Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

Η τύχη τών αρχαίων μνημείων

Από τον Παγανισμό στον Χριστιανισμό


Οκτώβριος 2009


Η πρόσφατη αντιδικία τού σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά με τη διοίκηση τού νέου Μουσείου τής Ακρόπολης έφερε στην επικαιρότητα το θέμα τής τύχης τών αρχαίων μνημείων μετά την επικράτηση τού Χριστιανισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, διατυπώθηκαν σοβαρότατες κατηγορίες κατά τών Χριστιανών, οι οποίες μάλιστα εμφανίσθηκαν περίπου ως αναντίρρητη ιστορική αλήθεια.


Οι κατηγορίες είναι σαφείς: Οι Χριστιανοί εμφανίζονται να έχουν σπάσει αγάλματα, να έχουν γκρεμίσει ναούς, να έχουν πυρπολήσει και λεηλατήσει τα αρχαία ιερά, να έχουν επιδείξει μια πρωτοφανή περιφρόνηση για τη μοναδική αξία τόσων και τόσων μνημείων.

Η συστηματική καταστροφή τών αρχαίων μνημείων εμφανίζεται να αποδεικνύει περίτρανα την ιστορική σύγκρουση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, και πείθει ότι Ελληνισμός και Χριστιανισμός είναι στην πραγματικότητα στοιχεία εκ φύσεως αντιφατικά και πολέμια. Και το χειρότερο, το έγκλημα τού Χριστιανισμού δεν  φαίνεται να είναι απλώς και μόνον ένα έγκλημα σε βάρος τού Ελληνισμού, αλλά κάτι πολύ σοβαρότερο: Ένα έγκλημα σε βάρος τού πολιτισμού.

 

Η θρησκεία τών πεπαιδευμένων και η θρησκεία τών απαιδεύτων

Πριν περάσουμε στο κυρίως θέμα μας, την τύχη τών αρχαίων μνημείων κατά την περίοδο τής μετάβασης από τον Παγανισμό στον Χριστιανισμό, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε με θλίψη ότι η εικόνα που έχουμε για την επίμαχη περίοδο είναι συχνά τραγικά παραμορφωμένη από υπεραπλουστευτικές σχηματοποιήσεις, ιδεοληψίες και μύθους, που εκλαμβάνονται ως αυτονόητη ιστορική πραγματικότητα. Η αναφορά σε μια τέτοια παραμορφωτική σχηματοποίηση έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση τής επίμαχης περιόδου.

Συνήθως θεωρούμε ως δεδομένο ότι οι τελευταίοι πιστοί τού αρχαίου θρησκεύματος πρέπει να αναζητηθούν σε κάποιους κύκλους διανοουμένων, σε ρομαντικούς φιλοσόφους ή άλλους πνευματικούς ανθρώπους, που αρνούνταν να δεχθούν ότι η συνυφασμένη με τον υπέρλαμπρο πολιτισμό τού παρελθόντος θρησκεία ήταν πλέον νεκρή. Στα μάτια αυτών, ο Χριστιανισμός δεν ήταν παρά μια αφελής πίστη τών απαιδεύτων και αμαθών.

Όσο αυτονόητα και αν μοιάζουν τα παραπάνω, η ιστορική αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Το ίδιο το ιστορικό προσωνύμιο τής ειδωλολατρίας αποκαλύπτει την ιστορική αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα, σε διάταγμα τού αυτοκράτορα Ουαλεντινιανού με ημερομηνία την 17η Φεβρουαρίου 370,1 η ειδωλολατρία αποκλήθηκε για πρώτη φορά θρησκεία τών "paganorum", και στο εξής επικράτησε να ονομάζεται "παγανισμός". Αυτή η νέα ονομασία σηματοδοτεί μία μεγάλη στροφή: Η λέξη "pagani" στη λατινική σημαίνει τους χωρικούς· άρα, "paganismus" ή θρησκεία τών "paganorum", σημαίνει "θρησκεία τών χωρικών".

Οι υποδηλώσεις αυτής τής ονομασίας αποκαλύπτουν την πλάνη στην οποία συνήθως βρισκόμαστε. Όπως παρατηρεί ο Robert Browning, ο Χριστιανισμός κατά τους πρώτους τρεις αιώνες τής υπάρξεώς του ήταν μια κατά βάσιν "αστική" θρησκεία, η οποία εξαπλωνόταν από πόλη σε πόλη παρακάμπτοντας την ενδιάμεση ύπαιθρο, με αποτέλεσμα τον τέταρτο αιώνα μεγάλο μέρος τής υπαίθρου να βρίσκεται ακόμη μακριά από τον Χριστιανισμό.2

Κατά την Αναστασία Βακαλούδη, εξ άλλου, η ονομασία "παγανισμός" υποδηλώνει πως η "θρησκεία τών χωρικών" στερείτο πλέον επίσημης υπόστασης.3

Το πιο σημαντικό όμως δεν είναι αυτό. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτή η νέα ονομασία σηματοδοτεί μια ραγδαία αντιστροφή τής παλαιάς σχέσεως ανάμεσα στον Χριστιανισμό και στον παλαιό κόσμο. Παλαιότερα, δηλαδή, οι μορφωμένοι εθνικοί πράγματι έβλεπαν τον Χριστιανισμό ως μια αφελή και δεισιδαίμονα πίστη τών απαιδεύτων και τών αμαθών· από το τέλος τού τετάρτου αιώνα και εξής, αντίθετα, είναι πλέον οι Χριστιανοί εκείνοι που βλέπουν την ειδωλολατρία ως μια αφελή και δεισιδαίμονα θρησκεία τών χωρικών και τών απαιδεύτων, οι οποίοι βρίσκονταν μακριά από τα αγαθά τής παιδείας και τού πολιτισμού.

Οι σχηματοποιήσεις είναι συνήθως υπεραπλουστευτικές και βρίσκονται μακριά από την αλήθεια. Αν όμως, παρά ταύτα, έπρεπε οπωσδήποτε να δούμε τη σύγκρουση Χριστιανισμού και Παγανισμού από τα τέλη τού τετάρτου αιώνα και εξής ως σύγκρουση μιας θρησκείας απαιδεύτων, τότε θα ήταν πολύ πιο κοντά στην αλήθεια να δούμε τον Χριστιανισμό ως θρησκεία τών πεπαιδευμένων, και τον Παγανισμό ως θρησκεία τών απαιδεύτων.

Τα παραπάνω αρκούν, αν μη τι άλλο, να μάς κάνουν να είμαστε πολύ προσεκτικοί στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τη σύγκρουση Χριστιανισμού και Παγανισμού, ώστε να αποφύγουμε να εγκλωβισθούμε σε υπεραπλουστευτικές και παραμορφωτικές τής ιστορικής αλήθειας σχηματοποιήσεις.

Επιδεικνύοντας λοιπόν τη δέουσα προσοχή, θα δούμε ακολούθως: α) το θέμα τής καταστροφής τών αρχαίων αγαλμάτων από τους Χριστιανούς και β) το θέμα τής τύχης τών αρχαίων ιερών κατά τη μετάβαση από τον Παγανισμό στον Χριστιανισμό.

 

Η τύχη τών αρχαίων αγαλμάτων στα χέρια τών Χριστιανών

Το θέμα τής  τύχης τών αρχαίων αγαλμάτων μάς έχει απασχολήσει και άλλες φορές στο παρελθόν,4 και έτσι μοιραία θα επαναλάβουμε εδώ και επισημάνσεις που έχουμε ήδη κάνει. Ας μάς συγχωρεθούν αυτές οι επαναλήψεις. Άλλωστε, όπως διαβάζουμε στον Στοβαίο, και ο Σωκράτης, όταν κάποτε ο σοφιστής Ιππίας τού παρατήρησε σκωπτικά ότι έλεγε τα ίδια και τα ίδια, απάντησε ότι δεν έλεγε απλώς τα ίδια, αλλά και για τα ίδια πράγματα, και τον ρώτησε αν εκείνος έδινε διαφορετική απάντηση, κάθε φορά που τον ρωτούσαν αν δύο φορές το πέντε κάνει δέκα...5.

Έστω λοιπόν το ερώτημα εάν κατά το πέρασμα από τον Παγανισμό στον Χριστιανισμό υπήρξαν περιπτώσεις σκόπιμης καταστροφής αρχαίων αγαλμάτων από Χριστιανούς. Ακόμη και αν δεν είχαμε καμία ιστορική μαρτυρία που να μάς διαφώτιζε επ' αυτού τού ερωτήματος, η λογική απάντηση δεν θα μπορούσε παρά να είναι καταφατική. Άλλωστε, βλέπουμε να υπάρχουν καταστροφές και φανατισμοί και στη δική μας, υποτίθεται πολιτισμένη εποχή, σε περιπτώσεις αλλαγών καθεστώτων, ακόμη και κυβερνήσεων:

Η Γερμανία αποκήρυξε το ένοχο παρελθόν της μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γκρεμίζοντας όλα τα σύμβολα τού ναζιστικού καθεστώτος. Στη Σοβιετική Ένωση, η "αποσταλινοποίηση" συνοδεύθηκε από απόσυρση και καταστροφή αναρίθμητων ανδριάντων τού Στάλιν. Η κατάρρευση τού υπαρκτού σοσιαλισμού εορτάσθηκε με την καταστροφή τών ανδριάντων τών ηγετών τού κομμουνισμού. Και η πιο γνωστή εικόνα από την είσοδο τών Αμερικανών στη Βαγδάτη είναι η εικόνα τής καταστροφής τού ανδριάντα τού Σαντάμ Χουσεΐν στην ιρακινή πρωτεύουσα.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ουδείς έθεσε θέμα αισθητικής αξίας τών αγαλμάτων που καταστρέφονταν. Κατ' αναλογίαν, τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από το να δεχθούμε ότι θα υπήρξαν ασφαλώς και περιπτώσεις σκόπιμης καταστροφής αρχαίων αγαλμάτων από Χριστιανούς, τη στιγμή που λίγες μόλις δεκαετίες πριν, αν κάποιος Χριστιανός αρνείτο να προσκυνήσει αυτά τα αγάλματα, ριχνόταν στα θηρία και έβρισκε μαρτυρικό θάνατο.

