Ο θείος αυτός πατέρας, καταγόταν από την
Aσία και
ανετράφη από παιδί στην βασιλική αυλή της Κωνσταντινούπολης.
Τελείωσε τις σπουδές του στη φιλοσοφία, ρητορική και φυσική.
Στη λογική, κατά την αποφοιτήριο διάλεξή του ενώπιον του αυτοκράτορα
και των αξιωματούχων, ο πρύτανης του πανεπιστημίου ανεφώνησε
με θαυμασμό ότι αν ήταν παρών και ο ίδιος Aριστοτέλης θα τον
επαινούσε.
Μετά τις σπουδές του όμως, απέρριψε τη προσφορά υψηλών αξιωμάτων
του αυτοκράτορα, εγκατέλιψε τα βασίλεια και από είκοσι χρονών
ασκήτευσε στο Άγιον
Όρος. Πρώτα στην Λαύρα του Βατοπεδίου κατόπιν στη Λαύρα
του Αθανασίου καθώς και στην ερημική τοποθεσία Γλωσσία, σημερινή
Προβάτα. Ανεχώρησε από το Όρος για τα Ιεροσόλυμα, αλλά στην
Θεσσαλονίκη είδε σε όραμα τον Άγιο Δημήτριο που του απαίτησε
να μείνει και να μονάσει εκεί κοντά. Εμόνασε τότε στη Βέροια
και τριάντα χρονών έγινε ιερέας. Εκεί πλήθη μοναχών και λαϊκών
προσέτρεχαν να τον συμβουλευθούν. Μετά πέντε χρόνια και λόγω
εισβολής των Σέρβων επέστρεψε στον Άθωνα σε κοντινό κελί της
Μεγίστης Λαύρας, όπου έφθασε σε μεγάλα ύψη φωτισμού και εκεί
σε όραμα έλαβε εντολή να ασχοληθεί με δογματικά θέματα. Κατόπιν
λόγω της φήμης του αναγκάσθηκε να γίνει ηγούμενος για ένα
χρόνο στη μονή Εσφιγμένου. Αργότερα έγινε και αρχιεπίσκοπος
Θεσσαλονίκης για δώδεκα χρόνια, αλλά μόνο στα μισά παρέμεινε
λόγω περιπετειών, από τη δράση του, μέχρι και φυλακής.
Παραστάθηκε στις συγκροτηθείσες συνόδους του 1341 και 1347
και πολέμησε τις κακοδοξίες των δυτικόφρονων Βαρλαάμ και Ακινδύνου.
Έγραψε πολλά θεολογικά συγγράμματα ιδιαίτερα δογματικά για
να καταπολεμήσει τους αιρετικούς, όπως περί του Αγίου
Πνεύματος, καθώς και επιστολές στους αντιησυχαστές, επίσης
διάφορα ομολογιακά κείμενα. Είναι ο θεολόγος της χάριτος,
του ακτίστου φωτός.
Μετά στασιμότητα πολλών αιώνων ο Γρηγόριος πέτυχε να ανανεώσει
την θεολογική ορολογία και να δώσει νέες κατευθύνσεις στη
θεολογική σκέψη. Ξεκίνησε από προσωπικές
εμπειρίες και απέδειξε ότι το έργο της θεολογίας είναι
ασύγκριτα ανώτερο από της φιλοσοφίας και επιστήμης. Αξιολογεί
την έξω σοφία ως περιορισμένη, αναφέροντας δύο γνώσεις, την
θεία και την ανθρώπινη και δύο Θεϊκά δώρα, τα φυσικά για όλους
και τα υπερφυσικά ή πνευματικά που δίδονται όποτε θέλει ο
Θεός και μόνο στους καθαρούς και αγίους, στους τελείους. Η
θεολογία ολοκληρώνεται δια της θεοπτίας.
Οι αντίπαλοι του Παλαμά πίστευαν στο χωρίο του Ιωάννου ότι «τον Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» και κατηγορούσαν
τους μοναχούς που είχαν θεοπτία, ως ομφαλοσκόπους. Ο Γρηγόριος
αντέτεινε ότι ο Κύριος είπε: «οι καθαροί στην καρδία
τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8). Θεμελιώδης προσφορά
του Γρηγορίου στην θεολογία είναι η διάκρισις στην ουσία και
ενέργεια του Θεού. Η ύπαρξη του Θεού συνίσταται σε δύο. Στην
ουσία Του, η οποία είναι άκτιστη,
ακατάληπτη και αυθύπαρκτη και ονομάζεται κυριολεκτικά θεότης
(εδώ αναφέρεται το ουδείς εώρακε) και στις ενέργειές
Του, οι λεγόμενες ιδιότητες ή προσόντα που είναι μεν άκτιστες,
αλλά καταληπτές. Άλλο
λοιπόν η θεότης και άλλο η βασιλεία, η αγιότης κ.λ.π.
Ο άνθρωπος είναι μίγμα δύο διαφόρων κόσμων και συγκεφαλαιώνει
όλη την κτίση. Ακολουθώντας
την Πατερική γραμμή σε σύγκριση με τη πλατωνική και βαρλααμική
ανθρωπολογία, θεωρεί ότι το σώμα του ανθρώπου δεν είναι πονηρό,
αλλά αποτελεί κατοικία του νου, αφού μάλιστα καθίσταται και
του Θεού κατοικία, έτσι μαζί με τη ψυχή καθιστά τον άνθρωπο
ενιαίο και αδιάσπαστο σύνολο. Η αναγέννηση του ανθρώπου γίνεται
με το βάπτισμα και η ανακαίνιση με την θεία Ευχαριστία. Είναι
τα δύο θεμελιώδη μυστήρια, της θείας οικονομίας.
