Σάββατο 18 Αυγούστου 2018

«Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα» - Θέλει να είσαι πολύ γενναίος άνθρωπος για να τ' αφήσεις όλα στα χέρια του Θεού!

Είναι αυτή η ευχή που λέμε συχνά στην Εκκλησία, η διακονική προτροπή που αναφέρεται εις τον λαό του Θεού και μας προσκαλεί να αφήσομε στα χέρια του Χριστού όλη τη ζωή μας!

«Ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.»

Τους εαυτούς μας και τους άλλους ανθρώπους, τα παιδιά μας, τους φίλους μας, τους συγγενείς μας, τους οικείους μας, τους συναδέλφους μας, τους συμπολίτες μας, τον κόσμο όλο να τον αφήσουμε στα χέρια του Θεού! 
Και όσο κι αν φαίνεται απλή αυτή η προτροπή του διακόνου της Εκκλησίας, στις μέρες μας ιδιαίτερα έχει τεράστια σημασία και μεγάλη δύναμη. Γιατί νομίζω ότι στις πολύπλοκες μέρες που ζούμε που φορτωνόμαστε όλοι πάρα πολλά πράγματα, έχουμε καταντήσει να είμαστε πάρα πολύ κουρασμένοι. 
Και συναντάει κανείς ανθρώπους πονεμένους και κουρασμένους, ακόμα και στη νεανική ηλικία. 
Συναντά κανείς νέους οι οποίοι έχουν γεράσει από τον κόπο και τον μόχθο της καθημερινότητας, οι οποίοι έχουν τραυματιστεί κι έχουν πληγωθεί απ' όλ' αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. 
Υπάρχουν νέοι άνθρωποι οι οποίοι έχουν τόση ευαισθησία που είναι αρκετό γι' αυτούς ν' ακούσουν ένα δελτίο ειδήσεων για να βυθιστεί η ψυχή τους μέσα σε μια μεγάλη απορία και για το τι γίνεται μέσα στον κόσμο και για το πού πηγαίνει ο κόσμος και για το τι θα γίνει ακόμα συν τω χρόνω. 
Και μπαίνει η ψυχή του ανθρώπου μέσα σ' αυτή την αγωνία... 
Και αυτή η αγωνία και αυτός ο κόπος και αυτή η δυσκολία είναι ένα σημείο των εσχάτων ημερών, ένα σημείο που ο Κύριος μάς το έδωσε ως γνώρισμα των εσχάτων χρόνων· που οι έσχατοι χρόνοι, βέβαια, είναι διαρκώς παρόντες μέσα στην Εκκλησία. Ζούμε όλοι μας αυτή τη δυσκολία, αυτό το βάρος που βλέπουμε καθημερινά μπροστά μας.

Έρχεται ο Χριστός και μας λέγει να έρθουμε κοντά Του όλοι εμείς οι κουρασμένοι, οι πεφορτισμένοι και θα μας αναπαύσει. 
Και έρχεται η Εκκλησία και μας προτρέπει τους εαυτούς μας και τους γύρω μας και τα πάντα να τα αφήνουμε στα χέρια του Θεού. 

Και πολλές φορές ακούμε από πνευματικούς ανθρώπους όταν τους εκθέτουμε τα προβλήματά μας και τες δυσκολίες μας «άφησ' το στον Θεό». 
Και βλέπουμε ότι αυτή η απάντηση δεν μας πολυ-αναπαύει πάντοτε. Γιατί θεωρούμε «πώς να τ' αφήσω στον Θεό; Εγώ τι πρέπει να κάμω; Εγώ τι μπορώ να κάμω; Εγώ δεν πρέπει να κάμω τίποτε; Να τ' αφήσω όλα στον Θεό και να μείνω με χέρια σταυρωμένα;» 

Και νομίζουμε ότι αυτό το πράγμα είναι ολιγωρία, ότι είναι αδιαφορία, ότι είναι δειλία, ενώ τελικά είναι μεγάλη ανδρεία! 
Θέλει να είσαι πολύ ανδρείος άνθρωπος, πολύ γενναίος άνθρωπος για να τ' αφήσεις όλα στα χέρια του Θεού! Πρέπει να είσαι πολύ γενναίος άνθρωπος για να τ' αφήσεις όλα στα χέρια του Θεού και πρέπει να έχεις την ψυχή σου γεμάτη μ' εμπιστοσύνη εις την πρόνοια και εις την αγάπη του Θεού Πατέρα μας.


H εποχή μας χαρακτηρίζεται από το άγχος, από την κούραση, από την αγωνία των ημερών, από τις πολλές θλίψεις που συμβαίνουν γύρω μας, από τη μοναξιά.... 
Ζούμε μέσα σε πόλεις μεγάλες κι όμως πάσχουμε από μοναξιά! Μπορεί να ζούμε μέσα στην οικογένειά μας, μέσα σ' ένα σπίτι και να αισθανόμαστε ότι κανείς δεν μας καταλαβαίνει, κανείς δεν επικοινωνεί μαζί μας, ότι είμαστε μόνοι μας, εγκαταλελειμμένοι, πεταμένοι, ότι δεν έχουμε ένα άνθρωπο ν' ακουμπήσουμε, ότι δεν έχουμε κάποιο που να μας αγαπά πραγματικά ή και που να τον αγαπούμε πραγματικά κι αυτά τα πράγματα όλα μας διαλύουν και μας κάνουν να μην ξέρουμε πού να στραφούμε. 
Μπαίνει η ψυχή μας πραγματικά μέσα σ' ένα υπαρξιακό σκοτάδι, σ' ένα μεγάλο σκοτάδι για το πού θα πάμε και πώς θα βγούμε απ' όλη αυτή την περιπέτεια!


Παρά ταύτα όμως, η Εκκλησία μας εδώ και αιώνες επαναλαμβάνει συνεχώς αυτή την προτροπή που όντως φαίνεται πάρα πολύ σπουδαία. 
Σκεφθήκατε ένα άνθρωπο ο οποίος είναι φορτωμένος ένα βαρύ φορτίο, ένα μεγάλο φορτίο κι έρχεται κάποιος και του λέει «άφησέ με να το πάρω το φορτίο εγώ» και μας ξεφορτώνει και μας βγάζει το φορτίο από πάνω μας και το παίρνει εκείνος! 
Κι αισθανόμαστε εμείς μεγάλη άνεση, μεγάλη ξεκούραση, γιατί μας πήρε το φορτίο. Και δεν το πήρε για να το πετάξει κάπου αλλού, αλλά για να το οδηγήσει με τον καλύτερο τρόπο εκεί που θα θέλαμε εμείς να οδηγηθεί. Φτάνει να του δώσουμε εμπιστοσύνη! Φτάνει να τον αφήσομε να πάρει αυτό το φορτίο από πάνω μας! 
Αυτό σημαίνει το «παραθώμεθα»: να τα δώσουμε στα χέρια του Θεού όλα.


Αλλά είναι αυτό άραγε ένα πράγμα εύκολο; Δεν είναι εύκολο όπως είπα προηγουμένως. Είναι πολύ δύσκολο γιατί μας εμποδίζει ο εαυτός μας· μας εμποδίζει ο εαυτός μας, η φιλαυτία μας. Φοβούμαστε να τα δώσουμε στα χέρια του Θεού! 
Φοβόμαστε ν' αφήσουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού! Δεν είναι εύκολο πράγμα να πεις στον Θεό «γενηθήτω το θέλημά Σου»!
................
περισσότερα εδώ

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Η Δύναμή σου λέγεται ΠΡΟΣΕΥΧΗ:
Είσοδος στο χώρο που δεν έχει προβλήματα.

«Προσεύχεσαι; Ναι.
Πού όμως; Στον εαυτό σου, ή στο Θεό;
Μη βιαστείς να πεις "στο Θεό". Διότι, δεν είναι κάτι απλό.

Προσεύχομαι θα πει, αγγίζω το Θεό. 
Αυτόν που είναι: η ειρήνη, η αγάπη.
Απόδειξη αληθινής προσευχής: 
Η καλή αλλοίωσή σου. 
Η ευτυχία σου. 
Η λάμψη του προσώπου σου. 
Η μακαριότητά σου.

Εσύ λες ότι προσεύχεσαι, μα το παιδί σου, δεν βλέπει την αλλοίωση του Θεού στην ψυχή σου, παρόλο που λες ότι είσαι πνευματικός άνθρωπος που εκκλησιάζεται και προσεύχεται.

Ο Χριστός μας προσευχήθηκε στον Ιορδάνη και οι Ουρανοί άνοιξαν. 
Στο Θαβώρ, και έλαμψε. 
Στο όρος των Ελαιών, και οι Ρωμαίοι στρατιώτες έπεσαν κάτω. 
Τόση η δύναμή της.

Μας ταιριάζει προσευχή.

Μας παίρνει από την φασαρία, και μας ενώνει με ένα περιβάλλον ήσυχο και ήρεμο.

Σε προχωρημένο επίπεδο προσευχής ξεχνάς: μέρα, ώρα, τόπο, χρόνο, φαγητό, ανάγκες. Ζεις αλλού. Σαν τον άγιο Νεκτάριο, που "χανόταν" στη γαλήνη της προσευχής.

