταράσσονται οι Φαρισαίοι με τις επευφημίες του όχλου, τις θεωρούν προοίμιο εξέγερσης εναντίον της Ρωμαϊκής εξουσίας, άρα και της νομής που τους έχει παραχωρηθεί.
Σπεύδουν κατά συνέπεια να πείσουν τον Ιησού να κατευνάσει τα πλήθη διά των μαθητών Του, όμως Αυτός που ατενίζει τα μέλλοντα,ουσιαστικά τούς απαντά ότι μια τέτοια προσπάθεια είναι άσκοπη και μάταιη (Λουκ.19,40-41). Οι άνθρωποι της εξουσίας δεν αρκούνται βέβαια σε ευχολόγια, όταν μάλιστα πρόκειται για το συμφέρον τους. Αλλά για τα σχέδια και τις αρχαίες τακτικές που πολύ σύντομα θα θέσουν σε εφαρμογή, θα μιλήσουμε ύστερα από το επεισόδιο της κάθαρσης του Ναού.
Εισέρχεται λοιπόν ο Βασιλιάς της ειρήνης στην αγία Πόλη και πηγαίνει κατ’ευθείαν στον Ναό, αυτό το περιλάλητο θρησκευτικό σύμβολο του Ιουδαϊκού έθνους, συνεκτικό δεσμό στην ταραχώδη ιστορία του και συνάμα απόπειρα της ένωσης του υλικού με το πνευματικό (θεωρείτο ο τόπος κατοικίας του Θεού στη γη). Οι τρεις συνοπτικοί Ευαγγελιστές μάς διασώζουν όμοια την αντίδραση του Ιησού στην κατάσταση που βρήκε εκεί. Πρόκειται για την αντίδραση που προκάλεσε ο αυτόματος συνειρμός της ανθρώπινης φύσης Του να συνδέσει την αταξία αυτών που πωλούν −χρηματιστών και ζωεμπόρων− και αγοράζουν στο προαύλιο του Ναού με τις σχετικές διδασκαλίες από την Παλαιά Διαθήκη· αυτές τις διδασκαλίες, αμέσως μετά την επαναφορά της τάξης, θα τις κηρύξει στους προσκυνητές. Το πρώτο μέρος της διδασκαλίας Του αφορά ένα όραμα του Ησαΐα που αποτυπώνεται στην ολιγόλογη φράση: «ο οίκος μου οίκος προσευχής κληθήσεται πάσι τοις έθνεσιν». Όλη την οικουμένη οραματίζεται ο Ησαΐας να κλίνει το γόνυ ενώπιον του αιωνίου Θεού του παντός και αυτή του την προφητεία δεν πρέπει να την εκλάβουμε μόνο ως το εσχατολογικό όραμα που θα επαναλάβει ο Παύλος −«τω υποτάξαντι (Χριστώ) αυτώ τα πάντα, ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσιν»− αλλά και, όπως λέει ο Γιόζεφ Ράτσινγκερ: «Η φράση του Ησαΐα καταυγάζεται από το φως του Σταυρού, με αφετηρία τον Σταυρό θα αναγνωριστεί ο ένας Θεός. Στον Υιό θα θεωρήσουν τον Πατέρα και έτσι θα αναγνωρίσουν τον ένα Θεό που αποκαλύφτηκε στη βάτο».