Το ουσιωδέστερο στοιχείο της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου
Παλαμά συνίσταται στην ανύψωση του ανθρώπου υπεράνω αυτού
του κόσμου. Η εμπειρία της θεώσεως είναι δυνατή από εδώ με
την παράδοξο σύνδεση του ιστορικού με του υπεριστορικού. Το
φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού στο Θαβώρ, το φως που
βλέπουν οι καθαροί ησυχαστές σήμερα και η υπόστασις των αγαθών
του μέλλοντος αιώνος αποτελούν τις τρείς φάσεις ενός και του
αυτού πνευματικού γεγονότος, σε μια υπερχρόνια πραγματικότητα.
Προβάλλει λοιπόν η Εκκλησία την μνήμη του στη δεύτερη Κυριακή,
ως συνέχεια, τρόπον τινά και επέκταση της πρώτης Κυριακής,
της Ορθοδοξίας. Η μνήμη του αγίου Γρηγορίου Παλαμά είναι ένα
είδος δευτέρας «Κυριακής της Ορθοδοξίας».
Κοιμήθηκε σε ηλικία 63 χρονών στις 14 Νοεμβρίου από ασθένεια
και αγιοποιήθηκε σύντομα. Το ιερό του λείψανο σώζεται σήμερα
στη μητρόπολη της Θεσσαλονίκης.
Αν σου πω, νήστεψε πολλές φορές μου προβάλλεις ως δικαιολογία την
ασθένεια του σώματος. Αν σου πω, δώσε στους φτωχούς μου λες ότι είσαι φτωχός και
έχεις να αναθρέψεις παιδιά. Αν σου πω να έρχεσαι τακτικά στις Συνάξεις της Εκκλησίας, μου
λες, έχω διάφορες μέριμνες. Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγονται στην Εκκλησία και κατανόησε το
βάθος των λόγων του Θεού, μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη
μορφώσεως. Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου,
μου λες ότι δεν υπακούει όταν τον συμβουλεύω, αφού πολλές φορές του μίλησα και
περιφρόνησε τα λόγια μου… Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές και όλα αυτά είναι χλιαρά λόγια,
αλλά, παρά ταύτα, μπορείς να προφασίζεσαι.
Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου, ποια από
τις προφάσεις αυτές μπορείς να χρησιμοποιήσεις; Διότι νομίζω, δεν μπορείς να φέρεις ως πρόφαση ούτε ασθένεια σώματος,
ούτε φτώχεια, ούτε αμάθεια, ούτε απασχόληση και μέριμνα, ούτε τίποτε άλλο. Γι’ αυτό απ’ όλες σου τις αμαρτίες, αυτή η αμαρτία θα σου είναι ασυγχώρητη.
Αλήθεια, πως θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον Ουρανό; Πως θα
κινήσεις τη γλώσσα σου να προσευχηθείς; Πως θα ζητήσεις συγνώμη; Ακόμη κι’ αν θέλει ο Θεός να σου συγχωρήσει τις αμαρτίες, δεν Του το
επιτρέπεις εσύ, επειδή δεν συγχωρείς τις αμαρτίες του αδελφού σου. Διότι, αν εσύ ο ίδιος εκδικηθείς και επιτεθείς εναντίον του, είτε με
λόγια, είτε με ανάλογες συμπεριφορές, είτε με κατάρες, ο Θεός δεν θα επέμβει
πλέον, αφού εσύ ανέλαβες την τιμωρία Του. Και όχι μόνο δεν θα επέμβει,
αλλά και από σένα θα ζητήσει λόγο, διότι φέρθηκες υβριστικά προς Αυτόν. Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
Άνθρωπος του Θεού δεν δηλώνεις αλλά φαίνεσαι. Έχουμε κουραστεί από τους
δήθεν. Από αυτούς που αυτοπροβάλλονται έστω και «ταπεινώ τω τρόπω».
Αυτούς που πίσω από το χαμόγελο κρύβουν ακονισμένα για κατάκριση και
«ιερές» μάχες δόντια .
Όλους αυτούς που χρησιμοποιούν την εκκλησία για να διαμορφώσουν ένα προφίλ
πνευματικότητας ώστε να εξασφαλίσουν την αίσθηση δύναμης που δεν βρήκαν στο
κόσμο.
Στην εκκλησία δεν σώζεται ο ισχυρός, ο τέλειος, ο καπάτσος, ο
καταφερτζής, εκείνος που τα κατάφερε, που νίκησε, που εξυψώθηκε, αλλά
εκείνος που ταπεινώθηκε, που πόνεσε, που δυσκολεύτηκε, που ταλαιπωρήθηκε,
λαβώθηκε και στην αγάπη αναστήθηκε. Η εκκλησία ανήκει στους ταπεινούς αυτού του κόσμου, σε αυτούς που ζουν στα
αζήτητα της εξουσίας και της δύναμης. Των υπαρξιακά λαβωμένων, ψυχικά
κουρελιασμένων, εκείνων που έγλειψαν τα πατώματα της προσωπικής τους μοναξιάς
και οδύνης και αισθάνθηκαν την ολική απογύμνωση της υπάρξεως τους. Κουραστήκαμε και πολλές φορές λυγίσαμε, κλάψαμε και πενθήσαμε για μια
παραχάραξη και παραμόρφωση του εκκλησιαστικού ήθους και της χριστιανικής
κατανόησης, που κρατά το περικάλυμμα της παραδόσεως και χάνει με υπαρξιακά
εκκωφαντικό ήχο την ουσία της χριστιανικής ζωής. Για όλους εκείνους που βαπτίζουν αρετές τα πάθη και τις κακίες τους.