Ταξίδι σε ξωτικά μέρη, υπερατλαντικό ταξίδι, υπερωκεάνιο. 
Η προσευχή. 
Ως ανάγκη και γλύκα της ψυχής, και όχι ως καθήκον.

Προσεύχομαι για να γίνω εγώ σαν Αυτόν, κι όχι για να βάλω το Θεό στη δική μου παθογένεια και το άγχος.

Προσεύχομαι για να με αλλάξεις Εσύ, Χριστέ μου.
Κι όχι για να "αλλάξω" εγώ Εσένα.

Αναγκαία προϋπόθεση: Ο νους μου, να δώσει άπλα στην καρδιά. Να σιγήσει ο νους, που με ταράζει. Και να ακούσω τη γαλήνη της καρδιάς.

Προσευχή: Είσοδος στο χώρο που δεν έχει προβλήματα.

Ο λόγος που δεν αντέχω την ησυχία της προσευχής είναι, ότι έχω συνηθίσει στη φασαρία του νου, τη νοητική "βαβούρα" και αιχμαλωσία στα πράγματα αυτού του κόσμου.

Μερικοί όταν προσεύχονται, ξεχνούν τα προβλήματά τους!

Λιώνουν μέσα στη χάρη αυτής της θείας επαφής. Το άγχος φεύγει. 

Η ψυχή γεμίζει ασφάλεια, αγάπη, σιγουριά.

Όταν δεν προσεύχεσαι, αδικείς τον εαυτό σου. 
Του στερείς κάτι μεγάλο και σπουδαίο. 
Τον αφήνεις αφρόντιστο κι αβοήθητο.Λίγη ώρα κάθε μέρα, να προσεύχεσαι.

Αν δεν μπορείς να μιλήσεις στο Θεό, μίλα λίγο έστω στη γυναίκα, στον άντρα και τα παιδιά σου. Ξεκίνα απ’ αυτά τα απλά. Κάνε την ψυχή σου λίγο πιο ευαίσθητη στον "ορατό" διπλανό σου, στον αδερφό σου.

Η ευαισθησία στα μικρά αυτής της ζωής, θα σε βάλει και στο κλίμα της προσευχής. Σαν μικρή εισαγωγή.

Και μετά, θα έρθει το μεθύσι της χαράς της προσευχής. 
Και θα "φτιαχτείς". Και δεν θα σε διαλύει τίποτε απ’ τα πράγματα αυτής της γης.
Είδες;
Μιλάω για την προσευχή εύκολα. Μα δυσκολεύομαι να κάνω προσευχή. Πάντα τα λόγια είναι πιο εύκολα.

Συγγνώμη.»

Ἐκπομπή «20 λεπτά ἀρκούν», 
μέ τον Ἀρχιμανδρίτη π. Ἀνδρέα Κονάνο.
Ηχητική επεξεργασία, μουσική επένδυση: ο μουσικοσυνθέτης και ιεροψάλτης, Βασίλης Χατζηνικολάου.

https://www.youtube.com/watch?v=hOveIMAaMR8

Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Αφήστε τα παιδιά να πλησιάσουν το Χριστό και τους ενήλικες να γίνουν σαν τα παιδιά.

Αντί οι γέροι να γίνουν όπως τα παιδιά, 
κάνουν τα παιδιά γέρους! 
Γράφετε. πόσο αγαπάτε τα παιδιά εξαιτίας της υπέροχης ευγνωμοσύνης τους, η οποία έχει χαθεί στους μεγάλους ή έχει περιοριστεί αρκετά. Δίνετε παραδείγματα. 
Θα σας δώσω και εγώ ένα. 
Ο μητροπολίτης της Αγίας Πετρούπολης Ισίδωρος έλεγε συχνά πως όταν ήταν παιδί ήταν ξυπόλυτος. 
Κάποιος άνθρωπος ονόματι Πέτρος τον λυπήθηκε και του αγόρασε ένα ζευγάρι γαλότσες με λαστιχένιες σόλες για πέντε καπίκια. Αυτή η μικρή ευεργεσία χαράχθηκε τόσο βαθιά στη μνήμη του μικρού Ισίδωρου, ώστε μετά και κατά τη διάρκεια πενήντα χρόνων ως ιερέας και ως επίσκοπος συχνά στις λειτουργίες μνημόνευε τον ευεργέτη του Πέτρο.
Παρακάτω γράφετε, ότι ακριβώς επειδή αγαπάτε τα παιδιά γι’ αυτό τα λυπάστε. 
Διότι ήρθαν δύσκολοι καιροί για την παιδική ψυχή, για τον παιδικό χαρακτήρα. 
Οι αντιθέσεις σαν κρύοι άνεμοι κτυπούν τα παιδιά στο σπίτι, στο σχολείο και τον δρόμο. 
Και δεν είναι ότι απλά φέρνουν μπροστά στα παιδιά δύο ποτήρια, αλλά δύο αντίθετες θεωρίες για τη ζωή, την εκπαίδευση, την οικογένεια, την πατρίδα, ακόμα δε περισσότερο μπερδεύουν τα παιδιά με αντίθετα παραδείγματα. 
Θα επιθυμούσατε κάποια ιδιαίτερη εκπαίδευση για τα παιδιά που θα τα προστάτευε από τη σύγχρονη ανευθυνότητα και σύγχυση.

Ο Χριστός είπε: 
«Αν δεν αλλάξετε κι αν δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα μπείτε στη βασιλεία του Θεού» 
(Ματθ. 18,3). 
Ο Χριστός, λοιπόν, βλέπει μεγαλύτερη ανάγκη στην εκπαίδευση των ενηλίκων παρά των παιδιών. 
Δείχνει τη μέθοδο, πως πρέπει να εκπαιδευτούν οι ενήλικες. 
Πολύ απλά: Κοιτάζοντας τα παιδιά. 
Αλλά είπε πως πρέπει να εκπαιδεύσουμε και τα παιδιά: 
«Αφήστε τα παιδία και μην τα εμποδίζετε να έλθουν κοντά μου» 
(Ματθ. 19.14). 
Αφήστε τα παιδιά να πλησιάσουν το Χριστό και αφήστε τους ενήλικες να πλησιάσουν τα παιδιά.
Επειδή ο Χριστός δεν διδάσκει μόνο αλλά δίνει και ευλογημένη πνευματική δύναμη, ώστε τα παιδιά να μπορούν να φέρουν εις πέρας όλα όσα έμαθαν. 
Ο Χριστός είναι η αιώνια νεότητα. 
Αυτή η αιώνια νεότητα καλεί τα παιδιά για να τους δωρίσει τη δύναμη για να μην γεράσουν τη ψυχή τους, αλλά να παραμείνουν για πάντα νέοι, αγαθοί και χαρούμενοι άνθρωποι. 
Με μια λέξη η σοφία της εκπαίδευσης των παιδιών από το Χριστό έγκειται στο γεγονός ότι τα παιδιά παραμένουν για πάντα παιδιά και δεν μεταμορφώνονται σε γέρους. 
Αντίθετα μ’ αυτή τη σοφία στέκει η σχολική σχολαστική εκπαίδευση που με τη δύναμή της βαραίνει έτσι τα παιδιά, που τα γερνάει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. 
Προβάλλει τους γέρους ως παράδειγμα, τα διαποτίζει με γερασμένες σήψεις, τους μαραζώνει την καρδιά με γεροντική απαισιοδοξία. 
Αντί οι γέροι να γίνουν όπως τα παιδιά, κάνουν τα παιδιά γέρους. 
Και έτσι ούτε οι μπαίνουν στο Βασίλειο του Χριστού ούτε επιτρέπουν στα παιδιά να μπουν. 
Γι’ αυτό αναφέρεται παντού στην Ευρώπη ότι η νεολαία βρίσκεται σε απόγνωση. 
Ας ευλογήσει ο Χριστός να ξανανιώσει η νεολαία της Ευρώπης.

Πηγή: 
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δεν Φτάνει Μόνο Η Πίστη»
diakonima

Η Αγάπη είναι το Δείπνο της Βασιλείας του Θεού

Αββά Ισαάκ του Σύρου

Η Αγάπη είναι η Βασιλεία, που μυστικά υποσχέθηκε ο Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη Βασιλεία Του. 
Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη Bασιλεία μου» (Λκ. 22, 30) τί άλλο είναι παρά η αγάπη; 
Γιατί η Αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. 
Η Αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Ψ. 93, 16).

Μακάριος είναι αυτός που ήπιε από τούτο το κρασί. 
Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι, και ένιωσαν ντροπή, 
οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας, 
και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές, 
και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη φτώχεια, 
και οι φτωχοί και πλούτισαν με την ελπίδα,
και οι άρρωστοι, και έγιναν υγιείς, 
και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί.