Το μεγάλο προαύλιο γύρω από τον Ναό ήταν ένα είδος πρό-ναου των Εκκλησιών μας και κατασκευάστηκε για να παρέχεται η δυνατότητα σε πιστούς άλλων θρησκειών να κατηχούνται και να λατρεύουν τον ένα Θεό. Επομένως οι πράξεις ανταλλαγής που οι έμποροι επιχειρούσαν στο χώρο του με σκοπό το κέρδος καταστρατηγούσαν την πάγια επιδίωξη του Ισραήλ να λατρεύσει η οικουμένη τον μοναδικό Θεό του παντός. Η πράξη κατά συνέπεια της αποβολής εκ μέρους του Ιησού αυτών των ανθρώπων ήταν νόμιμη και Αυτός υποδεικνύει με την πράξη Του ότι συντάσσεται απολύτως με την οικουμενική προοπτική της θρησκείας της Παλαιάς Διαθήκης, χωρίς αυτή Του η απόφαση να σηματοδοτεί την οποιαδήποτε παρέκκλιση από το σκοπό Του στα πλαίσια της σωτηρίας του κόσμου. Απεναντίας, αποτελεί το προοίμιο αυτού που θα επακολουθήσει, ήγουν της Σταύρωσης και της Ανάστασης, γεγονότα που θα προσφέρουν άπειρη δύναμη στην ιδέα του ενός Θεού πάνω από την Οικουμένη. Και θα πρέπει να πούμε ακόμη ότι συνάμα η πράξη Του, τυπικά υποστηρικτική στο καθεστώς λειτουργίας του Ναού, αποτελεί την απαρχή του τέλους του περιορισμού του στα ασφυκτικά όρια του εθνικού κράτους, όπως το προαναγγέλλει στο διάλογο με τη Σαμαρείτιδα, όταν τής απαντά πως «έρχεται η ώρα, και νυν έστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν.4,23). Η διδασκαλία του Ιησού μέσα στον Ναό μετά το επεισόδιο της κάθαρσης συμπληρώνεται από την αναφορά του στο κεφάλαιο 7 του Ιερεμία: «υμείς δε πεποιήκατε αυτόν (τον Ναό) σπήλαιον ληστών», ολοκληρώνει ο Ιησούς τη φράση του με τη φράση του Ησαϊα, όπως μάς την παραδίδουν ολοκληρωμένη οι Ευαγγελιστές. Στη συνάφεια του κεφ.7 των προφητειών του ο Ιερεμίας απευθύνεται στους Ισραηλίτες και τους μεταφέρει τον λόγο Κυρίου: «να μην έχουν εμπιστοσύνη σ’ αυτούς που τους λένε ότι ο Ναός Κυρίου βρίσκεται στη χώρα μας, άρα ο Θεός είναι μαζί μας»! (7,4), γιατί αν δεν τηρείτε τις εντολές μου (από 7,5-7,10) και κάνετε τον ναό μου σπήλαιο ληστών (7,11), τότε εγώ θα σας τιμωρήσω με τον τρόπο που τιμώρησα τους διαμένοντες στην περιοχή Σιλώ και φυσικά δεν θα προστατέψω ένα Ναό που έχει μετατραπεί σε άντρο κερδοσκοπίας. Αυτό που προειδοποιεί ο Ιερεμίας τους Ισραηλίτες είναι ότι οι δικές τους άνομες πράξεις θα τους οδηγήσουν σε καταστροφικές συνέπειες για τους ίδιους και φυσικά για τον Ναό τους και όχι όπως συνήθως το εκλαμβάνουν οι τιμωρητικές διαθέσεις του Θεού τους. Και αυτό συμβαίνει, γιατί η ελευθερία με την οποία προίκισε ο Θεός τον άνθρωπο, του επιτρέπει να γνωρίζει να βούλεται και να πράττει. Ο Ιερεμίας διαπιστώνει πως η λατρεία του Θεού στην κοινωνία που ζη, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους εμπόρους κάθε είδους, αλλά εκείνο που τον εξοργίζει και παρομοιάζει τον Ναό του Κυρίου με «σπήλαιο ληστών» είναι, όπως φαίνεται, η εκμετάλλευση της λατρείας από το Ιερατείο του Ναού. Και είναι πολύ πιθανό αυτό το Ιερατείο να υπονοεί, όταν αναφέρεται σ’ αυτούς που προβάλλουν τον Ναό στα Ιεροσόλυμα ως εγχέγγυο της δήθεν μεροληπτικής στάσης του Θεού απεναντί τους. Τη σύνδεση του εμπορίου με τη λατρεία τη διαπιστώνει και ο Ιησούς στο προαύλιο του Ναού, αλλά όπως προκύπτει από την απόκριση σε κάποιους Ιουδαίους, οι οποίοι προφανώς ανήκουν στο προσωπικό του Ναού, στο Ιερατείο, σ’ αυτό κυρίως απευθύνεται, όταν τούς καλεί να λύσουν «τον Ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν» (Ιωάν. 2,19). Προβλέπει ο Ιησούς με αυτά τα λόγια, είναι αλήθεια με αινιγματικό τρόπο, ότι αυτό το Ιερατείο θα Τον σταυρώσει και το αναστημένο σώμα Του θα αποτελέσει την Κεφαλή της Εκκλησίας, που στο εξής θα αγωνίζεται να φέρει μεταξύ των ανθρώπων τη συνδιαλλαγή, τη συνεννόηση, την καταλλαγή και την ειρήνη. Και θα είναι αυτοί οι υπεύθυνοι, που ο Ναός τους, η θρησκεία τους, θα παραμείνουν ουσιαστικά στο περιθώριο, απομονωμένα στις εθνικές τους ιδιαιτερότητες, εγκαταλείποντας το οικουμενικό τους όραμα. Ο Ιησούς βρήκε μπροστά Του, στον προαύλιο χώρο του Ναού, ένα ετερόκλητο πλήθος μικρεμπόρων, που την όποια ευλάβειά τους απέναντι στο ιερό είχαν αλλοτριώσει με τις πράξεις τους οι λειτουργοί του, και εξανέστη για την χρήση που έκαναν του οίκου του Πατρός Του (Ιωάν. 2,17). Αυτή τη φορά θα διδάξει τους ανθρώπους έμπρακτα τις υποχρεώσεις τους στον Θεό και θα σπεύσει, αμέσως μετά, αυτή τη διδασκαλία να την επικυρώσει με τους λόγους των προφητών, που μετέφεραν τις εντολές του Πατέρα Του. Και όχι μόνο αυτές, γιατί τις εντολές τις ανακεφαλαίωσε σε μία και μοναδική, την εντολή της αγάπης∙ ταυτόχρονα με τη διδασκαλία της, πρόσφερε στους ανθρώπους ένυλη την ουσία της: «Και προσήλθαν αυτώ χωλοί και τυφλοί εν τω ιερώ και εθεράπευσεν αυτούς» (Ματ. 21,14). Τον ενθουσιασμό που, όπως φαίνεται, προκάλεσε με τη διδασκαλία Του ο Ιησούς στα νεαρά μέλη του ακροατηρίου Του, τον εκδήλωσαν με την καθιερωμένη φράση για τον «Ισραηλίτη λαό» που αναμένει τον ελευθερωτή του: «ωσαννά τω υιώ Δαυΐδ». Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με το ιερατείο που ήταν φυσικό να παρακολουθεί τα καθέκαστα.·Αυτό αντίθετα επετίμησε τον Ιησού, γιατί το κατέλαβε ο φόβος της πιθανής εξέγερσης εναντίον των προνομίων του.