Αυτούς που ζουν την κατά Χριστώ ζωή με σκοπό και στόχο, δίχως αγάπη, έρωτα
και ελευθερία. Που περιμένουν πάντα κάτι να πάρουν, που αισθάνονται ότι
κάποιος πάντα τους χρωστά.
Δεν είναι χριστιανικά στήθη αυτά που μετρούν τι δίνουν και τι παίρνουν,
μα εκείνα που αγαπούν δίχως να περιμένουν. Δεν είναι χριστιανή ψυχή εκείνη που νιώθει αυτοδικαιωμένη και ναρκισσιστικά
ολοκληρωμένη στην ζάλη της αρετής και της θρησκευτικής δικαίωσης της. Ο
χριστιανός δεν είναι δικαιωμένος, αλλά αγαπητικά σωσμένος. Η σωτηρία του,
είναι καρπός αγάπης, και όχι κατορθωμάτων. Αίσθηση και εμπειρία ότι κάποιος με
αγαπάει πολύ κι ας έχω τα χάλια μου, κι ας είμαι αδύναμος και ας μην έχω
τίποτε να καυχηθώ πέρα της αγάπης του Θεού. Ο παράδεισος δεν είναι κατάκτηση αλλά δωρεά. Είναι καρπός σχέσης και όχι
κατάκτηση ισχυρών και υψηλών θρησκευτικών επιδόσεων. Δεν σώζομαι επειδή κάτι σπουδαίο έκανα, αλλά επειδή κάποιον αγάπησα και με
αγάπησε. Όσο και αν το δηλώσεις άνθρωπος του Θεού, δεν θα γίνεις, εάν η χαρά και η
ειρήνη δεν κατακλείσουν την ύπαρξη σου. Ας κάνουμε όσες νηστείες θέλουμε,
αγρυπνίες και προσευχές, ας έχουμε Γέροντα τον πιο γνωστό πνευματικό της
ορθοδοξίας, ας βγάλουμε όσες φωτογραφίες θέλουμε με στάρετς και οσίους, η
χάρις δεν θα έρθει εάν δεν σταματήσουμε να την ζητούμε με την εσωτερική
αδιάγνωστη πολλές φορές σκοπιμότητα, να κτίσουμε την εικόνα μας, το αυτοειδωλό
μας, το εγωιστικό θρησκευτικό προφίλ μας. Για να αισθανθούμε ότι κάτι
καταφέραμε και κάποιοι είμαστε. Η χάρις δεν εκβιάζεται, ούτε εξαγοράζεται, δωρίζεται και εκχέεται
αγαπητικά στους ταπεινούς, αφανοίς, πληγωμένους και αγαπητικά στραμμένους
προς τον Θεό. Εκείνους που απογυμνώθηκαν και ξαρματώθηκαν από όλες τις
αυταπάτες του κόσμου, όλες τις δυνάμεις και εξουσίες, από όλα τα είδωλα
ακόμη και το ίδιου τους του εαυτού.
Είναι τραγικό ο ήλιος να έχει ανατείλει πια στον κόσμο μας, να θερμαίνει τις καρδιές των ανθρώπων με την αγάπη, και να υπάρχουν «χριστιανοί» που να ζουν ακόμη στο πνευματικό σκοτάδι με την παγωνιά της κακίας μέσα τους
Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
«Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα» (Ματθ. 4, 16)
α.
Η έναρξη της δημόσιας δράσης του Κυρίου, στην οποία αναφέρεται το
ευαγγελικό ανάγνωσμα, συμβαδίζει με την αλλαγή του τόπου κατοικίας Του: ο
Κύριος από τη Ναζαρέτ μεταβαίνει πια στην παραθαλάσσια Καπερναούμ, η
οποία, μολονότι «Γαλιλαία των εθνών», χώρα δηλαδή επηρεασμένη από τους
ειδωλολάτρες, γίνεται κέντρο δράσεώς Του. Κι αυτή η έναρξη σήμαινε το
τέλος της προετοιμασίας του ερχομού του Μεσσία, η οποία σφραγίστηκε από
την παρουσία του μεγαλυτέρου των προφητών, του Ιωάννου του Προδρόμου.
Όσο ζούσε και δρούσε ο Πρόδρομος, ο Κύριος βρισκόταν, θα λέγαμε, σε
αναμονή. Ευθύς ως συλλαμβάνεται και φεύγει από τον κόσμο τούτο
μαρτυρικά, ξεκινά τη δράση Του Εκείνος. Στην Καπερναούμ πια ο Ιησούς
αρχίζει να κηρύσσει το κήρυγμα μετανοίας, ενόψει της ήδη στον κόσμο με
τον Ίδιο ευρισκομένης Βασιλείας του Θεού, που σημαίνει ότι η Καπερναούμ
και δι’ αυτής όλος ο κόσμος γίνεται δεκτική των φωτιστικών ακτίνων της
παρουσίας Του: το φως του Θεού ανατέλλει σ’ έναν κόσμο βυθισμένο στο
σκότος της αγνωσίας του Θεού και της αμαρτίας των ανθρώπων. «Ο λαός ο
καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα».
β.