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς και οι πρώτες Εικόνες της Παναγίας - Οι Αχειροποίητες Εἰκόνες

Ο Απόστολος, Ευαγγελιστής και αγιογράφος Λουκάς γεννήθηκε από Έλληνα πατέρα στην Αντιόχεια της Συρίας, κατά τις αρχές του 1ου αιώνα μ. Χ.
Έγραψε το τρίτο Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης, καθώς και το βιβλίο «Πράξεις των Αποστόλων» της ίδιας Διαθήκης.
Ήταν άριστος ιατρός και ταλαντούχος ζωγράφος. Σύμφωνα με την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας, ο Απόστολος Λουκάς αγιογράφησε για πρώτη φορά την Παναγία με τον Χριστό ως τριετές παιδίο στην αγκαλιά της (τύπος της Οδηγήτριας), ενόσω αυτή ζούσε.
Η Θεοτόκος, όταν είδε την εν λόγω εικόνα της ευχαριστήθηκε πολύ και την ευλόγησε λέγοντας:
«Η χάρις του εξ εμού τεχθέντος είη δι’ εμού μετ’ αυτής
(: Η χάρη του Χριστού να υπάρχει μέσω της μορφής μου σ’ αυτήν την πρωτότυπη εικόνα και σε όλα τα αντίγραφά της)».

Ο ευαγγελιστής Λουκάς υπήρξε στενός συνεργάτης και συνοδός του Αποστόλου Παύλου σε πολλές απ’ τις περιοδείες του.
Κήρυξε στη Νότια Ευρώπη και την Ελλάδα. Πέθανε στη Θήβα της Βοιωτίας σε ηλικία 84 ετών κι εκεί βρίσκεται έως σήμερα ο τάφος του.
Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 18 Οκτωβρίου.
**********************
Στη συνέχεια παραθέτουμε δύο άρθρα σχετικά με τις εικόνες της Θεοτόκου, που αποδίδονται στον Ευαγγελιστή Λουκά.

Οἱ πρῶτες εἰκόνες τῆς Παναγίας
Παναγόπουλος Δημήτριος

Πολλοὶ ἔχουν τὴ γνώμη ὅτι οἱ πρῶτες εἰκόνες τῆς Παναγίας εἶναι τοῦ Ἀποστόλου Λουκᾶ.
Δὲν εἶναι σωστὸ αὐτό.
Οἱ πρῶτες εἰκόνες τῆς Παναγίας εἶναι οἱ ἀχειροποίητες, δηλαδὴ χωρὶς ἀνθρώπινο χέρι.
Ἡ παράδοση λέει ὅτι ὅταν ζοῦσε ἡ Παναγία, ὁ ἀπόστολος Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ἔφτιαξαν μία ἐκκλησία γιὰ τὴ Παναγία χωρὶς ἡ ἴδια νὰ τὸ γνωρίζει, στὴ Λήδα – ἀπέξω ἀπὸ τὸ Τὲλ Ἀβὶβ – ποὺ εἶναι ἡ πατρίδα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ ὑπάρχει ὁ τάφος του. Παρακάλεσαν τότε τὴ Παναγία νὰ πάει ἐκεῖ καὶ νὰ εὐλογήσει τὴν Ἐκκλησία.
Ἐκείνη τοὺς εἶπε πηγαίνετε καὶ θὰ μὲ βρεῖτε ἐκεῖ.
Οἱ Ἀπόστολοι νόμισαν πὼς θὰ πήγαινε ἐκεῖ μὲ κάποιο ἄλλο μέσο καὶ ἀπὸ εὐγένεια καὶ εὐσέβεια ἔσπευσαν γρηγορότερα γιὰ νὰ τὴν προλάβουν καὶ νὰ τὴν ὑποδεχθοῦν.
Ὅμως ὅταν μπῆκαν μέσα παραδόξως εἶδαν σὲ μιὰ κολόνα στὸ Ἱερὸ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας μὲ τὸ πρόσωπό της καὶ τὸ σῶμα της ὁλόκληρο.
Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη καὶ ἀχειροποίητη εἰκόνα της.
Παρόμοια ἀχειροποίητη εἰκόνα ἦταν καὶ ἐκείνη τοῦ Ἱεροῦ Μανδηλίου μὲ τὴ μορφὴ τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ποὺ ἀποτυπώθηκε ἀπὸ τὸν ἱδρώτα τοῦ Χριστοῦ
καὶ θεράπευσε τὸ βασιλιὰ τῆς Ἐδέσσης Αὔγαρο, ὅταν ἐκεῖνος εἶχε στείλει ἀπεσταλμένους νὰ τὸν βροῦν γιὰ νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτόν.

Ὑπῆρξε καὶ δεύτερη ἀχειροποίητη εἰκόνα τῆς Παναγίας:
Οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ ἔφτιαξαν ἕνα πολὺ ὡραῖο Ναό, ἀλλὰ κάποια στιγμὴ οἱ Ἑβραῖοι ἤθελαν νὰ τὸν πάρουν. Μετὰ ἀπὸ διαμάχη τελικὰ τὸ θέμα ἔφθασε στὰ δικαστήρια καὶ ἐπειδὴ ἦταν δύσκολη ἀπόφαση, ὁ δικαστὴς ζήτησε νὰ σφραγίσουν τὸν Ναὸ καὶ νὰ περιμένουν ὅλοι κάποιο σημάδι ἐξ οὐρανοῦ.
Ὅταν ἀργότερα ἄνοιξαν τὸν Ναό, εἶδαν παραδόξως στὸ ἀριστερὸ πάνω μέρος τοῦ Ἱεροῦ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ὁ δικαστὴς τότε ρώτησε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπει, καὶ τοῦ ἀπάντησαν οἱ χριστιανοὶ ὅτι εἶναι ἡ μορφὴ τῆς Παναγίας, τῆς Μαρίας μητρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ μας καὶ ἔτσι ἀποφάσισε νὰ τὴ δώσουν στοὺς χριστιανούς.

Μετὰ τὶς παραπάνω δύο εἰκόνες ποὺ ἀναφέραμε ἔρχονται οἱ εἰκόνες τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ.
Ὅμως μόνο τρεῖς εἰκόνες ποὺ ὑπάρχουν μέχρι σήμερα εἶναι τοῦ Εὐαγγελιστοῦ.
Ἡ μία βρίσκεται στὰ Καλάβρυτα στὸ Μέγα Σπήλαιο καὶ εἶναι ἀπὸ κερὶ καὶ λιβάνι (κηρομαστίχα) ἀνάγλυφος, ἡ δεύτερη εἶναι τῆς Σουμελᾶ κοντὰ στὴ Βέροια, εἶναι μὲ χρῶμα καὶ ἡ Τρίτη εἶναι στὴ Κύπρο τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου καὶ εἶναι φτιαγμένη μὲ ψηφίδα. Ὅλες οἱ ἄλλες εἰκόνες ποὺ ὑπάρχουν εἶναι σύμφωνα μὲ αὐτὲς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ καὶ ὄχι τοῦ ἴδιου τοῦ Λουκᾶ.

Ἀπὸ αὐτὲς τὶς τρεῖς ἔχουν ξεσηκώσει οἱ ἁγιογράφοι, ὁ καθένας μὲ τὴ τέχνη του, ὅλες τὶς ἄλλες ποὺ ἀνέρχονται κατ’ ἄλλους σὲ πενήντα καὶ κατ’ ἄλλους σὲ ἑκατὸν εἴκοσι ἢ καὶ ἑκατὸ πενήντα.

Πῶς δημιουργήθηκαν αὐτὲς εἰκόνες;
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἦταν ἐρασιτέχης ζωγράφος καὶ ἀπὸ εὐχαρίστηση καὶ σεβασμὸ ἤθελε νὰ φτιάσει σὲ μία εἰκόνα ἕνα πορτραῖτο τῆς Παναγίας.
Πῆγε μιὰ μέρα καὶ ρώτησε τὴ Παναγία νὰ τῆς φτιάξει μία εἰκόνα καὶ ἔλαβε τὴν θετική της ἀπάντηση.

Τότε ἐμφανίσθηκε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαὴλ μεταφέροντας τρία σανίδια καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε.
Ἐκεῖνος ἀπὸ σεβασμὸ δὲν τὸν ρώτησε γιατί τοῦ ἔδωσε τρία σανίδια, ἀφοῦ μιὰ εἰκόνα ἤθελε νὰ φτιάξει.
Σὲ λίγο καιρὸ ἔφτιαξε μία εἰκόνα καὶ ἀμέσως τὴν παρουσίασε στὴ Παναγία μας.
Ἐκείνη ὅταν τὴν εἶδε τοῦ εἶπε ὅτι ἦταν ὡραία, ἀλλά, πρόσθεσε ὅτι κάτι λείπει.
«Μόνη μου εἶμαι; Δὲν ἔχω γυιό;»
Ὁ Λουκᾶς τὴν εἶχε φτιάσει δεομένη, μόνη της.Αὐτὴ ἡ εἰκόνα εἶναι στὰ Σουμελὰ στὸ συνοικισμὸ τῶν Ποντίων.
Κατόπιν ἔφτιασε ἄλλη μία μὲ τὸ Χριστὸ μαζί, εἶναι ἡ σημερινὴ εὑρισκόμενη στὸ Μέγα Σπήλαιο στὰ Καλάβρυτα.
Τὴν ἀποκάλυψε καὶ αὐτὴ στὴ Παναγία. Ἐκείνη τὸν ἐνεθάρρυνε πὼς εἶναι πολὺ καλὴ ἀλλά.. εἶχε βάλει τὸ Χριστὸ μας δεξιὰ γι’ αὐτὸ λέγεται δεξιοκρατοῦσα. Ὁπότε ἔφτιαξε τὴ τρίτη εἰκόνα ποὺ εἶχε βάλει τὸ Χριστὸ στὸ ἄλλο κανονικὸ χέρι, τὴν εὑρισκομένη σήμερα στὴ Κύπρο καὶ εἶναι ποὺ ἀπεικονίζεται μὲ κεκαλυμμένο τὸ πρόσωπό της.
Νὰ λοιπὸν τὰ τρία σανίδια ποὺ ἔφερε στὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ὁ ἀρχάγγελος ποὺ προαναφέραμε.