Ο Ιησούς αυτή τη φορά, χωρίς να τους φοβηθεί, τους απάντησε με στίχους από το ψαλτήρι ,όπου ο προφητάναξ Δαυΐδ απευθύνεται στον Θεό και υπόσχεται να «καταρτήσει αίνον εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων», για να καταλύσει και να εκδικηθεί τους εχθρούς του. Ο φόβος και η ανησυχία από τον πολύ πιθανό, κατά τη γνώμη τους, ξεσηκωμό έπρεπε επειγόντως, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, να μεταποιηθεί σε σχέδιο εξόντωσης του Ιησού. Η παρουσία της μορφής Εκείνου, άλλωστε, ανέδιδε την «ουκ εκ του κόσμου τούτου» ουράνια ειρήνη που υποσχόταν η διδασκαλία Του, το απολύτως έτερον, που όταν δεν τους γίνεται κατανοητό, οι άνθρωποι το περιγελούν και το μισούν ταυτοχρόνως. Ο τρόπος, η καρδιά του σχεδίου που θα καταρτήσουν, είναι από πολύ παλιά γνωστός: πρόκειται για την «αρχαία οδό των ασεβών», που είχε δοκιμασθεί στο παρελθόν με εξαιρετικά αποτελέσματα: Θα έπρεπε να πεισθεί ο όχλος, ένα μέρος του οποίου πριν λίγο εναπέθετε τις ελπίδες του στον Ιησού για την ελευθερία του έθνους του, ότι Αυτός συνωμοτούσε να αλλάξει τα ιερά και τα όσια της φυλής Του. Θα ήταν έτσι πάνδημη η απόφαση για τη θανατική καταδίκη Του, σημαντικό επιχείρημα για την επικύρωση εκ μέρους του Ρωμαίου επιτρόπου και συγχρόνως μια εξαιρετική ευκαιρία να ανασταλούν οι απαιτήσεις και τα παράπονα του όχλου τα οποία, όπως ήταν φυσικό, εστρέφοντο και εναντίον της δικής τους διαχείρισης της εξουσίας. Η ομοθυμία του όχλου εναντίον του θύματος, μας διδάσκει η υπόθεση του θυματικού μηχανισμού, είναι ο καλύτερος τρόπος να επιτύχεις την θαυμαστή, πλην όμως πρόσκαιρη, ειρήνη!

Έχομε ήδη αναφερθεί στο λόγιο που μας παραδίδουν οι Ευαγγελιστές (Ματθαίος, Μάρκος και Ιωάννης), στο οποίο ο Ιησούς προβλέπει την δημιουργία της Εκκλησίας μετά την Σταύρωση (από τους Ιουδαίους και τη σύμφωνη γνώμη του Ρωμαίου επιτρόπου) και την ένδοξή Του Ανάσταση. Ο ψευδομάρτυρας που θα χρησιμοποιήσουν απλώς θα τροποποιήσει τη φράση του Ιησού και θα Τον εμφανίσει να είναι Αυτός που θα καταλύσει τον Ναό∙ (το έγκλημα της θανάτωσης του θύματος έχει προσχεδιασθεί με ακρίβεια, σύμφωνα με το πρότυπο της τέλεσης του αρχέγονου φόνου αλλά, αλλοίμονο για τους εμπνευστές του, αυτή τη φορά θα αποκαλυφθεί από το αναμάρτητο Θύμα η συνήθης πλεκτάνη του θυματικού μηχανισμού). Η συνέχεια του κοσμικού δράματος μας είναι γνωστή: Ο Ιησούς Χριστός θα σταυρωθεί για να γνωρίσει στους ανθρώπους τον Πατέρα, τον προσωπικό Θεό της αγάπης, και να τους προτρέψει να μιμηθούν Εκείνον, που σημαίνει να εγκαταστήσουν στις κοινωνίες τους το δεσμό της αγάπης, αμετακίνητη αρχή τους, απορρίπτοντες διαρρήδην την κακοποιό και θανατερή βία.

 
Κώστας Ν.Μπαραμπούτης
πηγή: Αντίφωνο

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

Αγιοποιήθηκε ο μακαριστός Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος

Στην αγιοκατάταξη του μακαριστού Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κυρού Καλλινίκου (1919-1984) προχώρησε στις 23 Ιουνίου του 2020 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας οι καμπάνες των ενοριών της Ι. Μητροπόλεως Εδέσσης ήχησαν χαρμόσυνα, ενώ ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Εδέσσης κ. Ιωήλ, κληρικοί και πιστοί της Ι. Μητροπόλεως έψαλλαν ενώπιον του τάφου του νέου αγίου της Εκκλησίας το Απολυτίκιον, το Κοντάκιον και το Μεγαλυνάριόν του.

Ο εν αγίοις Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Καλλίνικος (κατά κόσμον Δημήτριος) Πούλος γεννήθηκε στο χωριό Σιταράλωνα Αγρινίου στις 26 Ιανουαρίου 1919 από ευσεβείς γονείς. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Θερμού με άριστες επιδόσεις και εισήχθη στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αρίστευσε στις πτυχιακές εξετάσεις με προοπτικές πανεπιστημιακής προώθησης (1942). Προκειμένου να προσφέρει στην τοπική Εκκλησία εργάσθηκε ως Γραμματέας της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας πλησίον του μακαριστού Μητροπολίτου Ιεροθέου μέχρι το 1946 κηρύττοντας παράλληλα στον λαό του Μεσολογγίου.