Βεβαίως, το θέμα τού καταλογισμού τών ευθυνών είναι πολύ πιο σύνθετο. Έστω το παράδειγμα ενός Γερμανού ο οποίος στη μεταπολεμική Γερμανία καταστρέφει με μανία ένα ανάγλυφο αετό με τον αγκυλωτό σταυρό. Δίχως άλλο, το ανάγλυφο αυτό θα μπορούσε να έχει σημαντική αισθητική αξία. Αλλά πόσο άραγε μερίδιο ευθύνης φέρει γι' αυτήν την καταστροφή ο συγκεκριμένος Γερμανός που καταστρέφει με μανία, και πόσο τη ναζιστικό καθεστώς, που πυροδότησε αυτή τη μανία καταστροφής;

Αυτό ακριβώς εννοούμε, όταν αναγνωρίζουμε μεν ότι ασφαλώς και θα υπήρξαν περιπτώσεις καταστροφής αρχαίων αγαλμάτων από Χριστιανούς, αλλά επιμένουμε ότι το θέμα τού καταλογισμού τών ευθυνών είναι πολύ πιο σύνθετο.

Βεβαίως, δεν λείπουν σήμερα αυτοί που κλείνουν τα μάτια μπροστά σε τέτοιες "λεπτομέρειες", και αναλαμβάνουν τον ρόλο τού δημόσιου κατηγόρου τού Χριστιανισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, οι περιπτώσεις καταστροφής αρχαίων αγαλμάτων από Χριστιανούς καταγράφονται ως παραδείγματα "σύγκρουσης τής παιδείας και τού πολιτισμού με τη βαρβαρότητα και τον σκοταδισμό". Ας μάς επιτραπεί όμως να παρατηρήσουμε ότι και αυτή η διάσταση τού θέματος επιδέχεται πολλή συζήτηση.

Έστω για παράδειγμα μία καταγεγραμμένη εμπλοκή Χριστιανού ιεράρχη στην καταστροφή αρχαίου λατρευτικού αγάλματος: η συμμετοχή τού Θεοφίλου Αλεξανδρείας στην καταστροφή τού αγάλματος τού θεού Σαράπιδος.

Ο θεός Σάραπις είναι ένα απτό παράδειγμα τού συγκριστισμού και τής θρησκευτικής σύγχυσης τής ύστερης αρχαιότητας. Όπως γράφει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, άλλοι τον ταύτιζαν με τον Όσιρι, άλλοι με τον Διόνυσο, άλλοι με τον Πλούτωνα, άλλοι με τον Άμμωνα, μερικοί με τον Δία, και πολλοί με τον Πάνα·6 κάποιοι μάλιστα, προφανώς Ιουδαίοι τής Αλεξανδρείας, ταύτιζαν τον Σάραπι με τον... Ιωσήφ.7

Στο Σαραπείο, τον περίφημο ναό τού Σαράπιδος στην Αλεξάνδρεια, φυλασσόταν ο πήχυς με τον οποίο μετρούσαν τη στάθμη τού Νείλου, και οι επιτήδειοι ιερείς τού Σαράπιδος είχαν επιτύχει να κάνουν τους αφελείς και δεισιδαίμονες ειδωλολάτρες να πιστεύουν ότι ο Σάραπις ήταν ο θεός που έκανε τον Νείλο να ρέει και να αρδεύει την Αίγυπτο, εν ολοίγοις δε ότι ο Σάραπις ήταν ο θεός στον οποίο η Αίγυπτος ώφειλε το παν.

Ακόμη και μορφωμένοι εθνικοί έπεφταν θύματα αυτής τής δεισιδαιμονίας. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο λόγιος και μετριοπαθής εθνικός Λιβάνιος όχι απλώς δεν αμφισβητεί αυτή την ανόητη δεισιδαιμονία, αλλά στον λόγο του "Υπέρ τών ιερών" φθάνει να ερμηνεύει τις θρησκευτικές ελευθερίες που είχαν παραχωρηθεί στην Αίγυπτο ως αποτέλεσμα τής σιωπηλής αποδοχής εκ μέρους τών Χριστιανών τής παντοδυναμίας τού Σαράπιδος· ούτε λίγο ούτε πολύ, δηλαδή, ο Λιβάνιος υποστηρίζει ότι ακόμη και οι Χριστιανοί γνωρίζουν, όσο και αν δεν το παραδέχονται, ότι ο Νείλος ρέει χάρις στον Σάραπι, και γι' αυτό δεν έχουν τολμήσει να απαγορεύσουν τη λατρεία του, φοβούμενοι τις συνέπειες τής οργής του!8

Είναι φανερό ότι ο Χριστιανισμός είχε να αντιπαλαίσει μία βαθύτατα ριζωμένη πλάνη. Και αυτή δεν ήταν η μόνο πλάνη. Στο Σαραπείο υπήρχε και ένα ξόανο τού Σαράπιδος, το οποίο λατρευόταν ως αχειροποίητο στην κεφαλή αυτού τού ξοάνου είχε τοποθετηθεί εσωτερικά σίδηρος, και με τη βοήθεια μιας σειράς από μαγνήτες, έντεχνα τοποθετημένους, στα φατνώματα τής στέγης, είχε κατορθωθεί το ξόανο να στέκεται μετέωρο μεταξύ εδάφους και οροφής· οι αφελείς ειδωλολάτρες θαύμαζαν το ξόανο που στεκόταν μετέωρο στο κενό, και δεν δυσκολεύονταν να πιστεύουν ότι σε αυτό κατοικούσε ο ίδιος ο Σάραπις. Η απίστευτη αυτή απάτη μνημονεύεται από αρκετές πηγές.9

Και για να διασφαλισθεί ότι κανείς δεν θα πλησίαζε ποτέ το ξόανο και δεν θα ανακάλυπτε την απάτη, οι ιερείς τού Σαράπιδος είχαν φροντίσει να διασπείρουν τη φήμη που μάς παραδίδει ο Θεοδώρητος, ότι δηλαδή αν πλησίαζε κανείς σε αυτό, θα κλονιζόταν συνθέμελα η γη, και οι πάντες και τα πάντα θα καταστρέφονταν.10

Το Σαραπείο τής Αλεξανδρείας καταστράφηκε το 391 μ.Χ. υπό τις εξής περίπου συνθήκες11:

Μέλη τής ειδωλολατρικής κοινότητας τής Αλεξανδρείας στασίασαν, προχώρησαν σε μεγάλης εκτάσεως σφαγή τών Χριστιανών, και κατόπιν οχυρώθηκαν στο Σαραπείο, όπου για ικανό χρονικό διάστημα συνέχισαν τη διάπραξη ειδεχθών εγκλημάτων.

Τα γεγονότα όμως αυτά έφεραν την ειδωλολατρική κοινότητα αντιμέτωπη όχι μόνο με τους Χριστιανούς, αλλά και με την έννομη τάξη. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, με μία απόφασή του που χαιρετίσθηκε ως μία ανέλπιστα πολιτισμένη, επιεικής και φιλάνθρωπη λύση στο αδιέξοδο, διέταξε να χορηγηθεί αμνηστία σε όλους ανεξαιρέτως τους στασιαστές και να τους επιτραπεί να αποχωρήσουν ανενόχλητοι από το Σαραπείο, παράλληλα όμως διέταξε να καταστραφούν οι ειδωλολατρικοί ναοί τής Αλεξανδρείας "ως αίτιοι στάσεως τω δήμω".12

Στον Θεοδοσιανό Κώδικα μάλιστα σώζεται και η αυτοκρατορική διαταγή, η οποία απευθύνεται προς τον Ευάγριο, έπαρχο και αντιπρόσωπο τής αυτοκρατορικής αρχής στην Αλεξάνδρεια, και τον Ρωμανό, διοικητή τών αυτοκρατορικών δυνάμεων που έδρευαν στην Αίγυπτο, και τους εξουσιοδοτεί να επιληφθούν προσωπικά τής καταλύσεως τών ειδωλολατρικών ναών.13

Όταν ο αυτοκρατορικός στρατός ανέβηκε στον έρημο πλέον λόφο τού Σαραπείου, για να εκτελέσει τη διαταγή τού αυτοκράτορα, ο προκαθήμενος τής Εκκλησίας τής Αλεξανδρείας Θεόφιλος βρήκε την ευκαιρία να κάνει για μία ακόμη φορά αυτό που ήταν για τον ίδιο έργο ζωής στην ταραγμένη Αλεξάνδρεια: να ξεσκεπάσει την ειδωλολατρική πλάνη. Έσπευσε λοιπόν και ο ίδιος επί τόπου.