Τὶς τρεῖς αὐτὲς εἰκόνες τὶς εὐλόγησε ἡ Παναγία μας μὲ τὸ πανάγιό της χέρι καὶ εἶπε:
«Ἡ χάρις τοῦ ἐξ’ ἐμοῦ γεννηθέντος Κύριου μου καὶ Θεοῦ μου, νὰ εἶναι μετ’ αὐτῶν» Αὐτὴ ἡ εὐλογία, τὶς διασώζει μέχρι σήμερα μετὰ ἀπὸ τόση κακία εἴκοσι αἰώνων, διότι εἶναι ἀλήθεια ὅτι δὲν εἶναι τόσο εὔκολο οἱ εἰκόνες αὐτὲς νὰ παραμένουν τόσους αἰῶνες, ἂν δὲν ὑπάρχει ἡ ἄνωθεν βοήθειά της.

Μὲ βάση αὐτὲς τὶς εἰκόνες ἔχουμε τὶς ἄλλες ἀντίγραφες εἰκόνες καὶ ἀπὸ διάφορα ἱστορικὰ περιστατικὰ ἔχουμε ἐπίσης πολλὲς ἄλλες εἰκόνες μὲ ἑξακόσιες περίπου προσωνυμίες κάτω ἀπὸ διάφορα περιστατικὰ ὅπως εἶναι ἡ Παναγία ἡ Τριχεροῦσα, ἡ Φανερωμένη, τοῦ Ἄξιόν Ἐστι, ἡ Πορταΐτισσα, τῆς Τήνου, ἡ Κανάλα, ἡ Ἐλευθερώτρια καὶ ἄλλες.

Συμπερασματικά, οἱ παραπάνω τρεῖς ἀχειροποίητες εἰκόνες, μιά τοῦ Κυρίου καὶ δύο τῆς Παναγίας μας, καὶ οἱ τρεῖς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, ἀπαντοῦν στοὺς ἀσεβεῖς ποὺ δὲν δέχονται τὶς εἰκόνες.

Τετάρτη 23 Μαΐου 2018

Εδουάρδος Γίββων (Edward Gibbon):
Ένας... συκοφάντης Ιστορικός

Χωρίς το Βυζάντιο δεν θα υπήρχε Ευρώπη
1788-2018: 230 χρόνια Εδουάρδος Γίββων (Edward Gibbon) και "ιστορία" της «Παρακμής και Πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» (Decline and Fall of the Roman Empire).
Το παρόν κείμενο, δεν αποτελεί αφιέρωμα, ή μονογραφία ή δοκίμιο για το έργο του Έντουαρντ Γκίμπον (Εδουάρδου Γίββωνα). 

Αποτελεί απλώς ένα σύνολο παραθεμάτων από τη νεότερη και σύγχρονη βιβλιογραφία, από ιστορικά και εγκυκλοπαιδικά έργα, τα οποία ελπίζουμε να βοηθήσουν (επιτέλους…) τον κύκλο των νεόκοπων αντιχριστιανών, να συνειδητοποιήσουν ότι το έργο αυτού του ιστορικού δεν αποτελεί πλέον πηγή πρώτης γραμμής για την ιστοριογραφία, αν και ξέρουμε πόσο θα το ήθελαν…
Η εκδοτική προσπάθεια του Γίββωνα, ξεκίνησε στις 17 Φεβρουαρίου 1776 και ολοκληρώθηκε στις 8 Μαΐου 1788. 
Πάνε πολλά χρόνια από τότε…. 

Και έχει σημασία ότι σήμερα, το έργο του έχει γίνει περισσότερο γνωστό από τη χρήση του σε συζητήσεις στα διάφορα φόρουμ και blog του διαδικτύου, παρά από επιστημονικά έργα, τα οποία σπανίως παραπέμπουν στην ιστορία του Γίββωνα, και όταν παραπέμπουν, πολλές φορές το όνομά του αναφέρεται ως παράδειγμα της πεπαλαιωμένης αντίληψης επάνω σε κάποια ζητήματα.
Αντιθέτως, εκ των ων ουκ άνευ θεωρείται η αναφορά στον Ostrogorsky, αλλά σαφής και εκτεταμένη είναι η στήριξη της βιβλιογραφίας και στα έργα των Mango, Vasiliev, Runciman, ακόμη και στου παλαιότερου Diehl.
Αυτό, δεν θα έπρεπε επιτέλους κάποιος να το σεβαστεί; 
Αν γράφουμε ιστορία και το όνομά μας λάμπει στο στερέωμα της ιστορικής επιστήμης, ας χαράξουμε τον δικό μας δρόμο... 
Αν όμως είμαστε απλά αναγνώστες ή και μελετητές της ιστορίας, οφείλουμε να ακολουθούμε κάποιους καθολικά αναγνωρισμένους επιστήμονες ή συλλογικά έργα.
Δεν θα πούμε ότι ο Γίββων ήταν άσχετος ή κακός ως συγγραφέας. 


Η βιβλιογραφία δεν λέει κάτι τέτοιο. Θεωρείται ότι η ιστορία ως επιστήμη, ως γνωστικό πεδίο, οφείλει πράγματα στον ιστορικό αυτό. Το πρόβλημα βρίσκεται στην προκατάληψη που είχε ο ίδιος και η εποχή του γενικά, εποχή του «διαφωτισμού», ενάντια σε οτιδήποτε σχετιζόταν με την χριστιανική θρησκεία.
Και βεβαίως, αυτή η προκατάληψη, η οποία εδώ και αρκετές δεκαετίες θεωρείται ότι υπονόμευσε το συνολικό έργο του και εμπόδισε την συστηματική μελέτη της ιστορίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, χρησιμοποιείται ως ιδεολογικό «όπλο» στους σημερινούς αντικληρικαλιστές, και αντιχριστιανούς, οι οποίοι προκειμένου να βρουν «επιχειρήματα» καταφεύγουν σε ένα έργο «αρχαίο», που δεν αποτελεί καν πρωτότυπη πηγή, έργο προκατειλημμένο, από εποχή «προϊστορική» σε σχέση με την έρευνα, μελέτη, χρήση και πλήθος των ιστορικών πηγών, από ένα συγγραφέα που δεν είχε καν το απαιτούμενο επίπεδο γνώσης των …Ελληνικών!
Μπορεί κανείς να φανταστεί σήμερα, σοβαρό ερευνητή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο οποίος δεν μπορεί να μελετήσει και να κατανοήσει πλήρως τις πρωτότυπες πηγές στη γλώσσα που είναι γραμμένες; Ασφαλώς θα ήταν ο περίγελος των «συναδέλφων» του.
Ελπίζουμε ότι τα παρακάτω αποσπάσματα θα βοηθήσουν, ώστε να καταλάβουν κάποιοι επιτέλους, ότι το έργο του Γίββωνα και η νοοτροπία του έχουν παραδώσει οριστικά πια τη σκυτάλη σε άλλα, σύγχρονα και διαφορετικής αντίληψης και μεθοδολογίας ιστορικά έργα:

Παράθεση #1
Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, «Ιστορία του Βυζαντίου», Νεφέλη, Αθήνα 2006, σελ. 7 (στον πρόλογο του C. Mango)
«Δεν πρόκειται να επαναλάβω τη στερεότυπη φράση ότι οι βυζαντινές σπουδές ήταν και συνεχίζουν να είναι αδικαιολόγητα παραμελημένες. Αυτό μπορεί να ίσχυε πριν από 100, ίσως και 50 χρόνια, αλλά σίγουρα δεν αντικατοπτρίζει τη σημερινή πραγματικότητα. Η περιφρονητική μεταχείριση του Βυζαντίου από μελετητές όπως ο Μοντεσκιέ και ο Εδουάρδος Γίββων διατήρησε κάποια από την κακεντρέχειά της και στη βικτωριανή εποχή, αλλά άρχισε να απορρίπτεται πολύ πριν το τέλος του 19ου αιώνα, προς όφελος μιας πιο θετικής θεώρησης».

Παράθεση #2
Lefebvre Georges, «Η Γαλλική Επανάσταση», 7η έκδ. αναθεωρημένη c1989, MIET, Αθήνα 2003, σελ. 77
«…τις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης ο Γίββων δεν έδειξε μικρότερη εχθρότητα απ΄ ό,τι ο Βολταίρος απέναντι στον χριστιανισμό, κηρύσσοντας τον ένοχο για την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας».