1. Η αντιστοιχία καταρχάς είναι προφανής: όπως με το βάπτισμα του
Κυρίου στον Ιορδάνη ποταμό «το ύδωρ καθάρσιον γίνεται», διότι ο Ιησούς
«ενίησιν εις αυτόν» τον αγιασμό και το φως Του – το νερό από κοινό νερό
που ήταν μέσα στα πλαίσια του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου, γίνεται
αγιασμός και φωτισμός των ανθρώπων και της κτίσεως – έτσι και η Γαλιλαία
των εθνών, με την εκεί εγκατοίκηση του Κυρίου φεύγει από το σκοτάδι της
αμαρτίας και ζει το φως της παρουσίας του Θεού. Και αιτία γι’ αυτό
είναι ότι ο Ίδιος ο Κύριος αποτελεί το φως του κόσμου. Όπου υπάρχει η
δική Του παρουσία, κατά φυσικό τρόπο υπάρχει και το φως του Θεού, όπως ο
Ίδιος το απεκάλυψε: «Εγώ φως εις τον κόσμο ελήλυθα» και «Εγώ ειμι το
φως του κόσμου∙ ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’
έξει το φως της ζωής».
2.
Το φως αυτό του Θεού είναι η χάρη του Θεού, όχι δηλαδή κάτι από τον
Θεό, αλλά ο Ίδιος ο Θεός, η εν τρισίν προσώποις κοινή ενέργεια της
Θεότητας. Και δεν χρειάζεται κάτι άλλο πέρα από το φως αυτό για να
εξαλειφθεί το πνευματικό σκοτάδι. Το σκοτάδι δεν υφίσταται ως κτίση, ως
δημιουργία, δηλαδή δεν είναι μία αντικείμενη, ισάξια δύναμη που
λειτουργεί ως αντίβαρο του φωτός του Θεού. Το σκοτάδι υπάρχει ως απουσία
του Θεού, δηλαδή εκεί που ελλείπει ο Θεός η κτίση αλλοιώνεται και
διαστρεβλώνεται, πορευόμενη αντίθετα προς τη φυσική της λειτουργία. Το
πνευματικό σκοτάδι συνιστά με άλλα λόγια ανωμαλία, δεδομένου ότι όλα
έχουν δημιουργηθεί από τον Θεό, για να λειτουργούν μέσα στο φως Εκείνου
και να αυξάνουν με Εκείνον. Ο άνθρωπος θέλησε απαρχής να ματαιώσει τη
σχέση του με τον Θεό, συνεπώς βρέθηκε στην έλλειψη του φωτός Του, άρα
στο σκοτάδι. Και ήλθε ο Χριστός, ο ενανθρωπήσας Θεός, ως «το φως το
αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Όποιος πια
στρέφεται προς τον Χριστό, αυτός βλέπει την ύπαρξή του να φωτίζεται από
τη δόξα του Θεού και να γίνεται όλος φως και όλος μάτια.
3.
Η στροφή του εν σκότει ευρισκομένου ανθρώπου προς το φως συνιστά το
γεγονός της μετανοίας. Το κήρυγμα του Χριστού, «μετανοείτε, ήγγικε γαρ η
βασιλεία των Ουρανών», ήταν ακριβώς η κλήση Του, προκειμένου ο άνθρωπος
να βρει και πάλι τον φυσικό του προορισμό, τη φυσιολογική του πορεία,
και να αρχίσει να ζει κατά αλήθεια. Το σκοτάδι της αμαρτίας στο οποίο
ζούσε και ζει ο άνθρωπος χωρίς τον Χριστό, ήταν και είναι μία ζωή εν
θανάτω, μία μη ζωή, έστω κι αν κανείς υφίσταται βιολογικά. Κι αυτή είναι
η τραγωδία του απίστου στον Χριστό ανθρώπου: έχει το όνομα του
ζωντανού, αλλά στην πραγματικότητα είναι νεκρός. Με άλλα λόγια, όσο ο
άνθρωπος ήταν και είναι μέσα στα πάθη του, όσο είναι βουτηγμένος στις
φιλήδονες τάσεις του, στις φιλάργυρες επιθυμίες του, στις φιλόδοξες ή
αλαζονικές αναζητήσεις του, τόσο και δεν υφίσταται εν χώρα ζώντων, τόσο
και είναι διαγεγραμμένος από αυτό που είναι η αληθινή ζωή. Κι αν αυτό
ισχύει για την εδώ ζωή, πόσο περισσότερο ισχύει για τη συνέχειά της, την
άλλη λεγόμενη ζωή; Αιώνια, ζωή εν θανάτω! Ύπαρξη ανυπαρξίας ως ζωή
στερημένη του φωτός του Θεού.
4.
Η μετάνοια λοιπόν ως στροφή προς τον Θεό, κατά το παράδειγμα του ασώτου
της ομώνυμης παραβολής του Κυρίου, κάνει τον άνθρωπο να βλέπει στην
ύπαρξή του την ανατολή του φωτός Του. Και σημάδια της φωτοχυσίας αυτής
είναι ό,τι ο απόστολος Παύλος έχει χαρακτηρίσει ως καρπό του Αγίου
Πνεύματος στον άνθρωπο: την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη της καρδιάς, τη
μακροθυμία, την αγαθωσύνη, την πραότητα, την πίστη, την εγκράτεια. Όπου
επισημαίνονται οι καταστάσεις αυτές, κατεξοχήν μάλιστα η αγάπη, εκεί
σημαίνει ότι έχει αρχίσει το φως του Θεού να θερμαίνει την ύπαρξη του
μετανοούντος ανθρώπου, στοιχείο που αποδεικνύει ότι η μετάνοια δεν είναι
μία θεωρητική κατάσταση, αλλά απτή και εμπειρική πραγματικότητα,
βιωματικό γεγονός. Κι από την άλλη κατανοεί κανείς ότι όπως έχουμε
διαβαθμίσεις στην παρουσία του επιγείου φωτός – αυγή, πρωϊνός ήλιος,
λαμπρός μεσημεριανός – κατά ανάλογο τρόπο έχουμε και την παρουσία του
Θεού στον άνθρωπο. Με άλλα λόγια, η αγιότητα διαβαθμίζεται. Δεν είναι
τυχαίο έτσι ότι και στους αγίους μας βλέπουμε τη λάμψη του Θεού, ακόμη
και στον ίδιο τους το σώμα. Ζώντας πλούσια την παρουσία του Θεού ως φως
στην ψυχή τους, ακτινοβολούσε τούτο και στο φυσικό τους σκήνωμα.