Ο στρατός είχε βεβαίως λάβει τη διαταγή για καταστροφή τού Σαραπείου· όταν όμως βλέπουμε ακόμη και σήμερα λαούς που από αιώνες έχουν ασπασθεί τον Χριστιανισμό να μην μπορούν να ξεφύγουν από τις δεισιδαιμονίες και τις προκαταλήψεις, δεν δυσκολευόμαστε να φαντασθούμε πόσο φόβο ένιωθαν στον ναό τού Σαράπιδος οι στρατιώτες, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση είχαν ακούσει για τον Χριστό πριν από λίγες δεκαετίες ή ακόμη και πριν από λίγα μόλις χρόνια· άλλωστε, ας μη λησμονούμε τον έντεχνα ριζωμένο θρύλο ότι, αν πλησίαζε κανείς τον Σάραπι, θα κλονιζόταν συνθέμελα η γη, και οι πάντες και τα πάντα θα καταστρέφονταν.

Θέλοντας λοιπόν να ξεσκεπάσει τον απάτη, ο Θεόφιλος προέτρεψε ο ίδιος ένα στρατιώτη να πλησιάσει και να κτυπήσει άφοβα το ξόανο. Ο στρατιώτης δίστασε, έχοντας από τη μια πλευρά το ξόανο τού φοβερού θεού και από την άλλη τον προκαθήμενο τής Εκκλησίας, αλλά τέλος έδωσε το κτύπημα. Η συνέχεια περιγράφεται παραστατικότερα από τον Θεοδώρητο:

"Όταν εκείνος έδωσε το κτύπημα, αναφώνησαν οι πάντες, επειδή φοβήθηκαν το θρυλούμενο· αλλά ο Σάραπις, όταν δέχθηκε το κτύπημα, ούτε πόνεσε (γιατί ήταν ξύλινος), ούτε άφησε φωνή, καθώς ήταν άψυχος. Όταν τού αφαίρεσαν την κεφαλή, ένα πλήθος από ποντίκια πετάχθηκε από μέσα·  γιατί ο θεός τών Αιγυπτίων ήταν κατοικία ποντικιών".14

Η καταστροφή τού αγάλματος τού Σαράπιδος, μία καταγεγραμμένη περίπτωση εμπλοκής Χριστιανού ιεράρχη στην καταστροφή αρχαίου λατρευτικού αγάλματος, είναι ασφαλώς μία από τις περιπτώσεις που καταγγέλλονται σήμερα ως παραδείγματα "σύγκρουσης τής παιδείας και τού πολιτισμού με τη βαρβαρότητα και τον σκοταδισμό". Δίχως άλλο, η στιγμή κατά την οποία ο Θεόφιλος στάθηκε απέναντι στο ξόανο τού Σαράπιδος θα μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει μία σύγκρουση τού πολιτισμού και τής παιδείας με τη βαρβαρότητα και τον σκοταδισμό. Αλλά θα ήταν, νομίζουμε, επιπόλαιο να σπεύσουμε να αποφανθούμε ότι ο πολιτισμός και η παιδεία ενσαρκώνονταν στο ξόανο τού Σαράπιδος, και η βαρβαρότητα και ο σκοταδισμός βρίσκονταν από την πλευρά τού Χριστιανισμού.

Μέχρι αυτό το σημείο, εξετάζοντας την τύχη τών αρχαίων αγαλμάτων στα χέρια τών Χριστιανών, βρήκαμε την ευκαιρία να φωτίσουμε αρκετές πλευρές τού θέματος· δεν έχουμε όμως ακόμη περάσει στην πιο σημαντική, την πιο αποκαλυπτική, την πιο ενδιαφέρουσα διάστασή του.

Συγκεκριμένα, δεχθήκαμε ότι είναι απολύτως λογικό και φυσικό να υπήρξαν περιπτώσεις συνειδητής καταστροφής αρχαίων αγαλμάτων από Χριστιανούς. Υπάρχει όμως κάτι που ούτε λογικό ούτε φυσικό ήταν να συμβεί· και όμως, παραδόξως, είναι αυτό ακριβώς που συνέβη.

Ο Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι ήδη επί Μεγάλου Κωνσταντίνου η Κωνσταντινούπολη είχε γίνει ένα απέραντο υπαίθριο μουσείο, το οποίο φιλοξενούσε υπέροχα χάλκινα αγάλματα, τα κορυφαία αριστουργήματα τής αρχαίας Ελληνικής γλυπτικής τέχνης.15

Όλοι μας γνωρίζουμε τους τέσσερις υπέροχους επίχρυσους χάλκινους ίππους, έργα καθώς εικάζεται τού Λυσίππου, οι οποίοι το 1204 μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στη Βενετία. Όλοι μας γνωρίζουμε επίσης ότι στην Κωνσταντινούπολη είχε μεταφερθεί και ο περίφημος αναθηματικός τρίποδας που είχαν αφιερώσει οι Έλληνες στους Δελφούς μετά τη νίκη τους στη μάχη τών Πλαταιών· (μέρος του σώζεται μέχρι σήμερα). Και εξυπακούεται βεβαίως ότι, κοντά σε αυτά που γνωρίζουμε, υπάρχουν και πολλά άλλα που συνήθως αγνοούμε.

Στις αγορές τής Χριστιανικής πρωτεύουσας έστεκαν ο Πύθιος Απόλλων και ο Σμίνθιος Απόλλων (έργο τού σπουδαίου γλύπτη Σκόπα το οποίο μνημονεύει ο Στράβων)16, ενώ το Παλάτιον τής Κωνσταντινουπόλεως φιλοξενούσε τις περίφημες Ελικωνίδες Μούσες (έργα τών Κηφισοδότου, Στρογγυλίωνος και Ολυμπιοσθένους, όπως μάς πληροφορεί ο Παυσανίας).17 18

Ο Γεώργιος Κεδρηνός στα τέλη τού ενδεκάτου αιώνα μάς μεταφέρει εντυπωσιακές πληροφορίες για τους θησαυρούς τής αρχαίας Ελληνικής τέχνης που κοσμούσαν την πρωτεύουσα τού Βυζαντίου. Μεταξύ άλλων, ο Κεδρηνός αναφέρει το άγαλμα τής Λινδίας Αθηνάς, έργο τών γλυπτών Σκύλλιδος και Λιποίνου· την Κνιδία ΑΦροδίτη, το άφθαστο δημιούργημα τού Πραξιτέλους· τη Σαμία Ήρα, έργο τών Λυσίππου και Βουπάλου· ένα άγαλμα που παρίστανε τον Χρόνο, έργο επίσης τού Λυσίππου· έναν περίτεχνο πτερωτό Έρωτα από τη Μύνδο τής Καρίας· μία Αμφιτρίτη, η οποία είχε μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη από τη Ρόδο· την πύλη τής Εφεσίας Αρτέμιδος με περίτεχνη ανάγλυφη παράσταση τής Γιγαντομαχίας· και το περίφημο χρυσελεφάντινο άγαλμα τού Διός από την Ολυμπία, το αριστούργημα τού Φειδία, το οποίο συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα Επτά Θαύματα τού αρχαίου κόσμου.19

Στην Κωνσταντινούπολη είχε επίσης μεταφερθεί το άγαλμα τής Αθηνάς που κοσμούσε τον σηκό τού Παρεθενώνα, όπως μαθαίνουμε από μία εθνική πηγή, βιογράφο τού Πρόκλου Μαρίνο, ο οποίος βρίσκει σε αυτή τη μεταφορά την ευκαιρία να επιτεθεί κατά τών "και τα ακίνητα κινούντων" Χριστιανών.20

Πολλούς αιώνες μετά την υποτιθέμενη καταστροφή τών αρχαίων αγαλμάτων από τους Χριστιανούς, στα τέλη τού δωδεκάτου αιώνα, ο Νικήτας ο Χωνιάτης είδε στην Κωνσταντινούπολη και περιγράφει ένα κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα τής Ήρας στημένο στην Κωνσταντίνειο Αγορά, ένα σύμπλεγμα που παρίστανε τον Πάρι να δίδει στην Αφροδίτη το χρυσό μήλον τής Έριδος, έναν Πήγασο με τον Βελλεροφόντη στη ράχη του (στο πρόσωπο τού οποίου πολλοί έβλεπαν τον Ιησού τού Ναυή) και έναν θαυμαστό, υπερφυσικού μεγέθους Ηρακλή τού Λυσιμάχου, τού οποίου η κνήμη και μόνο είχε μέγεθος ανδρός.21

Δυστυχώς η μοίρα στάθηκε σκληρή για όλους αυτούς τους θησαυρούς τής τέχνης, που καταστράφηκαν κατά την άλωση τής Κωνσταντινουπόλεως το 1204.22

Τα παραπάνω μάς αποκαλύπτουν την πιο ενδιαφέρουσα διάσταση τού θέματος που συζητούμε εδώ. Οι Χριστιανοί τής εποχής τής σύγκρουσης τού Χριστιανισμού με τον Παγανισμό, αυτοί ακριβώς οι οποίοι σήμερα συκοφαντούνται ως καταστροφείς τών αρχαίων αγαλμάτων, αποδεικνύεται ότι επέδειξαν εν προκειμένω μια ανωτερότητα και μία ευαισθησία ασύλληπτη ακόμη και για την εποχή μας, μ' όλη τη διαφημιζόμενη ευαισθησία μας σε θέματα πολιτισμού.