Παράθεση #3

Σαββίδης Αλέξης, «Τα Χρόνια Σχηματοποίησης του Βυζαντίου, 284-518 μ..», Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1983, σελ. 25.
«Προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι σημαντικοί λόγιοι όπως οι Montesquieu και Voltaire καταδίκασαν το Βυζάντιο ανεπιφύλακτα σα μια λυπητερή ιστορία ραδιουργιών, δολοπλοκιών, επαναστάσεων, δολοφονιών, δημηγοριών και ψευτοθαυμάτων..., κρίσεις που φανερώνουν χωρίς αμφιβολία ότι είχαν ελλειπέστατη γνώση των πηγών του πολιτισμού τον οποίο είχαν καταδικάσει. 

Ο Βρετανός ιστορικός Ε. Gibbon στο μνημειώδες σύγγραμμά του για την Παρακμή και Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (γραμμένο στα 1776 - 87) χαρακτήρισε το Βυζάντιο ως «θρίαμβο του βαρβαρισμού και της θρησκείας»· όμως κάτι πολύ σημαντικό θα πρέπει να χαρακτήριζε μια «συνεχίζουσα παρακμή» που επέζησε για 11 αιώνες περίπου!»

Παράθεση #4

Καραμπελιάς Γιώργος, «1204 η Διαμόρφωση του Nεώτερου Eλληνισμού», Eναλλακτικές Eκδόσεις, Αθήνα 2006, σελ. 459
«Όποιος προσεγγίζει απροκατάληπτα τη Βυζαντινή Ιστορία, είναι υποχρεωμένος να αναμετράται διαρκώς με πλήθος από βαθιά ριζωμένες στρεβλώσεις που έχουν συσσωρευτεί επί αιώνες σε επάλληλα και αδιαφανή στρώματα: Αρχικώς, θα πρέπει να αποτινάξει τη βαθύτατη προκατάληψη πως το Βυζάντιο, ιδιαίτερα στην ύστερη περίοδο του, ήταν ένας κόσμος παρακμής, καταδικασμένος να χαθεί και να μην αφήσει τίποτε πίσω του, παρά μόνο προλήψεις, «καλογερισμό» και ερείπια. Ήταν το σχήμα του Γίββωνα και του Βολταίρου...»

Παράθεση #5

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Ζ', «Βυζαντινός ελληνισμός - πρωτοβυζαντινοί χρόνοι 324-642 μ.Χ.», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1978, σελ. 308β
«Είναι προφανές ότι η εμπαθής στηλίτευση της Θεοδώρας και του Ιουστινιανού στα «Ανέκδοτα» πηγάζει από έντονη προσωπική αντιπάθεια. Δυστυχώς όμως, οι προκαταλήψεις του Προκοπίου δεν λήφθηκαν πάντοτε σοβαρά υπ' όψη και παραπλάνησαν πολλούς ιστορικούς…. Κάθε εποχή, ακόμη και η δική μας, γνώρισε την ωμότητα, τη διαφθορά και τη φαυλότητα…. Αλλά είναι σοβαρή παραποίηση της αλήθειας το συμπέρασμα ότι το Βυζάντιο ήταν πιο διεφθαρμένο η πιο εκφυλισμένο από άλλα έθνη…. 

Το γεγονός ότι, όχι μόνο επέζησε επί ένδεκα και πλέον αιώνες (από το 324 ως το 1453), περισσότερο από κάθε άλλον πολιτικό οργανισμό στην ευρωπαϊκή ιστορία, και ότι, σε όλη την περίοδο αυτή, πολέμησε επιτυχώς και συνεχώς εναντίον εκατοντάδων χιλιάδων εισβολέων, αρκεί για να αναιρέσει την κατηγορία ότι οι Βυζαντινοί ήταν δειλοί... όπως υποστήριξε ο Lecky… ο πολιτισμός τους είχε στοιχεία μεγαλείου και αξίζει να αντιμετωπισθεί με συμπάθεια και κατανόηση. Αυτό το στοιχείο αγνοήθηκε από εχθρικά διακείμενους κριτικούς, όπως ο Γίββων, ο Lecky και άλλοι, οι οποίοι ασχολήθηκαν αποκλειστικά με στρατιωτικά, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, χωρίς να καταβάλουν καμιά προσπάθεια να αποτιμήσουν τη σημασία του Βυζαντίου στον χώρο του πνεύματος».

Παράθεση #6

Vasiliev Α.Α., «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», τόμ. Α', Μπεργαδής, Αθήνα 1954, σελ. 21-23
«Σήμερα, φυσικά, τα σχετικά με τον Χριστιανισμό κεφάλαια του Γίββωνος, έχουν πολύ μικρότερο, και όχι ιστορικό, ενδιαφέρον. Πολλοί παράγοντες επηρεάζουν τους σύγχρονους κριτάς του Γίββωνος. Μετά την εποχή του το ιστορικό υλικό είναι πιο άφθονο, τα ιστορικά προβλήματα έχουν αλλάξει, η εξέτασι των πηγών έχει γίνει πιο κριτική, η εσωτερική σχέσι των πηγών είναι πιο ξεκαθαρισμένη και νέες επιστήμες, όπως η νομισματολογία, επιγραφολογία, σφραγιδολογία και παπυρολογία, συμβάλλουν στην ιστορική έρευνα.
Επί πλέον ο Γίββων δεν είχε επιδοθή στα Ελληνικά... Ο Άγγλος Ιστορικός Φρήμαν γράφει σχετικά ότι: «Παρά την θαυμάσια τέχνη του Γίββωνος... δεν είναι ασφαλώς το ύφος του εκείνο που χρειάζεται για να διεγείρη τον σεβασμό για τα πρόσωπα ή την περίοδο, με την οποία ασχολείται ή για να οδήγηση σε μια λεπτομερέστερη μελέτη τους. Ο απαράμιλλος του σαρκασμός και η υποτίμησι, βρίσκονται διαρκώς εν δράσει... είναι ανίκανος να θαυμάση με ενθουσιασμό πράγματα ή πρόσωπα. 
Σχεδόν κάθε Ιστορία, όταν την χειρίζωνται με αυτόν τον τρόπο, αφίνει την αξιοπεριφρόνητη πλευρά της να κυριαρχεί στην σκέψι του αναγνώστου. Ίσως καμιά ιστορία δεν θα έμενε αστιγμάτιστη με έναν τέτοιο χειρισμό...». Η Βυζαντινή Ιστορία έτσι κακομεταχειρισμένη, παρουσιάζεται άσχημα. Οι προσωπικές Ιστορίες και oι υποθέσεις όλων των αυτοκρατόρων, από τον υιό του Ηρακλείου μέχρι τον Ισαάκ Άγγελο, συμπιέζουνται σ' ένα κεφάλαιο. «Αυτός ο τρόπος διαχειρίσεως του θέματος», παρατηρεί ο J. Β. Bury «ανταποκρίνεται προς την περιφρονητική θέσι που παίρνει ο συγγραφεύς απέναντι στη «Βυζαντινή» ή «κατώτερη Αυτοκρατορία». Η ερμηνεία που δίνει ο Γίββων στην εσωτερική ιστορία της Αυτοκρατορίας, μετά τον Ηράκλειο, δεν είναι μόνον επιπόλαιη αλλά συγχρόνως δίνει λανθασμένη εντύπωση των γεγονότων».

Παράθεση #7

Ostrogorsky Georg, «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τόμ. Α', 7η έκδ., Ιστορικές Εκδόσεις Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002, σελ. 52-53 
«Σήμερα δεν υπάρχει πια ανάγκη να αποδείξουμε πόσο ιστορικά αστήρικτες είναι οι θεωρίες του Lebeau και του Gibbon. Πέρασε ευτυχώς ανεπανάληπτα η εποχή, που όσοι έγραφαν βιβλία για το Βυζάντιο βρίσκονταν στην ανάγκη να δικαιολογηθούν πειστικά, γιατί προτίμησαν ένα τέτοιο θέμα και να καταπολεμήσουν με πομπώδεις εκφράσεις και συχνά εξεζητημένο τρόπο τους ισχυρισμούς του Gibbon....
Όπως είναι γνωστό, το έργο του Gibbon με την εντυπωσιακή αφηγηματική του ποιότητα επηρέασε πολύ και για μεγάλο χρονικό διάστημα τα πνεύματα και παρέλυσε το ζήλο για την έρευνα του Βυζαντίου ένα ολόκληρο σχεδόν αιώνα. Ακόμη και σήμερα πολλοί ερευνητές βλέπουν τη θρησκευτική ζωή του Βυζαντίου με τις διόπτρες του Gibbon».

Παράθεση #8

Diehl Charles, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Καρδαμίτσας, Αθήνα 2007 (c1919), σελ. 7
«...[τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία] ο Μοντεσκιέ και ο Γίββων, τη θεωρούν ακόμη συνέχεια και παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από κάποια ασυναίσθητη επίδραση μιας προαιώνιας μνησικακίας, από κάποια σκοτεινή ανάμνηση θρησκευτικών παθών που έχουν ξεχαστεί, εξακολουθούμε να κρίνουμε τους Έλληνες του Μεσαίωνα όπως τους έκριναν οι σταυροφόροι, που δεν τους καταλάβαιναν, και οι πάπες, που τους αφόριζαν. Κατά τον ίδιο τρόπο, και η βυζαντινή τέχνη εξακολουθεί να θεωρείται, δυστυχώς πολύ συχνά, τέχνη στατική —πρόθυμα την ονομάζουν «ιερατική»—, που δεν είχε τη δύναμη να ανανεωθεί και που, κάτω από τη στενή επίβλεψη της Εκκλησίας, περιόρισε τη χιλιετή της προσπάθεια στο να επαναλαμβάνει αόριστα τις δημιουργίες ορισμένων ιδιοφυών καλλιτεχνών. Στην πραγματικότητα, το Βυζάντιο ήταν κάτι τελείως διαφορετικό».