5.
Είναι ευνόητο βεβαίως ότι η μετάνοια που οδηγεί τον άνθρωπο στον
φωτισμό του από τον Θεό, έχει χαρακτήρα εκκλησιαστικό. Ο καλοπροαίρετος
άνθρωπος που δέχεται την κλήση για αποδοχή του Χριστού, θα οδηγηθεί προς
ένταξή του στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Κι η ένταξη αυτή γίνεται
διά του αγίου βαπτίσματος, του κατεξοχήν μυστηρίου φωτισμού του
ανθρώπου. Από εκεί και πέρα, η προσπάθειά του θα είναι να κρατήσει το
φως αυτό και να το αυξήσει με τη χάρη του Θεού. Κι αυτό σημαίνει ότι ναι
μεν υφίσταται φωτισμός και εκτός της Εκκλησίας – η χάρη του Θεού που
ελκύει τον άνθρωπο προς τον Χριστό – ο πραγματικός και βαθύς όμως
φωτισμός αρχίζει από την ώρα που ο άνθρωπος θα γίνει μέλος Χριστού δια
του βαπτίσματος, οπότε ο ίδιος ο Χριστός μ’ έναν άμεσο τρόπο θα παρέχει
τον φωτισμό Του στον πιστό, κατά αναλογία της τηρήσεως πια των αγίων Του
εντολών και της συμμετοχής του στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, ιδίως
στη Θεία Ευχαριστία. Ο βαπτισμένος δηλαδή και χρισμένος από το Πνεύμα
του Θεού άνθρωπος, που ενισχύεται από την εν συνεχεί μετανοία του
συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία, ώστε να τηρεί τις άγιες εντολές του
Κυρίου, είναι ο φωτισμένος άνθρωπος, που όχι μόνο ζει ο ίδιος μία
παραδείσια κατάσταση, έστω και μέσα από θλίψεις και δοκιμασίες, αλλά την
αντανακλά και στον γύρω του κόσμο, γινόμενος μία ευλογία και ευεργεσία
για όλη την κτίση.
γ.
Το ερώτημα πια που τίθεται στον καθένα μας, στον κάθε δηλαδή βαπτισμένο
χριστιανό είναι: πόσο αφήνουμε το φως του Θεού να λάμπει στην ψυχή και
το σώμα μας; Πόσο δηλαδή φωτισμένοι άνθρωποι είμαστε, που και με μόνη τη
ζωή μας να γινόμαστε οδοδείκτες προς τον Θεό και για τους άλλους; Πόσο
τελικά ζούμε εν μετανοία; Είναι τραγικό πάντως ο ήλιος να έχει ανατείλει
πια στον κόσμο μας, να θερμαίνει τις καρδιές των ανθρώπων με την αγάπη,
και να υπάρχουν «χριστιανοί» που να ζουν ακόμη στο πνευματικό σκοτάδι
με την παγωνιά της κακίας μέσα τους.
Η πρωτοχρονιά, η αφετηρία της νέας ετήσιας κυκλικής κίνησης του χρόνου,
προκαλεί στους ανθρώπους ποικίλες σκέψεις και συναισθήματα. Μπορεί να
επενδύεται, με αριστοτεχνικό τρόπο, από την πλασματική λαμπηδόνα του
κόσμου, δεν παύει, όμως, να δημιουργεί διάθεση έντονης εσωστρέφειας και
εσωτερικής αναζήτησης.
«Δεν είμαστε πλασμένοι για τη λίγη ζωή.
Είμαστε πλασμένοι για την αιωνιότητα».
Ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος που Εκκλησία μας πρώτο από όλους τιμά την
ημέρα αυτή, κακοποιείται βάναυσα από το πνεύμα του κόσμου, καθώς
προβάλλεται, άλλοτε ως το σύμβολο του καταναλωτισμού, με προκλητικό τρόπο
και άλλοτε ως το σύμβολο της κοσμικής ευδαιμονίας, σε μια εποχή μάλιστα
κατά την οποία η ανθρωπότητα δοκιμάζεται, σε μεγάλο βαθμό από την φτώχεια,
την ανέχεια και τη δυστυχία, ενώ ο ίδιος υπήρξε και είναι το πρότυπο του
ασκητικού ιδεώδους.
Οι σκέψεις του Αγίου Βασιλείου περί χρόνου βοηθούν στο να
κατανοήσει ο κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος το μέγεθος αυτού του κορυφαίου δώρου
που χάρισε ο Θεός στο πλάσμα Του, προκειμένου να το αξιοποιήσει, να το
καλλιεργήσει, με σκοπό τη διαρκή του βελτίωση και την κατά το δυνατόν ομοίωση
μαζί Του.