Ποιος μπορεί άραγε να φαντασθεί έναν ανδριάντα τού Χίτλερ σε μια πλατεία στη σημερινή Γερμανία ή έναν ανδριάντα τού Οσάμα Μπιν Λάντεν στη Νέα Υόρκη, καταξιωμένο για την αισθητική του αξία; Δεν θα ήταν κάτι τέτοιο πραγματικά ασύλληπτο; Και όμως, όπως είδαμε, οι Χριστιανοί έκαναν αυτό ακριβώς που κανονικά θα φάνταζε ασύλληπτο.

Δεν είναι παράδοξο ότι υπήρξαν και καταστροφές και φανατισμοί. Το παράδοξο και αληθινά εκπληκτικό είναι ότι οι Χριστιανοί επέτυχαν να κάνουν τη μεγάλη υπέρβαση, να αρθούν πάνω από τις συγκρούσεις, τους φανατισμούς και τους πανηγυρισμούς για το γκρέμισμα τού παλαιού κόσμου.

Αυτή η υπέρβαση δεν ήταν καθόλου καθόλου εύκολη, πολύ δε περισσότερο δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ότι οι Χριστιανοί θα έπαυαν να βλέπουν στα αρχαία αγάλματα τους ψεύτικους θεούς μιας θρησκείας που είχε πεθάνει και με την οποία οι ίδιοι είχαν συγκρουσθεί θα τα έβλεπαν ως τα ανυπέρβλητα δημιουργήματα ενός υπέρλαμπρου πολιτισμού που άξιζε να ζήσει για πάντα και θα κοσμούσαν με αυτά την πρωτεύουσά τους. Παρά πάσαν προσδοκίαν, οι Χριστιανοί έκαναν αυτή την υπέρβαση.

Η θεωρητική "φόρμουλα" που επέτρεψε τη διατήρηση τών αρχαίων θησαυρών μπορεί να βρεθεί ήδη σε μία βαρυσήμαντη δήλωση τού Κλήμεντος τού Αλεξανδρέως (περ. 150-215 μ.Χ.)

Ο Κλήμης είναι ένας Χριστιανός συγγραφέας που δεν διστάζει να καταγγείλει την ανηθικότητα τής αρχαίας ελληνικής τέχνης, κινούμενος κατά τούτο στη γραμμή που χάραξε στην Πολιτεία του ο Πλάτων,23 σύμφωνα με τον οποίον η διδασκαλία τού Ησιόδου, τού Ομήρου και άλλων ποιητών πρέπει να απαγορευθεί στην ιδανική πολιτεία (παράβαλλε ωστόσο, εν προκειμένω, τη δήλωση τού Μεγάλου Βασιλείου ότι στον Όμηρο όλη η ποίηση είναι έπαινος τής αρετής).24

Ο Κλήμης, αν και κινείται στη γραμμή τού Πλάτωνα, γράφει ωστόσο με έμφαση, προσδιορίζοντας ποια είναι η πρέπουσα στάση απέναντι στην αρχαία τέχνη:

"Να επαινείται βέβαια η τέχνη, αλλά να μην απατά τον άνθρωπο σαν αλήθεια".25

Αυτή ακριβώς η ευστοχώτατη διάκριση αποτέλεσε την κιβωτό σωτηρίας τών θησαυρών τής αρχαίας Ελληνικής τέχνης. Οι Χριστιανοί διανοητές και φιλόσοφοι δεν ήταν εχθροί τής ελληνικής τέχνης· ήταν εχθροί τής ειδωλολατρίας. Και τα λόγια τού Κλήμεντα αποδεικνύουν ότι η Χριστιανική φιλοσοφία ήταν σε θέση να κάνει αυτή τη διάκριση, προσφέροντας έτσι τις θεωρητικές προϋποθέσεις για την πλέον υγιή και ισορροπημένη αντιμετώπιση τής αρχαίας Ελληνικής τέχνης, και δημιουργώντας παράλληλα και τις προϋποθέσεις για τη φύλαξη και σωτηρία τών μνημείων της στην πράξη.





Σημειώσεις



1. Codex Theodosianus, eds Theodor Mommsen και Paulus M. Meyer, Weidmann, Berlin 1905, vol. I 2, σελ. 840-1, XVI, 2, 18. 1-5 (370 Febr. 17): "IDEM AA. AD CLAUDIUM PRO (CONSULEM) AFRIC (AE). Qua, ultimo tempore divi Contanti sententiam fuisse claruerit, valeat, nec ea in adsimulatione aliqua convalescent, quae tunc decreta vel facta sunt, cum paganorum animi contra sanctissimam legem quibusdam sunt depravationibus exciati. DAT. XIII KAL. MART. TREV(IRIS) VAL (ENTINI) ANO ET VALENTE AA. CONSS".

2. Robert Browning. The emperor Julian, Weidenfeld and Nicolson, London 1976, σελ. 160.

3. Αναστασίας Δ. Βακαλούδη, Η μαγεία ως κοινωνικό φαινόμενο στο πρώιμο Βυζάντιο (4ος - 7ος μ.Χ. αι.), Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα 2001, σελ. 87.

4. Χριστιανισμός και αρχαία Ελληνική τέχνη", Ακτίνες, τεύχος 624 (Οκτώβριος 2001), σελ. 255-259. "Η τύχη τών αρχαίων αγαλμάτων στα χέρια τών Χριστιανών", Τόλμη 57 (Νοέμβριος 2005), σελ. 62-66.

5. Στοβαίου, Ανθολόγιον, eds C. Wachsmuth και O. Hense, Γ 9, 57. 12-23.

6. Διοδώρου Σικελιώτου, Βιβλιοθήκη ιστορική, eds F. Vogel και K.T. Fischer, A΄ 25, 2. 1-3.

7. Γεωργίου μοναχού, Χρονικόν, ed C. de Boor, 583. 24. Σούδα, ed. A. Adler, Σ 117. 4.

8. Λιβανίου, Προς Θεοδόσιον τον βασιλέα υπέρ τών ιερών (Λόγος Λ΄), ed. R. Roerster, Λ΄ 35. 1-11.

9. Γεωργίου μοναχού, Χρονικόν, ed C. de Boor, 584. 18-585.6. Γεωργίου Κεδρηνού, Σύνοψις Ιστοριών, ed. I. Bekker, vol. I, 569. 21 - 570. 2. Σούδα, ed. A. Adler, M 23. 1-9.

10. Θεοδωρήτου Κύρρου, Εκκλησιαστική Ιστορία, eds L. Parmentier και F. Scheidweiler, 21. 3 - 5: "και λόγος κατείχεν απατηλός, ως εί τις τούτω πελάσοι, κλονισθήσεται μεν η γη, πανωλεθρία δε άπαντας καταλήψεται".

11. Βλ. τα άρθρα μου: "Η καταστροφή τού Σαραπείου. Μέρος Α΄. Το σκηνικό", Ακτίνες 632 (Ιούνιος 2002), σελ. 197 - 202 και "Η καταστροφή τού Σαραπείου. Μέρος Β΄: Τα γεγονότα", Ακτίνες 633 (Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2002), σελ. 228 - 234.

12. Σωζομενού, Εκκλησιαστική ιστορία,  eds K. Bidez και G. C. Hansen, Z΄ 15, 7.3 - 8.1.

13. Codex Theodosianus, eds Theodor Mommsen και Paulus M. Meyer, Weidmann, Berlin 1905, vol. I.2, σελ. 900, XVI, 10, 11. 1-8 (391 Jun. 16).

14. Θεοδωρήτου Κύρου, Εκκλησιαστική ιστορία, eds L. Parmentier και F. Scheidweiler, 321. 8-12: "Εκείνου δε παίσαντος, εβόησαν μεν άπαντες το θρυλούμενον δείσαντες· ο δε Σάραπις δεξάμενος την πληγήν ούτε ήλγησε (ξύλινος γαρ ην), ούτε φωνήν αφήκεν, άψυχος ων. Επειδήδε την κεφαλήν αφηρέθη, μύες αγεληδόν εξέδραμον ένδοθεν· μυών γαρ οικητήριον ην ο Αιγυπτίων θεός".

15. Ευσεβίου Καισαρείας, Βίος τού μακαρίου Κωνσταντίνου βασιλέως, ed. F. Finkelmann, Γ΄ 54, 3. 1-2.

16. Στράβωνος, Γεωγραφικά, ed. A. Meineke, Γ΄ 1, 48. 1-4.

17. Παυσανίου, Ελλάδος περιήγησις, ed. F. Spiro, Θ΄ (Βοιωτικά) 30, 1. 1-6.

18. Ευσεβίου Καισαρείας, ό.π., Γ΄ 54, 2. 7 - 3. 1.

19. Γεωργίου Κεδρηνού, Σύνοψις ιστοριών. ed. I. Bekker, vol. I, 564.5 - 565.17.

20. Μαρίνου Νεαπολίτου, Πρόκλος ή Περί Ευδαιμονίας, 30, ed. R. Masullo, 737-739.

21. Νικήτα Χωνιάτου, Χρονική διήγησις, ed. J. van Dieten, "Τα μετά την άλωσιν", μέρος Β΄, 648. 13 - 650.14 (= ed. J. Migne, PG 139, 1044.21 - 1048. 32).