Παράθεση #9
Τωμαδάκης Νικόλαος, «Κλεις της Βυζαντινής Φιλολογίας», 4η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 77
«Λήγοντος του ΙΗ΄ αι., ανεβίωσε το πνεύμα του ψευδοκλασσικισμού υπό τύπον θαυμασμού προς τον αρχαίον κόσμον, επιστροφής προς τας μορφάς αυτού. Αι εγκυκλοπαιδικαί και διαφωτιστικαί ιδέαι, η πρακτική επίδρασις της γαλλικής επαναστάσεως, διασπείρασαι τα συνθήματα της ελευθερίας ανά την Ευρώπην, έστρεψαν τους λογίους προς τον αρχαίον φιλελευθερισμόν, εδημιούργησαν δε πνεύμα αντιπάθειας προς το περίβλημα του αυταρχισμού με το οποίον έβλεπον τον μεσαιωνικόν κόσμον οι άνθρωποι του ΙΗ΄ αι., ως ο Gibbon».

Παράθεση #10
«Γκίμπον, Έντουαρντ», εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα», τόμ. 18, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005
«Ο Γκίμπον προσέδωσε μια πρόσθετη ενότητα στην εξιστόρηση του θεωρώντας την ως απαρέγκλιτη παρακμή από τα ιδεώδη εκείνα της πολιτικής και περισσότερο ακόμη, της πνευματικής ελευθερίας που είχε συναντήσει στην κλασική λογοτεχνία.... 

Οσοδήποτε όμως καλά κι αν ταίριαζε η αντίληψη αυτή με την ιστορία του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους, αποτελεί το σοβαρότερο μειονέκτημα του δεύτερου μέρους της ιστορίας του Γκίμπον που τον παρέσυρε σε καταφανείς αντιφάσεις. Υποστήριζε, λ.χ. ότι τη μακραίωνη ιστορία του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, δηλ. του Βυζαντίου, χαρακτήριζε μια συνεχής παρακμή, μολονότι επί 1.000 χρόνια η Κωνσταντινούπολη στάθηκε το προπύργιο της Ανατολικής Ευρώπης. 
Το γεγονός είναι ότι ο Γκίμπον όχι μόνο δεν συμπαθούσε τον βυζαντινό πολιτισμό αλλά δεν ήταν και εξοικειωμένος αρκετά με τις ελληνικές πηγές όσο με τις λατινικές, ούτε είχε πρόσβαση στο πλούσιο υλικό άλλων γλωσσών που συγκέντρωσαν εν τω μεταξύ οι μελετητές, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σοβαρές παραλείψεις στην εξιστόρησή του καθώς και μη ικανοποιητικές συγκεφαλαιώσεις... Τίθεται όμως περαιτέρω το ερώτημα κατά πόσον οι αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν θα πρέπει να θεωρηθούν ως προοδευτικές ή οπισθοδρομικές. 
Γράφοντας ως «φιλόσοφος» των μέσων του 18ου αιώνα, ο Γκίμπον είδε την ιστορική πορεία ως οπισθοδρόμηση.... 
Η νεώτερη ιστορική γνώση έχει σημειώσει, στον τομέα που απασχόλησε τον Γκίμπον, σημαντική πρόοδο με την ανάπτυξη της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, καθώς και της ιστορίας των θεσμών. Η μελέτη των νομισμάτων, των επιγραφών και γενικά η αρχαιολογία προσέφεραν σημαντικά στην έρευνα αυτή. Ιδιαίτερα κυρίως, η επιστημονική εξέταση των φιλολογικών πηγών, που εφαρμόζεται πολύ συστηματικά σήμερα, ήταν άγνωστη στον Γκίμπον».

Παράθεση #11

Χρήστου Παναγιώτης, «Οι Περιπέτειες των Εθνικών Ονομάτων των Ελλήνων», 4η έκδ., Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1993 (c1960), σελ. 99-100
«Οι Αγγλοσάξονες ιστορικοί για πολύν καιρό ενέμειναν στην συνήθεια να τονίζουν το ρωμαϊκό στοιχείο της αυτοκρατορίας, κατά ένα τρόπο μάλιστα ιδιαιτέρως υποτιμητικό, σύμφωνα με την τάση που εκπροσωπείται από τον Ed. Gibbon, ο οποίος και με τον τίτλο του επτατόμου συγγράμματός του «Η παρακμή και η πτώσις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας», αλλά πολύ περισσότερο με την έκθεσί του, παρουσιάζει το μεσαιωνικό ελληνικό κράτος σαν είδος σκωληκοειδούς αποφύσεως της ένδοξης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας».

Παράθεση #12

Λήμμα «Βυζάντιον», «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», εκδ. Πυρσός, Αθήνα 1927- 1934, τόμ. 7, σελ. 842β
«Η Ιστορία του επιφανούς Άγγλου ιστορικού Εδουάρδου Γίββωνος, ένεκα της στρεβλής αρχικής αντιλήψεως και του φιλοπαίγμονος και υπερκριτικού ύφους του συγγραφέως, συνετέλεσεν εις την διάδοσιν της κακής φήμης περί του Βυζαντίου…. '

Η θαυμασία ιστορική διορατικότης του Γίββωνος τον έκαμε να γράψη πολλάς σελίδας εγκωμιαστικάς του βυζαντινού Ελληνισμού, το εκ φύσεως όμως δηκτικόν αυτού πνεύμα έκλινεν εις το να ευρίσκη και εις τας αρετάς ακόμη μεμπτέας όψεις, το δε χείριστον είναι ότι η συγγραφική δεξιότης αυτού συνετέλεσεν εις το να διαδοθούν αι ειρωνικαί κρίσεις του».

Παράθεση #13

Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, «Αι Βάσεις του Βυζαντινού Πολιτεύματος», ΕΕΦΣΠΑ, περίοδος Β', τόμ. ΚΒ', 1971-1972, σελ. 201
«Η πνευματική ηγεσία της Ευρώπης του ΙΗ΄ αιώνος περιφρονεί το Βυζάντιον, διότι το θεωρεί εστερημένον υψηλού φρονήματος και φιλελευθέρου πνεύματος, ξένον προς τας δημοκρατικός αντιλήψεις. Εις αυτό βλέπει μόνον μίαν αλληλουχίαν στάσεων, δολοπλοκιών και δολοφονιών ή εν σύνολον τυραννουμένων ανθρώπων, μετά των υπηρετούντων τον δυνάστην των. Δια την διαμόρφωσιν και διάδοσιν αυτών των αντιλήψεων σημαντική υπήρξεν η ευθύνη και του άγγλου ιστορικού Εδουάρδου Γίββωνος, του οποίου το έργον «Ιστορία της παρακμής και της πτώσεως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» είχεν ευρυτάτην απήχησιν. Το πόνημα του γλαφυρού ιστορικού, παρά τον τίτλον του, περιλαμβάνει την ιστορίαν της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ανεξαρτήτως της αντιρρήσεως, πώς είναι δυνατόν παρακμή να διαρκή ένδεκα αιώνας, όσοι μεσολαβούν από της Ιδρύσεως της Κωνσταντινουπόλεως (324) μέχρι της πτώσεως της βασιλευούσης (1453), είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς δεν επεχείρησε να κατανόηση το Βυζάντιον εντός των ιστορικών του πλαισίων, ούτε αντελήφθη την συμβολήν του».

Παράθεση #14
Μεταλληνός Δ. Γεώργιος, «Πηγές Εκκλησιαστικής Ιστορίας», Αρμός, Αθήνα 1989, σελ. 34-35
«Κλασικό παράδειγμα ο άγγλος ιστορικός Edward Gibbon (1737-1794). Είδε με το πρίσμα του Διαφωτισμού (φιλελευθεροφροσύνη-θρησκευτικός σκεπτικισμός) την ιστορία του Βυζαντίου/Ρωμανίας και το απέρριπτε, πριν ακόμη το μελετήσει. Στο γνωστό έργο του… βλέπει μια συνεχιζόμενη πορεία καταπτώσεως στο Βυζάντιο και τίποτε άλλο. Μπορούμε στην περίπτωση αυτή να μιλούμε για τα «γυαλιά» του Ιστορικού, το πρίσμα μέσα από το οποίο «βλέπει» την ιστορία.... 

Δεν μπορεί όμως φυσικά να στηριχθεί στην ωραιότητα του ύφους και η επιστημονική του άξια. Η τελευταία έχει αρκετά ξεπεραστεί και εκεί ακόμη, όπου ισχύει η τάση του Γίββωνος στη θεώρηση του Βυζαντίου/Ρωμανίας. Είναι όμως έργο, που στο σύνολο του δεν μπορεί να αγνοηθεί, κυρίως λόγω της κριτικής του δύναμης και της προσπάθειας ερμηνείας. Συνιστά όμως χαρακτηριστική απόδειξη για το πόσο ζημιώνει την επιστήμη της ιστορίας η επικράτηση οποιασδήποτε «τάσης» (Tendenz) στην προσπάθεια κατανόησης και ερμηνείας του ιστορικού γίγνεσθαι».

Παράθεση #15

UNESCO, Ιστορία της Ανθρωπότητας, τόμ. 12, «Η Θεμελίωση των Νεώτερων Χρόνων 1300-1775», εκδ. Χ. Τεγόπουλου-Ν. Νίκας & ΣΙΑ Ο.Ε., Αθήνα 1970, σελ. 4137
«…αφηγήθηκε την ιστορία της αυτοκρατορίας… με πνεύμα κάθε άλλο παρά φιλικό προς τον θρίαμβο του χριστιανισμού στη Δύση... Θεωρούσε ότι η τέχνη μπορούσε να αναπτυχθεί ουσιαστικά ανεξάρτητα από τη ζωή ή τις πεποιθήσεις των καλλιτεχνών, και ότι η τέχνη της Ελλάδας ήταν γι' αυτόν κάτι το πολύ ανώτερο από τη χριστιανική τέχνη του Μεσαίωνα και της Αναγεννήσεως. 
Έτσι μαζί με τον σύγχρονό του Βολτέρο, ο Γίββων και ο Βίνκελμαν, ο καθένας με τον τρόπο του, μετέτρεψαν την ιστορία σε όπλα επίθεσης εναντίον των παραδοσιακών χριστιανικών προτιμήσεων».

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας

Λίγα γράμματα έμαθε ο άγιος Σπυρίδωνας. 
Τούτο, όμως, δεν τον εμπόδισε από του να προσέλθει και να λάβει μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Μέγας Κωνσταντίνος τα 325 μ.Χ., για να αποστομώσει και καθαιρέσει τον Άρειο. 
Ο τρομερός αυτός αιρετικός, όπως ξέρουμε, δίδασκε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά δημιούργημα και πλάσμα του Θεού. Κι η αιρετική του αυτή διδασκαλία είχε προκαλέσει αληθινό σάλο κι είχε συνταράξει ολόκληρη τη Χριστιανική Εκκλησία.
Στη σύνοδο αυτή από τη μια μεριά είχε παραταχθεί ο Άρειος με τους ικανούς ρήτορες και οπαδούς του επισκόπους. 
Κι ήταν αυτοί ο Νικομήδειας Ευσέβιος, ο Νικαίας Θεαγένης και ο Χαλκηδόνος Μακάριος. 
Μαζί μ' αυτούς, με την άδεια του Βασιλιά, προσήλθαν και παρεκάθισαν στη σύνοδο και αρκετοί φιλόσοφοι ομοϊδεάτες του Αρείου και υπερασπιστές του. Ανάμεσα σ' αυτούς ξεχώριζε κι ένας Έλληνας φιλόσοφος, ο Ευλόγιος, που στη διαλεκτική τέχνη, την ευστροφία του λόγου και τα σοφίσματα εθεωρείτο ανίκητος.
Στην παράταξη των ορθοδόξων είχαν συγκεντρωθεί 317 σεβάσμιοι αρχιερείς και κληρικοί. 
Μεταξύ αυτών διακρίνονταν, οι άγιοι Νικόλαος και Αλέξανδρος, ιερέας ακόμη, ο επίσκοπος Αντιοχείας Ευστάθιος, ο Παφνούτιος από τη Θηβαΐδα, ο Μέγας Αθανάσιος, διάκονος τότε της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ο επίσκοπος Τριμυθούντος Σπυρίδων και άλλοι πολλοί. 
Ο τελευταίος φυσικά δεν διακρινόταν για τη μόρφωση του. Διακρινόταν, όμως, για την απλότητα και την ταπείνωση του. 
Ήταν ένα δοχείο ακένωτο από ουράνιους θησαυρούς. 
Ήταν ένα κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Από τη στιγμή που μπήκε στην αίθουσα της συνόδου η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και με βαθιά πίστη προσευχόταν νοερά να φωτίσει, ο Θεός, ώστε στο τέλος να λάμψει η αλήθεια.
«Πάτερ, δόξασόν σου τον Υιόν», έλεγε κι επαναλάμβανε με δάκρυα στα μάτια. Η αγάπη του στον λατρευτό μας Σωτήρα Χριστό του φλόγιζε όλο το κορμί και τον γέμιζε με ακαταμάχητη δύναμη.
Στη συζήτηση, που είχε ανάψει ο τρομερός Άρειος με τη φιλοσοφική του μόρφωση, την πανουργία και την ευγλωττία του, αλλά και τους οπαδούς του ρήτορες, που τον ενίσχυαν αφάνταστα, πετούσε κυριολεκτικά κεραυνούς ενάντια στην αλήθεια και την Εκκλησία του Χριστού. 
Οι ώρες περνούσαν, χωρίς ένα θετικό αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή μάλιστα ένας από τους πιο δεινούς ρήτορες του Αρείου, ο Έλληνας σοφός Ευλόγιος είχε προβάλει τέτοια επιχειρήματα και με τόση μαεστρία που είχε νομισθεί ότι το δίκαιο βρισκόταν με το μέρος τους. 
Οι υπερασπιστές της χριστιανικής αλήθειας, κι αυτός ο Μ. Αθανάσιος, σώπασαν. Νεκρική σιγή είχε απλωθεί για μερικά δευτερόλεπτα στη μεγάλη αίθουσα της συνόδου. Εκείνη την ώρα σηκώθηκε από τη θέση του ο άγιος μας και ζήτησε να μιλήσει. Αργά προχωρεί προς το βήμα. 
Οι οπαδοί του αιρεσιάρχη χαμογέλασαν, σαν τον είδαν. Οι άλλοι πατέρες στενοχωρήθηκαν. Γνώριζαν πώς ο άγιος ήταν αγνός κι ενάρετος. Ήταν όμως, κι ο άνθρωπος ο απλοϊκός, με τα λίγα γράμματα και χωρίς αυτό που λέμε κατά κόσμο σοφία και γνώση. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ο ταπεινός βοσκός να τα βγάλει πέρα μ' ένα ρήτορα σοφό και διεστραμμένο; 
Γι' αυτό στενοχωρήθηκαν και μερικοί αγωνιζόντουσαν να τον εμποδίσουν να ομιλήσει. Φοβόντουσαν μήπως ο τραχύς κι αδιάντροπος ρήτορας ζητήσει να τον εκθέσει και να τον γελοιοποιήσει. 
Ο Σπυρίδωνας, όμως, επέμενε. 
Κι ο Βασιλιάς έδωκε τον λόγο.
Σιγή και πάλι νεκρική απλώθηκε στην αίθουσα. 
Οι φίλοι του Αρείου με δυσκολία συγκρατούν την περιφρόνηση τους, ενώ οι πατέρες με αισθήματα σεβασμού μα και απορίας κοιτούν τον γέροντα. 
Κάποια στιγμή ο μέγας Σπυρίδων διακόπτοντας τη σιωπή στρέφεται προς τον φιλόσοφο και με φωνή σταθερή αρχίζει να του λέγει τούτα τα λόγια:
-Άκουε, σοφέ. Ένας είναι ο Θεός. Αυτός με τον Λόγο Του και το Πνεύμα Του δημιούργησε όλο τον κόσμο. Και αυτά που βλέπουμε, μα κι εκείνα που δεν βλέπουμε. Αυτός έπλασε και το θαυμαστό κι υπέροχο δημιούργημα, τον άνθρωπο. Αυτός ο Λόγος του Θεού είναι Υιός του Θεού αληθής και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για την ιδική μας σωτηρία, πιστεύουμε ότι ο Υιός του Θεού έγινε και άνθρωπος και γεννήθηκε από μία κόρη, την Παρθένο Μαρία. Μεγάλωσε σαν άνθρωπος εκεί στη Ναζαρέτ, δίδαξε επί τρία χρόνια κι ύστερα σταυρώθηκε και τάφηκε σαν άνθρωπος. Έπειτα αναστήθηκε σαν Θεός μετά τρεις μέρες και συνανέστησε κι εμάς και μας χαρίζει άφθαρτη και αιώνια ζωή. 
Ο Λόγος του Θεού, αφού παρέμεινε στη γη μετά την Ανάσταση Του επί σαράντα ημέρες, αναλήφθηκε ύστερα στον Ουρανό από όπου κι έστειλε στη γη μετά δέκα μέρες το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο από τότε παραμένει στην Εκκλησία. Ο Λόγος του Θεού πιστεύουμε ακόμη, πώς θα ξανάρθει κάποια μέρα για να κρίνει τον κόσμο όλο. Ημείς δε, θα αναστηθούμε και θα παρουσιαστούμε μπροστά Του, για να απολογηθούμε σ' Αυτόν για όλα τα έργα, τα λόγια και τα ενθυμήματα μας.
-Ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, Σύνθρονος, Ομότιμος και Ομόδοξος. 
Ένας είναι ο Θεός. Τρία Πρόσωπα όμως, τρεις Υποστάσεις, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία αυτά Πρόσωπα, ο ένας Θεός, η μία Ουσία είναι για τον νου του ανθρώπου κάτι το άρρητο και ακατάληπτο. 
Όπως είναι αδύνατο να βάλει κανείς όλα τα νερά της θάλασσας σ' ένα ποτήρι, έτσι είναι αδύνατο και το πεπερασμένο μυαλό του ανθρώπου να χωρέσει και να κατανοήσει το άπειρο της Θεότητος. Για να δώσω όμως μια εξήγηση των λόγων μου, ας με συγχωρήσει ο Πανάγαθος που θα χρησιμοποιήσω αυτό το χειροπιαστό παράδειγμα. 
Τότε ο άγιος έβαλε το αριστερό χέρι στην τσέπη του κι έβγαλε ένα κεραμίδι και δείχνοντας το, έκαμε με το δεξί του το σημείο του σταυρού κι είπε:
— «Εις το όνομα του Πατρός».
Κι έσφιξε το κεραμίδι. Οι πατέρες που παρακολουθούν τη σκηνή, συγκλονίζονται κυριολεκτικά. Γιατί με τις λέξεις του αγίου, η φωτιά με την οποία ψήθηκε το κεραμίδι ανέβηκε πάνω.
- «Και του Υιού»,
Πρόσθεσε. Τότε το νερό με το οποίο ζυμώθηκε το ξερό κεραμίδι, έτρεξε κάτω.
— «Και του Αγίου Πνεύματος».
Συμπλήρωσε ο πρακτικός και θεοφώτιστος διδάσκαλος. Το χώμα έμεινε στο χέρι του.
- Αδελφοί και πατέρες μου, συνέχισε ο θαυματουργός. Όπως το κεραμίδι αποτελεί ένα πράγμα μιας ουσίας και μιας φύσεως, αλλά είναι τρισύνθετο - φωτιά, νερό, χώμα — έτσι κι ο Άγιος Θεός. 
Αν και δεν πρέπει να παρομοιάσουμε την Άκτιστο και Υπερούσια αυτή Φύση με κτιστό και φθαρτό δημιούργημα, εν τούτοις για να κάνουμε τα ακατάληπτα καταληπτά, - ας μας συγχωρήσει το άπειρο έλεος Του - λέμε και τονίζουμε:
- Ο Θεός είναι ένας κατά την ουσία και τη φύση. 
Αλλά κατά τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις είναι Τριαδικός: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.

Τα λόγια του αγίου κατέπληξαν τους παριστάμενους. Η αίθουσα αντήχησε από τις δοξολογίες προς τον Θεό και τις επευφημίες των Πατέρων. «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών. Συ ει ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος». (Ψαλμ. ος', 14-15). 
Ψάλλουν και δοξολογούν τον Κύριο. Ο Άρειος κι οι οπαδοί του καταντροπιάστηκαν πραγματικά. Ο φιλόσοφος ταπεινωμένος αναγνωρίζει κι ομολογεί φανερά την ήττα του:
-Τα λόγια σου με έπεισαν, άγιε γέροντα, και το θαύμα με βεβαίωσε, ότι έχεις δίκαιο. Πιστεύω τώρα. Πιστεύω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός κι Αυτός, ομοούσιος με τον Πατέρα.
Δάκρυα χαράς έτρεξαν από τα μάτια όλων και πρώτα-πρώτα από τα μάτια του φιλοσόφου, που έσπευσε να δεχθεί το βάπτισμα και να γίνει χριστιανός.
Γράφει ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος για την παρουσία του Αγίου Γέροντος στην σύνοδο της Νίκαιας:

Ὅτι παρῆν ἐν τῇ κατὰ τὴν Νίκαιαν συνόδῳ Ἕλλην καὶ αὐτὸς παρὰ πάντων θαυμαζόμενος, ὥστε μεγάλην ἀκρόασιν ἐκ τῆς συμβολῆς γενέσθαι, πλήθους ἐπισυντρέχοντος.
Οὐδὲ γὰρ οἷοί τε ἦσαν οἱ ἐπίσκοποι τὸν φιλόσοφόν τε καὶ ῥήτορα περιτρέψαι διαλεγόμενον, διότι πᾶσι τοῖς ἐπαγομένοις ῥᾷστα προσεφέρετο, ἐπιλύων εὐφυῶς τὰ προτεινόμενα καὶ δίκην ἐγχέλυος ἀκατάσχετος εὑρισκόμενος καὶ μηδενὶ λόγῳ κρατούμενος.
Ἐν οἷς γὰρ ἐδόκει συνέχεσθαι, διολισθαίνων ἐπικρατεστέρως ἀντεφέρετο τῇ τῶν νοημάτων δεινότητι καὶ ῥημάτων εὐγλωττίᾳ καὶ στωμυλίᾳ.
Ἀλλ' ἵνα δείξῃ ὁ Θεός, ὅτι οὐκ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀλλ' ἐν δυνάμει, ὁ ἅγιος Σπυρίδων ἰδιώτης ὢν τῷ λόγῳ σφόδρα αἰτεῖται χώραν αὐτῷ διαλέξεως ἐπιδοθῆναι πρὸς τὸν φιλόσοφον.
Οἱ δὲ πατέρες τὸ ἁπλοῦν καὶ ἰδιωτικὸν τοῦ ἀνδρὸς εἰδότες ἐκώλυον αὐτόν, μή ποτε παρὰ τοῖς μοχθηροῖς καταγελασθῶσιν.
Τοῦ δὲ μὴ ἀνεχομένου, πρόσεισι τῷ ἀνδρὶ καί φησιν "ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἄκουσον, ὦ φιλόσοφε, τὰ τῆς ἀληθείας δόγματα."
Ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν ἔφη "ἐὰν εἴποις."
Κἀκεῖνος εἶπεν "γίνωσκε, ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστιν ὁ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν δημιουργήσας, ὁ καὶ τὸν ἄνθρωπον ἐκ γῆς διαπλάσας καὶ τὰ ὁρατὰ πάντα καὶ τὰ ἀόρατα, τῷ λόγῳ αὐτοῦ καὶ τῷ πνεύματι συστησάμενος.
Τοῦτον οὖν τὸν λόγον ἡμεῖς υἱὸν θεοῦ εἰδότες προσκυνοῦμεν, πιστεύοντες διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐπ' ἐσχάτων ἐκ τῆς παρθένου τεχθῆναι καὶ διὰ σταυροῦ καὶ θανάτου καὶ ἀναστάσεως αὐτὸν ἐλευθερωκέναι τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ὃν καὶ ἐλπίζομεν ἐλθόντα πάλιν κρῖναι πάντας ἐν δικαιοσύνῃ.
Πιστεύεις τούτοις, ὦ φιλόσοφε;"Ὁ δὲ ὡς ἄν τις πεῖραν λόγων μηδεπώποτε ἔχων εἰς τὴν ἀντίθεσιν ἀπηνεώθη καὶ ὡς κωφὸς καὶ ἄλαλος ἀποσιωπήσας τοῦτο μόνον ἐφθέγξατο, ὅτι "κἀμοὶ ταῦτα οὕτως ἔχειν δοκεῖ."
Καὶ ὁ γέρων φησίν "οὐκοῦν ἀναστὰς ἀκολούθει μοι πρὸς τὴν ἐκκλησίαν καὶ λήψῃ τὸ σημεῖον τῆς πίστεως ταύτης."
Ὁ δὲ φιλόσοφος ἐπιστραφεὶς λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ "ἀκούσατε, ὦ ἄνδρες, ἕως ὅτε λόγων ἐποιούμην σπουδήν, λόγους ἀντετίθουν πρὸς τὰ προσφερόμενα καὶ τέχνῃ τοῦ λέγειν ἀνέτρεπον.
Ὅτε δὲ ἀντὶ λόγων δύναμίς τις ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματος τοῦδε τοῦ γέροντος, οὐκ ἴσχυσαν οἱ λόγοι τῇ δυνάμει ἀντιτάξασθαι· οὐδὲ γὰρ οἷός τέ ἐστιν ἄνθρωπος ἀντιτάξασθαι θεῷ.
διά τοι τοῦτο εἴ τις ὑμῶν δύναται συνιέναι, ὡς κἀγὼ νενόηκα, πιστεύει εἰς Χριστὸν καὶ ἀκολουθείτω σὺν ἐμοὶ τῷ γέροντι τούτῳ, ἐν ᾧ ἐλάλησεν ὁ Θεός."
Καὶ οὕτως ὁ φιλόσοφος ἐβαπτίσθη.
Η αλήθεια για μια ακόμη φορά θριάμβευσε. Και επεβλήθη «ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ' εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως» (Α' Κορ. 2', 4). Δηλαδή όχι με συναρπαστικά λόγια ανθρώπινης σοφίας, αλλά με απόδειξη θείας δυνάμεως, που με το θαύμα που έγινε επιβεβαίωσε τη διδασκαλία. Να ποιος ήταν ο άγιος μας. Φλογερός, ζηλωτής στην πίστη, θεοφώτιστος.