Οι σκέψεις του Αγίου περί χρόνου είναι απάντηση – καταπέλτης
στο πνεύμα του σύγχρονου κόσμου που διακρίνεται από μια τάση επιμελούς
ισοπέδωσης όλων εκείνων των στοιχείων που επιτρέπουν στον άνθρωπο να γνωρίσει
τον εαυτό του και να πλησιάσει το Θεό. Είναι η απάντηση προς όλους εκείνους
που διακηρύσσουν ότι ο χρόνος περιορίζεται στα ευτελή και πεπερασμένα όρια
αυτής της ζωής και δεν επεκτείνεται στην αιωνιότητα, για την κατάκτηση της
οποίας απαιτούνται αγώνες, εσωτερικές αναμετρήσεις αλλά και διαρκής
αντιπαράθεση με την υλικοβιοτική αντίληψη της ανθρώπινης ζωής.
Η πρώτη διάσταση του χρόνου που καταγράφει ο Μέγας Βασίλειος στο περίφημο
έργο του «Εις την Εξαήμερον» έχει σχέση
με τον Θεό. Ο Θεός είναι υπεράνω του χρόνου και ταυτόχρονα είναι εκτός χρόνου, από την
άποψη ότι δεν έχει χρονική αρχή και δε θ’ αποκτήσει ποτέ χρονικό τέλος.
Χρονική αρχή έχουν όλα τα δημιουργήματα, δεν έχουν, όμως, όλα χρονικό τέλος.
Κάποτε ο Θεός σήμανε την έναρξη του υλικού κόσμου, κάποτε θα σημάνει το
τέλος του. Αυτό, όμως, αφορά στα υλικά δημιουργήματά Του.
Τα πνευματικά δημιουργήματα, όπως οι Άγγελοι και το ηγεμονικό μέρος της
ανθρώπινης ύπαρξης, η ψυχή, δε θα έχουν ποτέ τέλος. Δημιουργήθηκαν αλλά δεν
εξαφανίζονται, δεν πεθαίνουν.
Η δεύτερη διάσταση του χρόνου, κατά τον Μέγα Βασίλειο, σχετίζεται με την
ύλη και την παρούσα ζωή. Ο χρόνος μοιάζει με μία σφαίρα που κυλά στον κατήφορο και δε σταματά. Ρέει
ακατάπαυστα αποκαλύπτοντας ότι και όσα σχετίζονται μαζί του είναι ρέοντα και
όχι σταθερά. Σα να ταξιδεύει κανείς με το τραίνο και βλέπει ν’ αποκαλύπτονται
μπροστά του διαδοχικά υπέροχα τοπία, τα οποία, όμως, δεν είναι σταθερά,
εξαφανίζονται πριν καν τα συνειδητοποιήσει αφήνοντας στη θέση τους άλλα που
χάνονται, με τη σειρά τους, στο απύθμενο δοχείο του χρόνου, που έχει τη
μοναδική δυνατότητα να μετατρέπει αυτοστιγμεί το παρόν σε παρελθόν.
Αυτή η διάσταση του χρόνου αποκαλύπτει το χρέος του ανθρώπου που αφορά
στην σωστή αξιοποίησή του προκειμένου αυτός να μην πάει χαμένος.
Εκείνος που τον αντιμετωπίζει με αυτή η λογική, κατά τον Μέγα Πατέρα της
Εκκλησίας μας, μπορεί ν’ αντεπεξέλθει με σοφία στις θλίψεις και στα προβλήματα
της ζωής. Αντιλαμβάνεται ότι ο χρόνος είναι ευκαιρία εσωτερικής καλλιέργειας
και καιρός μετανοίας. Εξαγοράζει τον καιρό του, κατά την προτροπή του
Αποστόλου Παύλου, μη αφήνοντας την κάθε στιγμή να χαθεί αναξιοποίητη για την
προσωπική του βελτίωση που συνιστά την απαρχή για τη βελτίωση του κόσμου.
Η τρίτη παράμετρος του χρόνου, κατά τον Καππαδόκη Άγιο, σχετίζεται
με την αιωνιότητα. Ο χρόνος της παρούσης ζωής είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στο ατελεύτητο
της αιωνιότητας. Κι, όμως, εμείς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε το γεγονός
εντελώς διαστρεβλωμένο. Δεν καταλαβαίνουμε ότι είμαστε «πάροικοι και
παρεπίδημοι» στην γήινη πραγματικότητα, είμαστε περαστικοί, ανέστιοι διαβάτες
που πορεύονται προς την πραγματικότητα της αιωνιότητας, γι’ αυτό και κάνουμε
το παν για να χτίσουμε και να δημιουργήσουμε σ’ αυτή τη ζωή με τα καλύτερα
υλικά, ξοδεύουμε τις δυνάμεις μας στα ευτελή και πεπερασμένα, αγνοώντας τις
ανάγκες του έσω ανθρώπου που θα ζήσει αιώνια όταν το φθαρτό του σαρκίο
πεθάνει.
«Δεν είμεθα πλασμένοι για τη λίγη ζωή. Είμεθα πλασμένοι για την
αιωνιότητα. Δεν είμεθα πλασμένοι για τη γη. Είμεθα πλασμένοι για τον
ουρανό.
Η γη είναι το φυτώριο. Κάποτε θα μεταφυτευτούμε από το φυτώριο στον κήπο του
παραδείσου. Όσοι είναι πιστοί, όσοι έχουν το δένδρο της ζωής τους γεμάτο
καρπούς, θα μεταφυτευτούν στον ουρανό. ‘Επειγόμεθα, λέγει ο Μέγας Βασίλειος,
ίνα έγκαρποι και πλήρεις έργων αγαθών φυτευθέντες εν τω οίκω Κυρίου, εν ταις
αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσωμεν’» (Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκης, «Άγιοι μόνον
τότε;», σελ. 24).