22.  Τα χάλκινα αυτά αγάλματα (στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τα πρωτότυπα έργα τής αρχαίας Ελληνικής γλυπτικής ήσαν χάλκινα) ήσαν ευάλωτα. Κάποια σπουδαία αγάλματα καταστράφηκαν από μία καταστροφική πυρκαγιά που έπληξε την Κωνσταντινούπολη επί βασιλείας τού αυτοκράτορος Ζήνωνος το 475. Η μοίρα τών υπολοίπων ήταν ίσως ακόμη πιο σκληρή: Όταν οι κατ' όνομα "Σταυροφόροι" κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το 1204, όλα αυτά τα απαράμιλλά έργα τέχνης, όλα αυτά τα ανυπέρβλητα προϊόντα τού ανθρώπινου πολιτισμού κατέβηκαν από τα βάθρα τους και παραδόθηκαν στη φωτιά, για να γίνουν... χάλκινα νομίσματα!!! Ο Νικήτας ο Χωνιάτης, μέσα από ένα θρήνο για τους χαμένους θησαυρούς ο οποίος δεν αποφεύγει κάποιες ρητορικές υπερβολές, στηλιτεύει την ασύλληπτη βαρβαρότητα τών Λατίνων κατακτητών, αυτών τών "ανέραστων τού ωραίου βαρβάρων", όπως τους ονομάζει, η οποία στέρησε την ανθρωπότητα από ανεπανάληπτους θησαυρούς τής τέχνης (Νικήτα Χωνιάτου, ό.π., ed. J. van Dieten, B΄ 648 κ.ε. - ed. J. - P. Migne, PG 139, 1044 κ.ε.).

23. Πλάτωνος Πολιτεία, ed. J. Burnet, 386a κ.ε.

24. Μεγάλου Βασιλείου, Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων, ed. F. Boulenger, 5. 25 - 28: "Ως δ' εγώ τινος ήκουσα δεινού καταμαθείν ανδρός ποιητού διάνοιαν, πάσα μεν η ποίησις τω Ομήρω αρετής εστιν έπαινος, και πάντα αυτώ προς τούτο φέρει, ό,τι μη πάρεργον".

25. Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Προτρεπτικός προς Έλληνας,  ed. C. Mondésert, δ΄ 57, 6. 1-2: "Επαινείσθω μεν η τέχνη, μη απατάτω δε τον άνθρωπο ως αλήθεια".

 
Δρ Γιάννης Κ. Τσέντος.
Μέρος 1ο

Πηγή: Περιοδικό "Ακτίνες" Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 2009, σελ. 266-274.


Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

Καταστροφή αρχαίων μνημείων από Χριστιανούς

ΜΥΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ
 
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ  
Από το συνέδριο που οργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη από την εταιρεία Ορθοδόξων Σπουδών με θέμα «Φαινόμενα Νεοειδωλολατρείας».

Ένα από τα ηχηρότερα επιχειρήματα των Νεοπαγανιστών εναντίον του Χριστιανισμού είναι το περί συστηματικής και οργανωμένης δήθεν καταστροφής των αρχαίων μνημείων, που έχει προσλάβει την μορφή ενός στερεότυπου μύθου, αναπαραγώμενου κατά της περιστάσεις. Και το ότι, μέσα στο ανταποδοτικό πάθος πολλών «χριστιανών», που τον 4ο αιώνα πέρασαν στην εποχή της «revanche», κατεστράφησαν αρχαιοελληνικά μνημεία, που συντηρούσαν την λατρεία των ειδώλων, είναι γεγονός. Μόνο όμως μέσα στις νοοτροπίες της εποχής είναι δυνατό να επιχειρηθεί στο σημείο αυτό επιστημονική ερμηνεία. Αρκεί να μελετήσει κάποιος το νεανικό έργο του Μ. Αθανασίου «Κατά ειδώλων»(1), για να κατανοήσει το θεολογικό υπόβαθρο τέτοιων ενεργειών. Άλλωστε, η ιστορία δεν ασχολείται με κατάρες, αλλά με ερμηνείες.  Επιστημονική προσέγγιση των πραγμάτων μας προσφέρει δυνατότητες ασφαλέστερων κρίσεων και συμπερασμάτων.

Επικαλούμεθα τα πορίσματα της έρευνας διακεκριμένων αρχαιολόγων, που συνοψίζουν τα δεδομένα μακροχρόνιων επιστημονικών ερευνών, συναδέλφων τους, αλλά και δικών τους. Το 1994 δημοσιεύθηκε μελέτη της κας Πολύμνιας Αθανασιάδη, καθηγήτριας του Παναπιστημίου Αθηνών με τίτλο: «Το λυκόφως των θεών στην Ανατολική Μεσόγειο: Στοιχεία ανάλυσης για τρεις επιμέρους περιοχές»(2). Η κα Αθανασιάδη, με βαθειά γνώση και επιμέλεια, αξιοποιεί τα δεδομένα των ερευνών του χώρου της για το επίμαχο θέμα. Πρώτα επιλέγει «τρεις περιοχές της αυτοκρατορίας με διαφορετική γεωγραφική φυσιογνωμία, ιστορικό υπόβαθρο και δημογραφική σύνθεση», εξασφαλίζοντας έτσι για την έρευνά της μεγαλύτερη αξιοπιστία. Οι περιοχές Δε αυτές είναι η Ελλάδα, η Κωνσταντινούπολη και η Συρία-Παλαιστίνη. Έτσι αντιμετωπίζει εύκολα «τις γενικεύσεις του Λιβανίου», όσο και τον «υπερβολικά μεγάλο αριθμό φιλολογικών μαρτυριών» σε χριστιανούς και εθνικούς συγγραφείς για την καταστροφή ναών, που καταντά, όπως λέγει, «ύποπτος»! «Στην προσπάθειά τους να ηρωοποιήσουν επισκόπους και αυτοκράτορες, σε μια περίοδο, κατά την οποία ο θρησκευτικός φανατισμός θεωρείται αρετή, συχνά οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδιδαν σ' αυτούς φανταστικές καταστροφές ναών ή, στην καλύτερη περίπτωση, μεγαλοποιούσαν τα ηροστράτεια ανδραγαθήματά τους». Από την άλλη μεριά, επιπολάζει η κινδυνολογία των εθνικών, για να παρουσιάσουν «τους εαυτούς τους ως μάρτυρες και την κοσμοθεωρία τους ως αντικείμενο συστηματικού και βάναυσου διωγμού, που διεξήγετο παράνομα, στο πλαίσιο μιας θεωρητικά ανεξίθρησκης αυτοκρατορίας». Γι' αυτό η αντικειμενική συγγραφέας συνιστά «επιφυλακτική στάση» στις όποιες κρίσεις. Η ανεξιθρησκεία άλλωστε των αυτοκρατόρων, όπως ο Μ. Κωνσταντίνος, είναι αποδεδειγμένη|

Η μεταφορά ειδωλολατρικών μνημείων στην νέα πρωτεύουσα (Κωνσταντινούπολη- Νέα Ρώμη) για την διακόσμησή της ναι μεν εμποδίζει τη συνέχεια τοπικών λατρειών, αλλά τα αναδεικνύει ακόμη περισσότερο στην ίδια την χριστιανική, αργότερα, πρωτεύουσα. Εν τούτοις ο Μ. Κωνσταντίνος «επιδίωξε συστηματικά να εξασφαλίσει για την πόλη του την συνδρομή όλων των θείων δυνάμεων». Έτσι εκτός από χριστιανικούς ναούς ( Αγία Ειρήνη, Άγιοι Απόστολοι) αφιέρωσε και δύο ναούς σε εθνικές θεότητες, τη Ρέα και τη θεά Τύχη. Συνεχίζει όμως η κα Αθανασιάδη: « Σε τόπους όπως η Αθήνα και οι Δελφοί, κανόνας είναι, ότι τα μεταγενέστερα στρώματα έχουν καταστραφεί από τους ίδιους τους αρχαιολόγους στην προσπάθειά τους να φτάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο κλασικό υπόστρωμα». Τις παρατηρούμενες καταστροφές αποδίδουν οι αρχαιολόγοι στους σεισμούς , τις βαρβαρικές επιδρομές (4ος-6ος αιώνας) και την εγκατάλειψη. Τα αρχαία μνημεία των Αθηνών και των Δελφών έμειναν απείραχτα από τους χριστιανούς. Η μετατροπή τους σε χριστιανικές εκκλησίες δείχνει περίτρανα τη συνείδηση της ιστορικής συνέχειας, όσο και αν αυτό δεν ικανοποιεί τους σημερινούς αρχαιολάτρες. Όπως συνηθίζω να λέγω, Πατέρες όπως οι Τρεις Ιεράρχες, όχι μόνο Έλληνες ήταν, αλλά και φορείς υψηλής ελληνικής παιδείας. Δεν ήταν επήλυδες που ενέσκηψαν στον ελληνικό χώρο, για να «θύσουν και απολέσουν», αλλά Έλληνες, που γνώριζαν να αποτιμούν αντικειμενικά τα πράγματα, έξω από φανατισμούς και εξαλλοσύνες. Τα κριτήριά τους ήταν πνευματικά. Γνώριζαν την ειδωλική πλάνη, αλλά δεν ήταν ικανοί για βιαιότητες.