Το 1946 και σε ηλικία 27 ετών κατετάγη στις Δυνάμεις Καταδρομών (ΛΟΚ) και υπηρέτησε με πατριωτισμό και παροιμιώδη θρησκευτικό ζήλο μέχρι τον Απρίλιο του 1949. Επιστρέφοντας στην Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας ανέλαβε και πάλι τα καθήκοντα του Γραμματέως και λαϊκού ιεροκήρυκος σε όλη την επαρχία.

Εκάρη μοναχός στις 23 Νοεμβρίου 1957 στην Ιερά Μονή Μυρτιάς με το όνομα Καλλίνικος και την επομένη χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ι. Μ. Ναό Αγ. Σπυρίδωνος Μεσολογγίου από τον κατά σάρκα αδελφό του Μητροπολίτη Διδυμοτείχου Κωνσταντίνο. Την 1η Δεκεμβρίου του ιδίου έτους χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και προχειρίσθηκε Αρχιμανδρίτης. Μετά από 25ετή διακονία στην Ι. Μητρόπολη Αιτωλίας εξελέγη Μητροπολίτης Εδέσσης και Πέλλης στις 24 Ιουνίου 1967 και την επομένη χειροτονήθηκε στον Ι.Ν. Αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου Αθηνών. 
Αγωνίσθηκε για τον καταρτισμό των κληρικών της Ι. Μητροπόλεώς του διοργανώνοντας συνέδρια και ιερατικές συνάξεις. 
Περιόδευσε ακούραστα την Αρχιερατική του περιφέρεια και φρόντισε ιδιαίτερα για τις χειροτονίες νέων κληρικών, το κήρυγμα και την ιερά εξομολόγηση. Ανέδειξε επίσης τις τοπικές αγίες, Νεομάρτυρα Χρυσή και μάρτυρα Βάσσα την Εδεσσαία. Ίδρυσε Οικοτροφείο για την σπουδάζουσα νεολαία και Γηροκομείο για τους ηλικιωμένους. Προέβαλε τον μοναχισμό και ανασύστησε την Ι. Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ Αριδαίας. 
Παρά την αρετή και την ακεραιότητά του δέχθηκε άδικες και συκοφαντικές επιθέσεις προερχόμενες κυρίως από εχθρούς της Εκκλησίας και του Έθνους. Τις αντιμετώπισε με υποδειγματική πραότητα και αγάπη. Εκοιμήθη στις 8 Αυγούστου 1984, όπου εορτάζεται και η μνήμη του, μετά από επτάμηνη ασθένεια. 
Στην εξόδιο ακολουθία του παρέστησαν 29 Αρχιερείς, πολυάριθμοι κληρικοί και μεγάλο πλήθος λαού. Ετάφη στο δημόσιο Κοιμητήριο της Έδεσσας μετά από δική του επιθυμία, επειδή θέλησε να βρίσκεται κοντά στον λαό που υπηρέτησε και αγάπησε.
Υπήρξε πανθομολογουμένως ένας ασκητής Επίσκοπος, με ιεραποστολικό ζήλος, πλήρως αφιερωμένος στον Θεό και την Εκκλησία. 
Ο λόγος του ήταν βαθιά θεολογικός και αναγεννητικός. Πληροφόρησε την ποιμαντορία του με υποδειγματική ευλάβεια και φόβο Θεού θυσιάζοντας τον εαυτό του για το ποίμνιο. 
Αντιμετώπισε την ανίατη ασθένειά του αφήνοντας τον εαυτό του στα χέρια του Θεού και αξιώθηκε οσιακού τέλους λέγοντας λίγο πριν την εκδημία του: 
«Είμαι αμαρτωλός επίσκοπος, αλλά αγαπώ τον Θεό και την Εκκλησία». 
Στην διαθήκη του έγραψε: 
«Ακίνητον περιουσίαν δεν έχω. Χρήματα δεν έχω. Αν ευρεθούν ολίγα χιλιόδραχμα να κατατεθούν εις το Γενικόν Φιλόπτωχον Ταμείον της Ιεράς Μητροπόλεως… Το έλεος του Κυρίου να με συνοδεύει κατά την εκ του ματαίου τούτου κόσμου εκδημίαν μου».
Η παρουσία του παραμένει ζωντανή μετά τον θάνατό του, ενώ πολλοί Αρχιερείς, κληρικοί και λαϊκοί μαρτυρούν γραπτά και προφορικά για την αγιότητά του. 
Η εκδίωξη δαιμονίων δια της προσευχής του και οι θαυματουργικές επεμβάσεις του σε αρρώστους μετά την κοίμησή του φανερώνουν ότι δοξάσθηκε από τον Θεό.

Πνευματικά αναστήματά του είναι ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος και ο νυν ποιμενάρχης της Ι. Μητροπόλεως Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ. Ιωήλ.

Η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος σε επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Εδέσσης κ. Ιωήλ (3.8.2004) μνημόνευσε την οσιακή του κοίμηση και αναφέρθηκε στον ίδιο ως εξής: 
«Ο ταπεινός και πράος, ο ευέντευκτος και γλυκύς, ο φιλόστοργος και εν την φυλακή του πιστευθέντος αυτού ποιμνίου άγρυπνος και περίφροντις, ο πιστός οικονόμος της ποικίλης χάριτος του Θεού… ο γρηγορών φύλαξ της ιεράς παρακαταθήκης και των εκκλησιαστικών θεσμίων της Εκκλησίας Εδέσσης Καλλίνικος… υπήρξεν όντως "Κόσμημα της Εκκλησίας"».

Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

π. Διονύσιος Ταμπάκης: Χάπι έντ! - ὁ Θεὸς δέν μᾶς ἔπλασε γιά τήν κόλαση, μᾶς ἔπλασε γιά τήν εὐτυχία!

ΓΕΡONΤΑ, γιατί οἱ ἄνθρωποι τῆς πίστεως εἶναι συνήθως κατηφεῖς καὶ σκυθρωποὶ σὰν τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Γραφείων Τελετῶν;
– Δυστυχῶς κάποιες φορὲς ἡ ἁγία πίστη μας ἀπὸ «θρησκεία τῆς νίκης» πάνω στὴν κόλαση γίνεται γιὰ μερικοὺς ἡ «θρησκεία τῆς κολάσεως.»

Ἀντὶ τῆς χαρᾶς τῆς Με ταμορφώσεως, ἀντὶ τοῦ θαβωρίου Φωτὸς καὶ τοῦ «καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι», ἀντὶ τοῦ ἀναστάσιμου «χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε», ἐμεῖς τηροῦμε τὴν καθολικὴ κατήφεια καὶ τὴν νευρωτικὴ ἔνοχο συνείδηση, ποὺ φέρει τὴν ἀρρωστημένη, ἰσόβια αὐτοτιμωρία. 
Ἔχει κάτι ἡ ἀνθρώπινη φύση μέσα της, ποὺ τῆς ἀρέσει νὰ ἐξιλεώνεται μὲ τὴν μιζέρια καὶ τὴν δυστυχία της, γι’ αὐτὸ καί, ἂν κάποτε ἀνατείλει γιὰ λίγο χαρωπὸ φῶς μέσα ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς ψυχῆς μας, τὸ προσλαμβάνουμε αὐτὸ ὡς γεγονὸς μὴ φυσιολογικὸ καὶ ἐπικίνδυνο.
Ὅταν ἔχουμε χαρά, αἰσθανόμαστε ἔξω ἀπὸ τὰ νερά μας, λὲς καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε γιὰ τὴν κόλαση καὶ ὄχι γιὰ τὴν εὐτυχία!

Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

Όταν δίνεις πλουτίζεις, δεν φτωχαίνεις

Η φιλανθρωπία είναι ισάξια με την αγάπη. Το να θέλει κανείς να βοηθήσει το κοινωνικό σύνολο με ανυστερόβουλες πράξεις, είναι μεγάλη αρετή. Η παρακάτω ιστορία, μιλάει για έναν φούρναρη ο οποίος δεν πρόσφερε ποτέ τίποτα. Ωστόσο, ακόμα και αργά, αποφάσισε να αλλάξει τον τρόπο ζωής του.


Ο φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στην γυναίκα του, που πήγαινε στις εκκλησίες και έδινε στους φτωχούς και στους εράνους. 
Μια μέρα, εκεί που έβγαλε το ζεστό ψωμί και μοσχοβόλησε η… γειτονιά, ήρθε και στάθηκε στην πόρτα του ένας φτωχός.– Αφεντικό, όλα αυτά τα ψωμιά είναι δικά σου;– Αμ΄ τίνος να’ναι;– Και δεν τα τρως;– Βρε φύγε από δω!– Δώσε μου και μένα ένα ψωμάκι που πεινάω.
– Φύγε σου είπα, παράτα με.
– Αφεντικό!– Φεύγεις ή δεν φεύγεις;Αφεντικό! Παρακαλούσε ο φτωχός…
Δεν πρόλαβε να τελειώσει, και ο φούρναρης πετάει ένα ψωμί στο κεφάλι του. Έσκυψε ο φτωχός και το ψωμί τον πήρε ξυστά και έπεσε παραπέρα. Τρέχει, το αρπάζει, κάθεται σε μια γωνιά και το τρώει…  Ο φούρναρης όλη μέρα ήταν νευριασμένος για τον γρουσούζη επισκέπτη και το ψωμί που έχασε. Ας τολμήσει να ξανάλθει, έλεγε!
Τη νύχτα, κάπου δύο μετά τα μεσάνυχτα, πετάγεται ο φούρναρης από τον ύπνο του τρομαγμένος και καταϊδρωμένος.

Γυναίκα, σήκω, ξύπνα. Φέρε μου μία φανέλα να αλλάξω και να σου πω …; 
Γυναίκα, πέθανα λέει, και μαζεύτηκαν γύρω μου Άγγελοι και διάβολοι. Ποιος να πάρει την ψυχή μου. Σε μια μεγάλη ζυγαριά όλο και πρόσθεταν οι τρισκατάρατοι τα κρίματά μου. Και ο ζυγός βάρυνε και βάρυνε και οι Άγγελοι δεν είχαν τίποτα να βάλουν και λυπόντουσαν. 
Σε μια στιγμή, ένας Άγγελος φωνάζει: Το ψωμί! Αυτό που χόρτασε τον πεινασμένο. Βάλτε το στον άλλο ζυγό.
Οι διάβολοι φώναξαν: Το ψωμί δεν το έδωσε. Το έριξε να σπάσει το κεφάλι του φτωχού. 
Και απάντησαν οι Άγγελοι: Όμως χόρτασε τον πεινασμένο και εκείνος έδωσε την ευχή του. Και που λες γυναίκα μου, εκείνο το ψωμί έκανε και έγειρε η ζυγαριά αντίθετα και σώθηκα. Το λοιπόν, δίνε, δίνε και μη σταματάς. Και εγώ θα δίνω. Αχ, και να ξανάρθει εκείνος ο φτωχός!