Αυτή η αντίληψη του χρόνου προσφέρει σε όλους μας τη δυνατότητα και να
τον απολαύσομε σε αυτή τη ζωή και να τον αξιοποιήσουμε στην προοπτική της
άλλης. Απομένει σε εμάς η επιλογή – πρόκληση, η δυσκολότερη ίσως αυτής της
ζωής. Καλή χρονιά!
«Ανασταίνουν» το πιο ιστορικό κελί του Αγίου Ορους
Δύο νεαροί μοναχοί αναστηλώνουν το ιστορικότερο κελί του Αγίου Oρους, το
Aξιον Εστί, στην Καψάλα, μια περιοχή ανάμεσα στις Καρυές και τις Ιερές
Μονές Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα.
To κελί μέσα στο οποίο ακούστηκε για πρώτη φορά ο ύμνος Aξιον Εστί και εκεί
φιλοξενήθηκε αρχικά η θαυματουργή εικόνα, που τώρα βρίσκεται ενθρονισμένη
στον Ναό του Πρωτάτου, μέσα στα χρόνια ερειπώθηκε και έγινε ετοιμόρροπο.
Ενας 36χρονος πρώην παιδαγωγός από την Μανωλάδα, ο πατέρας Φιλούμενος, και
ένας 34χρονος πρώην νοσηλευτής από το Αγρίνιο, ο πατέρας Λουκιανός, που
έφτασαν εκεί από ένα μικρό μοναστήρι, αυτό του Τιμίου Προδρόμου στη
Λιβαδειά, εκάρησαν μοναχοί πριν από έναν χρόνο στην Ιερά Μονή Παντοκράτορος
και με προτροπή του ηγούμενου Γαβριήλ μετοίκησαν στο ιστορικό κελί του Αξιον
Εστί, το οποίο? αναστηλώνουν, με βοήθεια ακόμη και μέσα από το Διαδίκτυο.
«Βρήκαμε εδώ το απάγκιο μας. Το σπίτι μας, το ησυχαστήριό μας. Με τη χάρη
της Παναγίας και τη βοήθεια των πιστών και της Μονής Παντοκράτορος το
φτιάχνουμε σιγά σιγά, με στόχο να γίνει κατοικήσιμο και φιλόξενο», λέει στο
«Εθνος» ο π. Φιλούμενος.
Με τη βοήθεια δύο δόκιμων μοναχών, καθάρισαν το παλιό μονοπάτι που για
χρόνια δεν το χρησιμοποιούσε κανείς, ενώ με τα χέρια και με κουβάδες έβγαλαν
τα νερά από τα θεμέλια και τα υπόγεια. Σοβάντισαν και έβαψαν δύο κελιά για
να μπορούν να μένουν και έστησαν ένα σύστημα φωτοβολταϊκών για να μπορούν να
έχουν ηλεκτρικό ρεύμα για τις στοιχειώδεις ανάγκες τους.
«Είμαστε εφτά μήνες εδώ και το κελί παίρνει ζωή. Οι άσχημες καιρικές
συνθήκες μάς καθυστερούν λίγο, αλλά ελπίζουμε σύντομα να είναι αγνώριστος ο
χώρος. Θέλουμε να ''αναστήσουμε'' 7-8 κελιά και 4 μικρότερα, λίγο παρακάτω,
έτσι ώστε να μπορούμε να φιλοξενούμε κι άλλους μοναχούς και προσκυνητές»,
αναφέρει ο π. Φιλούμενος.
Με τα χέρια και με κουβάδες έβγαλαν οι μοναχοί τα νερά από τα θεμέλια
και τα υπόγεια. Σοβάντισαν και έβαψαν δύο κελιά, ενώ στόχος τους είναι
να αποκαταστήσουν άλλα δέκα
Σταδιακά οι χώροι καθαρίζονται, τα κουφώματα αλλάζουν, οι πόρτες γίνονται
πιο ασφαλείς, οι τοίχοι βάφονται εσωτερικά και εξωτερικά, τα χόρτα
απομακρύνονται από τις αυλές. Η εκκλησία που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση
της Θεοτόκου φτιάχτηκε σχεδόν από την αρχή και όλες οι εικόνες
συντηρήθηκαν. Και ιστοσελίδα
Οι δύο μοναχοί σκέφτηκαν έναν πολύ έξυπνο τρόπο για να ενημερώσουν τον κόσμο
και να κινητοποιήσουν τους πιστούς. Εφτιαξαν μια ιστοσελίδα,
www.keliaxionesti.com, και μέσα σε αυτήν, σαν σε ημερολόγιο, καταγράφουν τις
καθημερινές τους εργασίες, ενώ δίνουν και τον τραπεζικό λογαριασμό της Ιεράς
Μονής Παντοκράτορος για όσους πιστούς και φίλους του Αγίου Ορους θέλουν να
βοηθήσουν.
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ Μια ιστορία 1.100 ετών
Το κελί Αξιον Εστί έχει μια ιστορία σχεδόν 1.100 χρόνιων, αφού ιδρύθηκε το
930 μ.Χ., ενώ καθοριστικό είναι το θαύμα που έγινε εκεί το 982 μ.Χ. Ενα
χειμωνιάτικο βράδυ, άγνωστος μοναχός χτύπησε την πόρτα και ζήτησε καταφύγιο.
Ο γέροντας και ο υποτακτικός του τον φιλοξένησαν, και τα μεσάνυχτα που
σηκώθηκαν για να κάνουν την ακολουθία, ο μοναχός έψαλε τον ύμνο Αξιον Εστί.