Την συνείδηση της ιστορικής συνέχειας των Ελλήνων- Χριστιανών, που δεν απέρριψαν τον πολιτισμό των προγόνων τους, αλλά μόνον την θρησκεία τους -η οποία δεν ήταν παρά νοσταλγία της εν Χριστώ αληθείας, όπως επεσήμανε ήδη ο Απόστολος Παύλος στον Άρειο Πάγο των Αθηνών(3)- υποστηρίζει και η κα Αθανασιάδη: « Οι εκκλησίες και τα παρεκκλήσια, που βρέθηκαν σπαρμένα γύρω και μέσα από το τέμενος του Απόλλωνα (στους Δελφούς), υπογραμμίζουν την συνέχιση της θρησκευτικής παράδοσης του τόπου». Όπως άλλωστε θρησκειολόγοι και λαογράφοι έχουν παραδεχθεί, αν «ξυπνούσε» σήμερα ένας αρχαίος Έλληνας και βρισκόταν σε ένα χριστιανικό πανηγύρι, δεν θα ένιωθε ξένος στο περιβάλλον. Είναι Δε χαρακτηριστικό, ότι πολλοί σήμερα επικριτές της ορθοδόξου λαϊκής θρησκευτικότητας, κυρίως της ελληνικής, σ' αυτό το επιχείρημα καταφεύγουν, λησμονώντας ότι η ελληνική θρησκευτικότητα παρέμεινε ακέραιη, άλλαξε όμως ο προσανατολισμός της. Άλλωστε, η ελληνική πολυθεΐα δεν ήταν, κατά πολλούς θρησκειολόγους (π.χ. Λ. Φιλιππίδης), παρά θεοποιητική υποστασιοποίηση των ιδιοτήτων της μιας θεότητος. «Ο βανδαλισμός ιερών αντικειμένων (από Χριστιανούς Έλληνες) ήταν πράξη σπάνια στην Ελλάδα», δέχεται η κα Αθανασιάδη. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν μεμονωμένες. «Η γενική εντύπωση από την Ελλάδα είναι ότι η φθίνουσα αρχαία πίστη ενέπνεε στους νεοφώτιστους χριστιανούς, παρά την δομική μισαλλοδοξία της θρησκείας τους, σεβασμό και συχνά κάποια συγκίνηση». Ακόμη και ο όχι και τόσο ανεξίθρησκος Κωνστάντιος(337-361) «δεν φαίνεται να πείραξε ναούς», αλλά και «οι καλλιεργημένοι Χριστιανοί του αυτοκρατορικού περιβάλλοντος αντιμετώπισαν τα αρχαία ιερά ως έργα τέχνης και όχι ως κατοικία δαιμόνων».

Οι φανατικοί, βέβαια, δεν έλειπαν -όπως σε κάθε εποχή-, αλλά οι προτροπές τους για καταστροφή , κατά κανόνα, έπεφταν στο κενό. Ως την εποχή του Ιουστινιανού εισέρρεαν αρχαία εθνικά μνημεία στην Κωνσταντινούπολη. Μόνο εκεί, που δεν υπήρχε «επαφή με την αστική παιδεία του ελληνορωμαϊκού κόσμου», εκτός δηλαδή του ιστορικού ελληνικού χώρου, και όπου «η παραδοσιακή θρησκεία είχε ισχυρές ρίζες», παρατηρείτε φανατισμός και γίνονται καταστροφές. Αυτό συνέβαινε περισσότερο στην Ανατολή (Συρία - Φοινίκη - Παλαιστίνη). Η κα Αθανασιάδη όμως ερμηνεύει με τα επιστημονικά κριτήριά της τις συμπεριφορές και σε περιοχές, όπως η Συρία: «...Εδώ δεν έχουμε μια αμιγή περίπτωση θρησκευτικού φανατισμού, αλλά ένα ξέσπασμα κοινωνικού και φυλετικού μίσους, ένα υποσυνείδητο εθνικό κίνημα με αμφίεση βέβαια, θρησκευτική». Και αυτό στηρίζεται σε έρευνες διαφόρων ειδικών. Με αυτό το κριτήριο μπορούν να ερμηνευθούν και μεταγενέστερες συμπεριφορές, χωρίς βέβαια, να αγνοούνται και οι προκλήσεις των εθνικών ομάδων. Όπου δεν κυριαρχούν προκλήσεις(προβοκάτσιες), οι συμπεριφορές μένουν ανεξέλεγκτες.

Σκόπιμα βέβαια εκμεταλλευθήκαμε καθ' υπερβολήν την έρευνα της εκλεκτής συναδέλφου, διότι προσφέρει σημαντικές δυνατότητες για την ερμηνεία και κατανόηση πραγμάτων, που η κακοπιστία, κακεντρέχεια, αλλά και ανθελληνική σκοπιμότητα των ξένων κέντρων συστηματικά παρερμηνεύει.

Τα πορίσματα της κας Αθανασιάδη μου επιβεβαίωσε σε μια σπουδαιότατη για μένα, επικοινωνία μας (19-07-2000) και ο γνωστός αρχαιολόγος και αείμνηστος φίλος Άγγελος Χωρέμης, ερμηνεύοντας την περίπτωση του Μ. Θεοδοσίου. Κατά την γραπτή του δήλωση, « το διάταγμα του Θεοδοσίου του Μεγάλου (191-193 μ.χ.) αναφέρει απαγόρευση λατρείας σε αρχαία ιερά και την είσοδο στους ναούς, δεν εντέλλεται όμως την καταστροφή τους. Άλλωστε δεν φαίνεται ανασκαφικά τουλάχιστον τέτοια καταστροφή. Τα μεγάλα κέντρα της αρχαίας λατρείας, εκείνα ακριβώς που θα έπρεπε λογικά να υποστούν την μεγαλύτερη καταστροφή, όπως οι Δελφοί, η Ολυμπία, η Δωδώνη, τα ιερά των Αθηνών κ.α. δεν φαίνεται ανασκαφικά τουλάχιστον να έπαθαν ζημιές από ανθρώπινο χέρι στα τέλη του 4ου αιώνα. Εξάλλου, πολλοί ναοί της αρχαίας λατρείας σώθηκαν ως τις μέρες μας σχεδόν ανέπαφοι, κυρίως στην κάτω Ιταλία και την Σικελία, όπου επίσης βασίλευε ο Μ. Θεοδόσιος, αλλά και στην κυρίως Ελλάδα, όπως το συγκρότημα της Ακροπόλεως των Αθηνών, ο ναός του Ηφαίστου (Θησείον) και ο ναός του Ιλισσού». Μάλιστα στον Θεοδοσιανό Κώδικα (XVI 10,25) «επιτρέπεται στους Χριστιανούς να μετατρέπουν τους αρχαίους ναούς σε χριστιανικούς» και γι' αυτό δεν καταστράφηκαν, αλλά σώθηκαν αυτούσιοι (βλ. τον αρχαίο ναό κάτω από τον ανηγερένο από την Αγία Ελένη τον δ' αιώνα ναό της Παναγίας της Καταπολιανής ή Εκατονταπυλιανής στην Πάρο που ανεκάλυψε ο μεγάλος αρχαιολόγος Α. Ορλάνδος). Κατά τον επιφανή βυζαντινολόγο Διονύσιο Ζακυνθηνό η διάταξη αυτή έγινε ακριβώς , για να σωθούν οι ναοί. «Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμία κρατική πολιτική, που να ενθαρρύνει την καταστροφή αρχαίων ιερών». «Αυτό που πράγματι έγινε, είναι καταστροφές και ακρότητες σε τοπικό επίπεδο, από φανατικούς εκκλησιαστικούς και πολιτικούς παράγοντες, κυρίως εναντίον αγαλμάτων αρχαίων θεοτήτων με συνηθέστερο το φαινόμενο της ρινοκοπής και καταστροφής των προσώπων. (Δεν πρέπει πάντως να θεωρούμε ότι κάθε κατεστραμμένο άγαλμα μαρτυρεί και χριστιανικό βανδαλισμό. Πολλά κατεστράφησαν από άλλες αιτίες και πάρα πολλά μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, για τον στολισμό της καινούργιας πρωτεύουσας). Οι άνθρωποι αυτοί εξαγρίωναν τον όχλο, πράγμα όχι δύσκολο, αν σκεφτούμε ότι, μόλις 75-80 χρόνια χώριζαν την εποχή αυτή από τους φοβερούς διωγμούς των Διοκλητιανού και Γαλερίου (311) και 55-60 χρόνια από τον ηπιότερο διωγμό του Λικίνιου (320-324). Τον εξαγριωμένο αυτό όχλο εξαπέλυαν να κάψει και να καταστρέψει ο,τιδήποτε εθνικό εύρισκε μπροστά του. Αυτό όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική του Μ. Θεοδοσίου και, όπως θα δούμε, όταν έγινε, προσπάθησε να το σταματήσει και να το θεραπεύσει». Και συμπληρώνει ο Άγγελος Χωρέμης: «Στην πορεία προς την νέα θρησκεία, υπάρχει αναμφισβήτητα κάποια πίεση εκ μέρους των Χριστιανών, αλλά όχι κρατικά κατευθυνόμενη βία. Δεν μαρτυρούνται διωγμοί σαν αυτούς που είχαν υποστεί οι ίδιοι οι Χριστιανοί μερικές δεκαετίες πριν, ούτε βίαιοι εκχριστιανισμοί, όπως έγιναν τον καιρό του Καρλομάγνου, της ισπανικής reconquista κ.α. Μαρτυρούνται ακρότητες,συχνά άγριες, αλλά πάντα περιορισμένες τοπικά και χρονικά. Το περίεργο δεν είναι πως έγιναν αγριότητες, το περίεργο είναι πως έγιναν τόσες λίγες μετά από τα μαρτύρια, που είχαν υποστεί οι Χριστιανοί». Εκδηλώσεις, λοιπόν, φανατισμού μεμονωμένων προσώπων παρατηρούνται - και κατά τον Άγγελο Χωρέμη - στο πνεύμα της «revanche», αυτό όμως ουδέποτε υπήρξε πολιτική του Μεγάλου Θεοδοσίου, για να μείνουμε σε ένα τόσο παρεξηγημένο στο σημείο αυτό αυτοκράτορα.