Επιτέλους το κατάλαβε και ο φούρναρης, ότι κερδίζει όταν δίνει. Εμείς όμως; 
Το έχουμε καταλάβει; 
Μήπως φοβόμαστε να δώσουμε; 
Μήπως η “κρίση” μας βούλιαξε στην ολιγοπιστία; 
Μήπως είναι καιρός να αρχίσουμε να γινόμαστε και λίγο χριστιανοί;;; Και να πιστεύουμε ακλόνητα, πως όταν δίνουμε, αντί να φτωχαίνουμε, πλουτίζουμε. 
Ας το αποδείξουμε εμπράκτως. 
Κάποιοι άνθρωποι έχουν ανάγκη και περιμένουν έστω και ένα κομμάτι ψωμί…
Η πρώτη θυγατέρα του Θεού είναι η ελεημοσύνη, αυτή η ελεημοσύνη κατέπεισε τον Θεό και έγινε άνθρωπος, για να σώσει τον άνθρωπο…
Εξάλλου, σκεφτείτε πως δεν είναι πάντα εύκολη η ζωή. Αν όλοι νοιαζόμασταν τους άλλους, τότε αν ποτέ έρθει και σε εμάς κάποιο κακό, κάποιος θα υπάρξει που μπορεί να μας στηρίξει.

Ενημερωτικό
istologio

Τρίτη 9 Ιουνίου 2020

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
Ψηλός, ορμητικός, μεγαλόπρεπος, πρόβαλε επιτέλους στο βάθος του δρόμου ο πρώτος μαραθωνοδρόμος, βάζοντας τέρμα στην έκδηλη ανυπομονησία του κόσμου. Ο ιδρώτας χρύσωνε το μελαψό στιβαρό του κορμί, καθώς το έλουζαν οι αχτίνες του ήλιου. Φάνταζε αρχαίος μαραθωνομάχος, που απ’ την ίδια διαδρομή έφερνε στους τότε Αθηναίους το μήνυμα της νίκης από τη μάχη του Μαραθώνα. «Αθήνα, 2004»! Οι Ολυμπιακοί στην αρχαία κοιτίδα τους αναβίωναν παλιές μνήμες από τη μακραίωνη ιστορία της ελληνικής γης.
Λίγες δεκάδες μέτρα ήθελε ακόμα για να δρασκελίσει την είσοδο του μεγάλου σταδίου ο υπέροχος αθλητής. Σαράντα τόσα χιλιόμετρα [1]  διέτρεξε ήδη με απαράμιλλη αντοχή. Σε λίγες στιγμές θα έκοβε το νήμα πάνω στη γραμμή τερματισμού μέσα στο στάδιο. Θα κατακτούσε το μεγάλο τρόπαιο: Χρυσό μετάλλιο στον ολυμπιακό μαραθώνιο. Το όνειρο της ζωής του αναδυόταν μπρος του χειροπιαστό. Χρυσός ολυμπιονίκης! 
Χιλιάδες άνθρωποι μέσα και έξω από το στάδιο, στις δυο μεριές του δρόμου, γέμιζαν ήδη τον αέρα με τις νικητήριες ιαχές. Ο μαραθωνοδρόμος έτρεχε ασθμαίνοντας. Οι καλογυμνασμένοι του μύες λειτουργούσαν στο μάξιμουμ. Η ανάσα του έβγαινε σφυριχτή και γρήγορη, μαρτυρώντας την τρομερή του ένταση.
Μα η ενθουσιώδης ατμόσφαιρα τον συνεπήρε. Τον σήκωσε, θαρρείς, στον αέρα και αυτόν, κάνοντάς τον να νοιώσει ανάλαφρος, παρά την κούρασή του.
Από την πλατειά είσοδο έβλεπε κιόλας μέσα στο στάδιο το νήμα του τερματισμού να πάλλεται ανυπόμονο στις ελαφρές ριπές του ανέμου. Στη θέα του ένοιωσε μια καινούργια δύναμη να πλημμυρίζει τα κουρασμένα του μέλη και αναπτερωμένος όρμησε για την τελική νίκη.
Και τότε…
Μέσα απ’ το πλήθος που παραληρούσε στις άκρες του δρόμου, ξεχώρισε, εντελώς ξαφνικά, ένας άνθρωπος. Έτρεξε γρήγορα προς τον λαχανιασμένο μαραθωνοδρόμο, έπεσε πάνω του με δύναμη και με τον όγκο του σώματός του τον έριξε στη γη. Ο κόσμος για μια στιγμή πάγωσε. Οι αστυνομικοί έτρεξαν και συνέλαβαν αμέσως τον ταραξία. Μα το κακό είχε γίνει.
Τί ήταν αυτός; Παρανοϊκός; Μεθυσμένος; Αναρχικός; Προσωπικός εχθρός του αθλητή; Δεν είχε πια σημασία. Ο άτυχος μαραθωνοδρόμος, ξαφνιασμένος απ’ το απρόοπτο, καταπονημένος από την άσχημη πτώση και την κούραση, δεν κατάφερε να σηκωθεί έγκαιρα. Ο δεύτερος αθλητής επέλαυνε ήδη ακάθεκτος. Και πίσω από αυτόν, με διαφορά δευτερολέπτων, ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος…
Όταν ο πρώτος αθλητής στάθηκε πάλι στα πόδια του και ξαναμπήκε στην κούρσα, ήταν πλέον αργά. Το νήμα είχε ήδη κοπεί. Το χρυσό μετάλλιο είχε περάσει πια σε άλλα χέρια. Το όνειρο είχε κάνει φτερά!
Τί ατυχία!
Σκληρή προετοιμασία, πολύχρονη προπόνηση, μεγάλα όνειρα, βαθειές προσδοκίες, δυνατές ελπίδες για μια σίγουρη νίκη, πήγαν όλα χαμένα. Έσβησαν σε μια μόνο στιγμή. Από κάποιον αστάθμητο παράγοντα. Τόσο γρήγορα! Τόσο εύκολα! Τόσο απλά!
Τί αποκαρδιωτικό!
Με τον δικό σου τώρα μαραθώνιο των εξετάσεων τί γίνεται;
Σίγουρα εσύ έχεις λάβει τα μέτρα σου. Πρόβλεψες τα δύσκολα. Μελέτησες τις κακοτοπιές. Προπονήθηκες στα επικίνδυνα. Λοιπόν; Πανέτοιμος;
Ίσως!
Αλλά το αναπάντεχο; Το απρόοπτο της τελευταίας στιγμής; Εκείνο που δεν εξαρτάται από σένα; Μπορείς να το αποκλείσεις αυτό; Δυστυχώς όχι. Ο ιός της ατυχίας εισβάλλει παντού. Εισβάλλει απροσδόκητα. Όσα μέτρα κι αν πάρεις. Αυτό είναι πέρα απ’ τις δυνάμεις σου. Δεν είναι και δεν θα ’ναι ποτέ στο χέρι σου.
Το απρόβλεπτο λοιπόν, ε; Ο αμείλικτος εφιάλτης. Ό,τι χειρότερο σε τέτοιες στιγμές!
Γι’ αυτό στρέψε την προσοχή σου ψηλότερα. Κάπου τελειώνει η δική σου δύναμη. Εκεί αρχίζει ο Θεός. Αυτός έχει τη δύναμη να προλάβει το καθετί. Γι’ αυτόν δεν υπάρχουν απρόβλεπτα. Τύχη και ατυχία σβήνουν μπροστά Του. Δεν χάνει ποτέ τον έλεγχο από τα χέρια Του.
Γιατί να μην ακουμπήσεις κι εσύ τον εαυτό σου σ’ Αυτόν;
Έτσι, όλο και κάτι καλύτερο μπορεί να βγει στο τέλος και για σένα. Με την προϋπόθεση βέβαια πως αποδέχεσαι τη σχέση μαζί Του. Αν δεν θέλεις τέτοια σχέση, Εκείνος δεν παρεμβαίνει με το ζόρι. Από μεγάλη διακριτικότητα. Για να μη σε καταργήσει. Επειδή σέβεται απόλυτα τις επιλογές σου. Τη δική σου ελευθερία και θέληση. Πάντα είσαι τόσο σημαντικός για Εκείνον!
Όταν όμως βάζεις τη ζωή σου σ’ αυτήν την άλλη διάσταση, στη σχέση αγάπης και εμπιστοσύνης στο πρόσωπό Του, τότε σε βλέπω όλο και πιο κοντά σε μια πολύ
ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!
π. Δημήτριος Μπόκος
Μάιος 2006
Αντιύλη
Ι . Ναός Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα, Τηλ . 26820 23075/25861/6980 898 504, e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Σάββατο 6 Ιουνίου 2020

Το καντηλάκι!

Ότι κι αν έκανε η μάνα για το παιδί της, αυτό πήγαινε στα χαμένα. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε να το φέρει στο δρόμο του Θεού, ήτανε άκαρπες. Άσπρο η μάνα, μαύρο ο γιος.
Κι όσο έβλεπε να βγαίνουν από τα χέρια της, με την χάρη του Θεού, παιδιά υπέροχα, έξυπνα, χρήσιμοι άνθρωποι στην Κοινωνία, παιδιά περήφανα που την είχανε δασκάλα και το δικό της το μοναδικό παιδί, πού του αφοσιώθηκε ολότελα σαν έμεινε χήρα, να μην κάνει, να μην θέλει τίποτε, να μην αποφασίζει για κάτι, της ερχότανε τρέλα.

Μέρες, εβδομάδες, μήνες έλειπε από το σπίτι.
Η μάνα λοιπόν περίμενε. Πάντα περίμενε μια αλλαγή. Η προσευχή της, το λιβάνι που έκαιγε, το καντηλάκι πού άναβε, ήταν όλα, μα όλα γι’ αυτό το παιδί.

Κάποτε παρουσιάστηκε στο σπίτι, γιατί πήρε την απόφαση να πάει στρατιώτης. «Καλό σημάδι» είπε μέσα της η μάνα.

Πέρασε όλη την θητεία του σε φυλάκιο του Έβρου. Δεν ήρθε να την δει ούτε μια φορά. Κι η μάνα δεν άφησε το εικονοστάσι χωρίς λάδι και δάκρυ ούτε ένα βράδυ.

Κάποτε απολύθηκε. Μάιο μήνα ήρθε ίσια στο σπίτι. Χαρούμενος, κεφάτος, σαν να μην έλειψε ούτε μια μέρα. Της ζήτησε χρήματα να πάει λίγες μέρες στη θάλασσα με κάτι φίλους. Του έδωσε αμέσως.

Ένοιωθε να παλεύει η μάνα με κάποιον στήθος με στήθος. Κι αυτός ο κάποιος δεν ήταν το παιδί της.
Ήταν το πνεύμα του κακού που έπρεπε να το νικήσει το πνεύμα του Θεού.

Πέρασαν δέκα μέρες κι όλη η παρέα γύρισε. Γύρισαν χαρούμενοι, Είπανε τα νέα τους.
— Μάνα, σου έφερα ένα δώρο. Είπα να μην έρθω με άδεια χέρια αυτή τη φορά. Άνοιξέ το να δούμε αν σου αρέσει.
Δώρο από σένα αγόρι μου και δεν θα μου αρέσει; Και μόνο που με σκέφτηκες φτάνει,
Άνοιξέ το, λοιπόν…

Η μάνα παίρνει το δέμα και το ανοίγει. Μόλις αντίκρισε το δώρο πάγωσε. Τα δάκρυα αυλάκωσαν τα μάγουλά της. Ήταν ένα πανέμορφο καντηλάκι, σπάνιας τέχνης.
Μάνα, σε έβλεπα πρωί και βράδυ να ανάβεις το καντήλι και ήξερα, ήμουνα βέβαιος πώς το έκανες για μένα. Στην σκέψη μου, στην θύμηση μου σ’ έφερνα πάντα μπροστά στο καντηλάκι. Τίποτε δεν μου ξέφευγε από όσα έκανες, από όσα υπέφερες. Κάποιο μέρος ήθελα να ‘χω σε αυτή σου την λαχτάρα. Άντε λοιπόν, σήκω. Έλα μπράβο, βάζω το καντηλάκι, βάζεις, το λάδι και το …δάκρυ..
Μα σού έφερα ένα ακόμη δώρο. Άνοιξέ το…
Πήρε η μάνα το δεύτερο δώρο, το ανοίγει και τι να δει! Ένα καντήλι!
Κι άλλο, παιδάκι μου; Δίδυμα ήτανε;
Αυτό για το σαλόνι, Φωνάξαμε τον πατέρα Γρηγόριο να κάνει αγιασμό και βρήκε το σαλόνι χωρίς καντήλι. Ξέρεις πόσο ντροπιάστηκα; Ολόκληρο σαλόνι χωρίς καντήλι;

Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας, Με λάδι και δάκρυ δεν χάνονται ποτέ….

newsview.gr

Τρίτη 2 Ιουνίου 2020

Γέροντας Νεκτάριος Βιτάλης: Ο εκλεκτός του Θεού

Αξιομακάριστος Γέροντας Νεκτάριος Βιτάλης. Για όλους εμάς, την εκκλησιαστική του οικογένεια, ήταν ο «παππούλης» Ευτύχησα να τον γνωρίσω από κοντά.
Η αγιασμένη μορφή του έγινε γέφυρα παρηγοριάς σε δύσκολες ώρες. Ο πανάξιος λόγος του έγινε ο πνευματικός καθοδηγητής μου όταν με παρρησία μου έδειξε την δύναμη της αγάπης, της ελευθερίας, της συγνώμης και της επιλογής.
Πέρασε την θύρα του παραδείσου στις 8 Φεβρουαρίου 2018

(Δανείζομαι τα λόγια του Μητροπολίτου Μεσογαίας Νικολάου, από τον επικήδειο κατά την εξόδιο ακολουθία του )

Απλός, σοφός, συναρπαστικός, αληθινός, ασθενικός στο σώμα και δυνατός στο πνεύμα. Δεν είχε μόνο ο λόγος του χάρη, ήταν ο ίδιος γεμάτος από την χάρη του Θεού. Η ζωή του, η πορεία του, όλη η ύπαρξή του ένα θαυμαστό σημείο. Σαν να αντλούσε την αναπνοή του απ’ τον κόσμο της επέκεινα πραγματικότητας, σαν να ρουφούσε τον αέρα απ’ τον παράδεισο του Θεού και να τον απέπνεε στην καθημερινότητα καθενός που τον πλησίαζε.
Η ζωή του ταυτισμένη με τη βαθιά θλίψη, συνυφασμένη με την συνεχή θυσία, γεμάτη δάκρυα, κόπο και αναστεναγμό, πίστη και ελπίδα, ποταμός αγάπης και παρηγορίας, αείροη πηγή ζωής και καλοσύνης.
Το χαμόγελό του ένας ατέλειωτος παράδεισος,
Η καρδιά του μια τεράστια αγκαλιά
Η πίστη του ένας ακλόνητος βράχος
Πολυσέβαστος ο γέροντας Νεκτάριος. Άσημος ιερομόναχος, ολιγογράμματος, έγινε Μέγας Ηγούμενος που ο λόγος του «εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος» συνήρπαζε τον λαό και έκλεβε τις καρδιές του με εξαιρετική ευκολία κέρδιζε την εμπιστοσύνη και του πιο δύσπιστου και απαιτητικού.
Μας χάρισε την χαρά του μυστηρίου της ζωής του. Γόνυ κλείνουμε και ταπεινά ζητούμε απ’ τον Κύριο την ανάπαυσή του.
Αιωνία να είναι η μνήμη του!

από Η γωνιά της Αννίκας