Ο γέροντας και ο υποτακτικός του τα έχασαν. Δεν τον είχαν ξανακούσει και ο
μοναχός τούς ζήτησε χαρτί για να γράψει τον ύμνο. Δεν έβρισκαν όμως χαρτί
και μελάνι και πήρε μια πλάκα από το δάπεδο του ναού πάνω στην οποία τα
δάχτυλά του σκάλισαν σαν σε κερί τον ύμνο. «Είμαι ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Και
από δω και πέρα να ψάλλετε το Αξιον Εστί στην Παναγία», τους είπε, σύμφωνα
με την παράδοση. Πόλος έλξης
Λίγο μετά, με εντολή του Πατριάρχη Νικόλαου Β' του επονομαζόμενου
Χρυσοβέργη, η εικόνα της Θεοτόκου που βρισκόταν στο κελί μεταφέρθηκε στο Ναό
του Πρωτάτου και στο Αγιο Βήμα, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Το κελί
ονομάστηκε από τότε Αξιον Εστί, ενώ η γύρω περιοχή ονομάστηκε «Κοιλάδα του
Αδειν», από το ρήμα άδω (υμνώ, ψάλλω).
Εκτοτε το κελί ήταν σε συνεχή χρήση και μάλιστα συνέρρεαν σε αυτό μοναχοί
από όλο τον κόσμο, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Τσέχοι, Ρώσοι -μάλιστα πριν από δύο
χρόνια διεκδικήθηκε από Βούλγαρους εθνικιστές-, ενώ περιμετρικά υπήρχαν πάνω
από 50 καλύβες. Με τα χρόνια όμως ερήμωσε, εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα
στατικότητας, οι υποδομές του άρχισαν να καταρρέουν. Ο τελευταίος μοναχός, ο
π. Ιωάννης, κοιμήθηκε πριν από πέντε χρόνια και τότε εγκαταλείφθηκε
οριστικά. Ηδη όμως ήταν ετοιμόρροπο και η Μονή Παντοκράτορος το κλείδωσε και
απαγόρευε την είσοδο για λόγους ασφαλείας.
Μέχρι που στις αρχές του χρόνου οι δύο μοναχοί εκδήλωσαν την επιθυμία να το
ανοίξουν πάλι, να το κάνουν επισκέψιμο και να μείνουν σε αυτό για το
υπόλοιπο της ζωής τους.
ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ ΕΘΝΟΣ
Κοσμάς, ο επονομαζόμενος και Μελωδός, μοναχός,
ποιητής, Μαϊουμά, Ξένος, Ικέτης,
Ιεροσολυμίτης, Αγιοπολίτης ή Ασύγκριτος ήταν
μοναχός που έζησε τον 8ο αιώνα. Ήταν δάσκαλος του Ιωάννη Δαμασκηνού,
διαπρεπής επίσκοπος και ασματογράφος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Καταγόταν από την Καλαβρία της Κάτω Ιταλίας. Γεννήθηκε περί
το 685. Σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και υιοθετήθηκε και ανατράφηκε στην
Κωνσταντινούπολη από τον Σέργιο Μανσούρ, τον πατέρα του Ιωάννη Δαμασκηνού,
ο οποίος ήταν «υπουργός» οικονομικών του χαλίφη των Αράβων.
Διαπαιδαγωγήθηκε από τον λόγιο Καλαβρό μοναχό Κοσμά Ξένο ή Ικέτη. Μαζί με τον Ιωάννη Δαμασκηνό εγκαταβίωσε από το 726 στην περιώνυμη μονή
του Αγίου Σάββα των Ιεροσολύμων, μελετώντας μαζί του στην πλούσια
βιβλιοθήκη της Μονής. Γυρνώντας στην πατρίδα του έγινε μοναχός και κατόπιν
χειροτονήθηκε ιερέας. Πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα, συνελήφθη αιχμάλωτος και
μεταφέρθηκε στη Δαμασκό της Συρίας. Εκεί τον συνάντησε ο πατέρας του
Ιωάννη του Δαμασκηνού, Σέργιος, ο οποίος είχε κάποιο πολιτικό αξίωμα στο
κράτος των Σαρακηνών. Μαθαίνοντας ότι ο αιχμάλωτος από την Καλαβρία ήταν άνθρωπος μορφωμένος
και με ήθος, προσπάθησε και κατάφερε να τον πάρει στην υπηρεσία του. Του
ανέθεσε να διδάξει τον γιο του Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον θετό γιο του,
Κοσμά τον Μελωδό, αργότερα επίσκοπο Μαϊουμά. Συμπαραστάθηκε δε αυτόν στον
αγώνα του κατά των εικονομάχων. Το 743 (κατ' άλλη άποψη το 735) εξελέγη
επίσκοπος Μαϊουμά της Φοινίκης (επίνειο της Γάζας, η αρχαία Ανθηδών). Εκεί
πέθανε περί το 740 ή 750-752. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις
14 Οκτωβρίου.
Ο Κοσμάς συνέθεσε πλήθος θαυμάσιων ύμνων, το σύνολο σχεδόν των οποίων
ενσωματώθηκε στα λειτουργικά βιβλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ψέλνονται
μέχρι σήμερα. Κάποιοι μελετητές θεωρούν ότι μερικοί από του ύμνους αυτούς
είναι δημιουργήματα του δασκάλου του, Κοσμά του Ξένου, και εσφαλμένα
αποδίδονται σε αυτόν. Μερικοί από τους γνωστότερους ύμνους που συνέθεσε
είναι: