Θέλοντας, Χριστέ και Θεέ μας, να δείξεις, πριν από τ' άγια Πάθη Σου, πως όλοι οι νεκροί θ' αναστηθούν, τον Λάζαρο απ' τους νεκρούς ανέστησες.
Γι αυτό και μεις, σαν τα παιδιά που Σε υποδέχτηκαν κατά την είσοδό Σου στην πόλη την Ιερή, στα χέρια μας κρατάμε βάγια, της νίκης σύμβολα, και δοξαστικά φωνάζουμε σ' Εσένα, τον νικητή του θανάτου:
Βοήθησέ και σώσε μας, Συ που κατοικείς στα ύψιστα τα μέρη του ουρανού, ευλογημένος να ΄σαι Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!
«ὡς οἱ παῖδες» Για Σένα πήραμε, Χριστέ, σαν τα παιδιά στα χέρια μας τα νικητήρια βάγια, σαν τότε οπού στην εμπασιά της Άγιας της Πόλης, από τ’ άδειο πια του Λάζαρου γυρνώντας το μνημούρι, του φοβερού θανάτου μας ελπιδοφόρος νικητής και δωρητής φιλεύσπλαχνος του δώρου της ανάστασης, γύρω σου κι ολοτρόγυρα παιδιά φωνάζαν «Ωσαννά», βλογούσαν τ’ όνομά Σου, τιμούσαν τον Πατέρα Σου που σ’ έστειλε κοντά μας.
Αξίωσέ μας, Δέσποτα Συ και της ζωής μας Κύριε, μαζί μ’ εκείνα τα παιδιά, παιδιά κι εμείς δικά Σου, αγαπημένα από Σε, φίλοι πιστοί κι αδέρφια Σου, το «Ωσαννά», το «Δόξα Σοι» -για Σε που κατοικείς στα ύψιστα του Ουρανού τα μέρη- από καρδιά, από ψυχή και σκέψη και διάνοια ολημερίς, ολονυχτίς να ανυμνολογούμε κι ας παραστέκει, τώρα σαν πρώτα, όχλος αχάριστος με στόματα μαυρόψυχα που ουρλιάζουν «Σταυρωθήτω».
Παναγία Δέσποινα και του Θεού Μητέρα, ο Γαβριήλ, ο αρχάγγελος, από της παρθενίας σου την ομορφιά κατάπληκτος, απ' της αγνότητάς σου την εκτυφλωτική τη λάμψη θαμπωμένος, έβγαλε δυνατή φωνή κι αυτά τα λόγια είπε: «Ποιά λόγια νά 'βρω ταιριαστά για να σου πλέξω εγκώμιο, πως να σε προσφωνήσω; αμήχανα εκστατικός εδώ μπροστά σου στέκομαι· γι΄αυτό, στην προσταγή Του υπάκουος τούτο μονάχα θα σου πω: Χαίρε εσύ, που του Θεού όλες τις Χάρες έχεις.»