Σώζεται «Λιβανίου του Αντιοχέως λόγος προς Θεοδόσιον τον βασιλέα, Υπέρ των Ιερών» (αρ.30). Ο μεγάλος ρητοροδιδάσκαλος (314-393), επιφανής εκπρόσωπος της φθινούσης ελληνικής αρχαιότητας, διδάσκαλος του ιερού Χρυσοστόμου, έγραψε το 386 το κείμενο αυτό, απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α' (379-395) και παραπονούμενος για την στάση των φανατικών μοναχών (της Αντιόχειας) έναντι των εθνικών ναών (τεμένων).

Για την κατανόηση της στάσης τυ Λιβανίου έναντι του Χριστιανισμού, ας σημειωθεί, ότι ήταν συνεπής οπαδός της ειδωλολατρείας, θυσίαζε στις θεότητες της και μετερχόταν την μαντεία. Είχε μυηθεί εξάλλου σε διάφορα εθνικά μυστήρια. Ο ι. Χρυσόστομος τον ονομάζει «πάντων δεισιδεμονέστατον» (ευσεβέστατον) (4). Πίστευσε στην προσπάθεια του αυτοκράτορα Ιουλιανού και στην ανάσταση του ειδωλολατρικού κόσμου, μολονότι κατά την νεότητά του έδειξε τάσεις φιλοχριστιανικές. Τον επηρέασε όμως ο Ιουλιανός, όπως και αυτός επηρεάστηκε από τον Λιβάνιο, του οποίου μελετούσε τα έργα και έγινε έμμεσα μαθητής του.(5)

Ο λαμπρός γνώστης της αρχαιότητας Άγγελος Χωρέμης σχολιάζει το κείμενο του Λιβανίου με τον ακόλουθο τρόπο: «Ο λόγος του Λιβανίου ‘Υπέρ των ιερών' δεν γράφτηκε λόγω ακροτήτων, που έγιναν εις εφαρμογήν του διατάγματος κατά της αρχαίας θρησκείας. Το διάταγμα εξεδόθη το 391 και το κείμενο του Λιβανίου γράφτηκε το 386, δηλ. πέντε ολόκληρα χρόνια νωρίτερα με άλλη ευκαιρία(6). Ο Θεοδόσιος διόρισε ύπαρχο Ανατολής κάποιον συμπατριώτη και φίλο του, τον Ίβηρα Μάτερνο Κηνύγιο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν φανατικός θρησκόληπτος και έξαλλος. Υποκίνησε πράγματι τον όχλο, επικεφαλής του οποίου ήταν φανατικοί καλόγεροι, και άρχισαν να καταστρέφουν τα αρχαία ιερά, στην αρχή κυρίως τα μικρά (και απροστάτευτα) ιερά της υπαίθρου και εν συνεχεία άρχισαν να μπαίνουν και να καταστρέφουν ιερά και μέσα στις πόλεις. Τότε ο Λιβάνιος γράφει τον περίφημο και ωραιότατο λόγο του «Υπέρ των Ιερών». (Η αντίδραση του θρησκόληπτου Θεοδοσίου ήταν να απαγορεύσει την είσοδο των μοναχών μέσα στις πόλεις, προστατεύοντας έτσι τα εθνικά ιερά των άστεων και όταν σε λίγο πέθανε ο Μάτερνος Κηνύγιος τοποθέτησε ως ύπαρχο Ανατολής τον σώφρονα εθνικό Ευτόλμιο Τατιανό, ο οποίος κατάφερε να ηρεμήσει τα πράγματα και να φέρει την καταλλαγή.

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι ουδέποτε υπήρξε επίσημη πολιτική του Θεοδοσίου η καταστροφή του αρχαίου κόσμου και μάλιστα με την μορφή των ακραίων βανδαλισμών, όπως λέγεται συνήθως. Μαρτυρούν επίσης το κύρος που είχε ο Λιβάνιος στον θεωρούμενο θρησκόληπτο βασιλέα, κύρος που φάνηκε και όταν με δύο ακόμη λόγους του, τους «Προς Θεοδόσιον τον Βασιλέα περί της στάσεως» και Προς Θεοδόσιον τον Βασιλέα επί ταις διαλλαγαίς», κατόρθωσε να σώσει την Αντιόχεια, η οποία είχε στασιάσει. Σ' αυτήν την προσπάθεια είχε και την συνεπικουρία του επισκόπου Αντιοχείας Φλαβιανού, του οποίου τον λόγο φαίνεται ότι είχε γράψει ένας νεαρός Χριστιανός κληρικός, μαθητής του Λιβανίου, ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και συνεργασία με χριστιανούς είχε ο Λιβάνιος, όταν κοινοί στόχοι το επέβαλλαν».

Θα επιχειρήσουμε ένα σχόλιο στην υπογραμμιζόμενη, με επιστημονική ευσυνειδησία, από αείμνηστο φίλο, συνεργασία του Λιβανίου με Χριστιανούς. Οι άνθρωποι εκείνοι ζούσαν τα πράγματα μέσα στη φυσικότητά τους και όχι στο τεχνητό κλίμα αντιπαλότητας, που δημιουργούν οι φανατικοί (εκατέρωθεν) των ημερών μας. Μήπως σ' όλη την μακρά διάρκεια του Βυζαντίου/Ρωμανίας δεν έλαβαν χώρα παρόμοιες συνεργασίες και συνυπάρξεις; Η χαρακτηριστικότερη μάλιστα, ήταν η συνεργασία των δύο ιδεολογικά αντιπάλων, που η αντίθεσή τους σκόπιμα και τεχνητά υπερτονίζεται σήμερα, του Οικουμενικού Πατριάρχου Γεννάδιου β' του Σχολαρίου και του σοφού υποστηρικτού της αρχαίας θρησκείας Γεωργίου Πλήθωνος-Γεμιστού. Ο τελευταίος δεν δίστασε να συμμετάσχει στην σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), ως μέλος της ορθόδοξης αντιπροσωπείας, για να βοηθήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία στις τραγικές εκείνες στιγμές γι' αυτήν και το γένος. Εκεί έδωσε μάχη, με τις επιστημονικές του γνώσεις, υπέρ της Ορθοδοξίας (απέδειξε την νοθεία ενός χειρογράφου που παρουσίαζαν οι Λατίνοι) και μαζί με τον πρωταγωνιστή της Ορθοδοξίας Άγιο Μάρκο Ευγενικό (1444), δεν υπέγραψε την Ένωση με τον Παπισμό. Παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές-πνευματικές προϋποθέσεις τους και οι δύο θεωρούσαν την ένωση ως υποταγή στον Παπισμό και επιζήμια για τι Γένος/Έθνος. Αλλά έτσι σκέπτονται όσοι αγαπούν το Έθνος. Οι σημερινοί Νεοπαγανιστές, σχεδόν κατά κανόνα δεν αγαπούν το Έθνος και τον Ελληνισμό, παρά τα  λεγόμενά τους, διότι πολεμώντας την Ορθοδοξία, που είναι πια αδιαίρετα ενωμένη με την ελληνικότητα, κατεργάζονται την διάλυσή του.

 Για το θέμα της καταστροφής αρχαίων μνημείων από «Χριστιανούς» παράλληλα με τα συμπεράσματα της κας Αθανασιάδη είναι και εκείνα του αρχαιολόγου Gerasimos Pagoulatow, "The Destruction and conversion of ancient temples o Christian Churches during fourth, fifth and sixth centuries", Θεολογία τ.ΞΕ' (1964), σς152-170 . Είναι Δε χαρακτηριστικό, ότι και στο περιοδικό «Δαυλός» (αρ.138/Ιούνιος 1993,σς.8022/23) σημειώνεται: «Όλοι σχεδόν οι καταστροφείς αρχαίων ελληνικών μνημείων είναι Χριστιανοί εξ Ιουδαίων, δηλαδή Εβραίοι. Οι Χριστιανοί εξ εθνικών, δηλαδή οι Έλληνες, σπάνια μετείχαν σε διωγμούς Ελλήνων».

Σημασία Δε έχει, ότι και ο γνωστός εικονοκλάστης, αλλά σπουδαίος ιστορικός ερευνητής και συστηματικός παρουσιαστής της «αρνητικής πλευράς» Κυριάκος Σιμόπουλος, ενώ μιλά για τις «αποτρόπαιες βαρβαρότητες των Χριστιανών» (σ. 112 ε.ε) στα αρχαία μνημεία, δεν παραλείπει να παρεμβάλει και κεφάλαιο με τον τίτλο: «Ο βυζαντινός άνθρωπος συντηρεί με ευλάβεια την παράδοση της αρχαίας ελληνικής τέχνης» (σ. 208 ε.ε.)(7).

Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα από το παραπάνω βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου: « Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι υπήρξε μία παιδευτική και συναισθηματική συνέχεια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στο Βυζάντιο, όχι μόνο από την διανόηση αλλά και από τον λαϊκό άνθρωπο, ενίοτε και από την εξουσία. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Θόδωρος Δούκας Λάσκαρις (1254-1258), κατά την επίσκεψή του στην Πέργαμο, νοιώθει συγκίνηση μπροστά στα λείψανα των αρχαίων μνημείων και έργων τέχνης κι εκφράζει ενθουσιασμό και ευλάβεια για τα μεγαλουργήματα των προγόνων. Έχει συνείδηση τι σημαίνει Δύση ύστερα από την εισβολή των στυροφόρων και τον χαλασμό της Πόλης [...].

Ο πρώτος αυτοκράτορας - ο Κωνσταντίνος - φιλοδοξεί να εξομοιώσει τη ‘βασιλεύουσα' με την Ρώμη. Και σπεύδει να την διακοσμήσει με έργα τέχνης, συνεχίζοντας την ρωμαϊκή παράδοση της αρπαγής. Μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολή πολυάριθμα αγάλματα, χάλκινα ιδίως, κίονες, κ.α.(8) από τις κυριότερες πόλεις του ανατολικού, αλλά και του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας - από την Αθήνα, το Αιγαίο, την Ιωνία, την Κύπρο, την Κρήτη, τη Ρώμη, τη Σικελία κ.α.(9) ... (σς. 209-20).

Ο Κωνσταντίνος θα αξιοποιήσει την ελληνική πολιτιστική παράδοση για την προσωπική του αίγλη, ταυτίζοντας το χάλκινο άγαλμα του Απόλλωνα που έστησε πάνω στην περίφημη πορφυρή κολώνα της Αγοράς, τον «κυκλοτερή πορφυρούν κίονα»(10), με το αυτοκρατορικό του μεγαλείο. Στην κεφαλή του αγάλματος, που αφιέρωσε στον εαυτό του, προσέθεσε ακτινωτά ήλους «από τον σταυρό του Χριστού», για να λάμπει σαν τον ήλιο... (σ. 211)(11).

Η παραδοσιακή επομένως αισθητική και η πανάρχαιη λαϊκή ποιλιτιστική παιδεία δεν είχε σβήσει , παρά τους βανδαλισμούς των πρώτων χριστιανών εναντίον των κλασσικών μνημείων. Και δεν θα σβήσει ποτέ στον ελληνικό κόσμο. Έτσι εξηγείται η διατήρηση ανέπαφων τόσων γλυπτών στην Κωνσταντινούπολη ως την επιδρομή των Δυτικών Βαρβάρων. Απώλειες σημειώθηκαν μόνο από σεισμούς, πυρκαγιές και εσωτερικές ταραχές - λαϊκές εξεγέρσεις, συγκρούσεις και καταστολές. Οι Χριστιανοί της πρωτεύουσας θαύμαζαν τα αγάλματα που στόλιζαν την πόλη τους...(σς. 212-213)

Οι βυζαντινοί διανοούμενοι - ακόμα και θεολόγοι- έχουν βαθειά γνώση της αρχαίας τέχνης και εκφράζουν χωρίς επιφυλάξεις τον απεριόριστο θαυμασμό τους. Συχνότατες στους βυζαντινούς αιώνες οι αναγωγές στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τους επιφανείς δημιουργούς του και οι συγκρίσεις της βυζαντινής εικονογραφίας με την κλασσική ζωγραφική που αποκαλύπτουν κοινά οι παράλληλα καλλιτεχνικά ιδεώδη... (σς. 226-227)»

 

Αγαπητοί Σύνεδροι,
Το κείμενό μου δεν επεδίωξε να πρωτοτυπήσει, αλλά να αποδείξει, μέσω της έρευνας διακεκριμένων αρχαιολόγων, την αντιεπιστημονικότητα του νεοειδωλολατρικού φανατισμού και των γενικεύσεών του σε ένα θέμα, που έχει κεντρική θέση στην αντιχριστιανική πολεμική του. Οι αυθεντικοί Χριστιανοί, και μάλιστα οι Έλληνες, ετίμησαν την τέχνη των προγόνων τους και κληρονόμησαν το καλλιτεχνικό  πνεύμα τους, για να προχωρήσουν στην δική του - καθαρά ελληνική - καλλιτεχνική δημιουργία.


Σημειώσεις:
  1. 318, όχι «Κατά Ελλήνων», ο τίτλος αυτός είναι μεταγενέστερος και προσετέθη απ' τους εκδότες.
  2. Περιοδικό ΕΛΛΗΝΙΚΑ, τ.44, Θεσσαλονίκη 1994, σς. 31-50
  3. Πραξ.17,23. Ο Απόστολος Παύλος δεν καταστρέφει ή διαστρέφει την ελληνική θρησκευτικότητα, αλλά την στρέφει προς τον αναμενόμενο Αληθινό Θεό.
  4. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, εις νεωτέραν χηρεύσασαν, 1
  5. Βλ. το άρθρο του ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ στη ΘΗΕ, τ.8, 1960, στ. 294-299 με βιβλιογραφία
  6. P. Petit, "Sur la date du ‘pro Templis' de Libanius", en Byzantion XXX (1951), fasc Ι. 285-310
  7. Βλ. το βιβλίο του: Η λεηλασία και η καταδρομή των Ελληνικών Αρχαιοτήτων, Αθήνα 1997.
  8. «πάντα Δε τα χαλκουργεύματα και τα ξόανα εκ διαφόρων ναών και πόλεων αθροίσας έστησεν αυτά εις διακόσμησιν της πόλεως, ομοίως Δε και τους κίονας των περιπάτων» Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. Preger τ. Β', 145
  9. «Ότι από Ρώμης πολλά ενεχθέντα είδωλα έστησαν εν τω Ιπποδρόμω εξαίρετα Δε εξήκοντα, εν οις και είκοσι του Αυγούστου. Από Δε Νικομηδείας στήλαι πολλαί ήκασιν. Ομοίως Δε από Αθηνών και Κυζίκου και Καισαρείας και Τράλλης και Σάρδης και Μωκησού και από Σεβαστείας και Σατάλων και Χαλδείας και Αντιοχείας της μεγάλης και Κύπρου και από Κρήτης και Ρόδου και Χίου και Ατταλείας και Σμύρνης και Σελευκείας και από Τυάνων και Ικονίου και Βιθυνών Νικαίας και από Σικελίας και από πασών των πόλεων ανατολής και δύσεως ήκασι διαφοροι στήλαι παρά του μεγάλου Κωνσταντίνου». Γ. ΚΩΔΙΝΟΣ, Παρεκβολαί εκ της βίβλου του Χρονικού περί των πατρίων της Κωνσταντινουπόλεως, εκδ. Βόννης 1843, σ. 53. Η λέξη «στήλη» σημαίνει άγαλμα. « Ολόχρυσον την στήλην σου στήσουν εις το παλάτιν» Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, στ.1172.
  10. Κατά τον ΓΕΩΡΓΙΟ ΚΕΔΡΗΝΟ «πορφυρούς κίων» στήθηκε το 320, κατά το Πασχάλιον Χρονικόν το 328. Το άγαλμα του Απόλλωνα είχε αφαιρεθεί, κατά τον Βυζαντινό χρονογράφο Μιχαήλ Γλύκα, από την Ηλιούπολη της Φρυγίας. Τον ομώνυμο ναό έκλεισε ο Κωνσταντίνος (ΕΥΣΕΒΙΟΣ, Εις τον βίον Κωνσταντίνου Βασιλέως, Γ' 55-56). Κατά τον Μανουήλ Χρυσολωρά στην κορυφή του «πορφυρού κίονος» είχε αρχικά τοποθετηθεί σταυρός. Γράφει « περί του αίροντος τον σταυρόν πορφυρού κίονος, επί της αυλής του μεγάλου Κωνσταντίνου βασιλείων αυτού πηξαμένου και ιδρυμένου, πάντας μεν ανδριάντας πάσας Δε στήλας νικώντος» (Του λογιωτάτου Μανουήλ Χρυσολωρά επιστολή προς τον Ιωάννην βασιλέα εν ή συγκρισις της παλαιάς και νέας Ρώμης).
  11. «Δίκην Ηλίου έστησεν αυτήν εις το όνομα αυτού θήσας εν τη κεφαλή ήλους εκ των του χριστού δίκην ακτίνων ως Ήλιος τοις πολίταις εκλάμπων» Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως, τ. Β', 174,45. Κατά τον ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΡΟΔΙΟ, το άγαλμα ήταν επιχρυσωμένο, «χρυσώ καταυγάζοντα». Στίχοι Κωνσταντίνου Ασηκρίτη του Ροδίου, σ. 69.

Φαινόμενα Νεοειδωλολατρίας
Δωδεκαθεϊσμός
Υποτίμηση Παλαιάς Διαθήκης
Ολυμπιακοί Αγώνες

Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου
Θεσσαλονίκη 25-27 Μαΐου 2003