Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Ο Χριστός είναι η οδός που οδηγεί στον Πατέρα

Ποτέ άλλοτε η καρδιά του Χριστού δεν ήταν τόσο γεμάτη από τρυφερή και κυρίαρχη αγάπη για τους μαθητές Του, από τη στιγμή που τους είπε, “Ας μην ταράζεται η καρδιά σας”. Είχαν πολλούς λόγους για να είναι ταραγμένη η καρδιά τους. Τους είχε πει ότι θα τους αφήσει. Τους είχε πει ότι κάποιος θα Τον προδώσει, κάποιος άλλος θα Τον αρνηθεί, ότι θα τους προσβάλλουν εξ αιτίας Του, εκείνο το ίδιο βράδυ. Ίσως ακόμη να νόμιζαν ότι θα άφηνε γιατί ήταν θυμωμένος μαζί τους. Όποια όμως κι’ αν ήταν η αιτία της ταραχής τους, η αγκαλιά του Χριστού ήταν ξέχειλη από αγάπη και τα λόγια Του ήταν σταγόνες μόνο από το ξεχείλισμα της αγάπης Του: “Ας μην ταράζεται η καρδιά σας. Να ’χετε πίστη στο Θεό, και σ’ εμένα να ’χετε πίστη”. Ποτέ πριν κανείς δεν είχε ψιθυρίσει τέτοια λόγια πιστής τρυφερότητας σ’ αυτόν τον παγωμένο κόσμο. Κι’ όμως, πόσο ψυχρή, σκοτεινή και φτωχή ήταν η ερώτηση με την οποία ο Θωμάς διέκοψε τα θεϊκά λόγια: “Κύριε, δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις πώς λοιπόν μπορούμε να ξέρουμε την οδό που οδηγεί εκεί;” Αλλά και με πόση κατανόηση αντιμετωπίζει ο Χριστός αυτήν την ψυχρότητα! Με πόση αγάπη ξεκινάει από το άλφα της σωτηρίας και απαντά και μάλιστα με το παραπάνω στο Θωμά! Του δίνει πολύ περισσότερα απ’ όσα εκείνος ζητά ή σκέπτεται. Εκείνος ρώτησε για τον τόπο και το δρόμο, και ο Χριστός του απάντησε “εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή. Κανείς δεν πάει κοντά στον Πατέρα εκτός αν περάσει από μένα”.

Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον Κεφάλαιο 14,1-14
  1. Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε.  
  2. ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν. πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν·  
  3. καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, καὶ ὑμεῖς ἦτε. 
  4. καὶ ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδόν οἴδατε. 
  5. Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι;  
  6. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ.  
  7. εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν· καὶ ἀπ’ ἄρτι γινώσκετε αὐτὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν. 
  8. Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν. 
  9. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Τοσούτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα;
  10. οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα.  
  11. πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι.  
  12. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι,  
  13. καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ.  
  14. ἐάν τι αἰτήσητέ με ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω.

    🔴🔷🔶🔵
  1. «Μην ταράζεται η καρδιά σας· να ’χετε πίστη στο Θεό, να ’χετε πίστη και σ’ εμένα.  
  2. Στο σπίτι του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί τόποι διαμονής· αν δεν υπήρχαν, θα σας το ’λεγα. Εγώ πηγαίνω να σας ετοιμάσω τόπο.  
  3. Κι όταν πάω και σας ετοιμάσω τόπο, πάλι θα ’ρθώ και θα σας πάρω κοντά μου, ώστε όπου είμαι εγώ να είστε κι εσείς.  
  4. Ξέρετε, βέβαια, και πού πηγαίνω και την οδό που οδηγεί εκεί».
  5. «Κύριε», του λέει ο Θωμάς, «δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις· πώς λοιπόν μπορούμε να ξέρουμε την οδό που οδηγεί εκεί;»  
  6. Ο Ιησούς του απάντησε: «Εγώ είμαι η οδός, η αλήθεια και η ζωή· κανείς δεν πηγαίνει στον Πατέρα παρά μόνο αν περάσει από μένα.  
  7. Αν με είχατε γνωρίσει, θα είχατε γνωρίσει και τον Πατέρα μου. Αλλά κι από τώρα τον γνωρίζετε και τον έχετε δει».
  8. «Κύριε», του λέει ο Φίλιππος, «δείξε μας τον Πατέρα, κι αυτό μας αρκεί».  
  9. Του λέει ο Ιησούς: «Τόσον καιρό είμαι μαζί σας, Φίλιππε, και δε μ’ έχεις γνωρίσει; Αυτός που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα. Πώς μπορείς εσύ να λες “δείξε μας τον Πατέρα”;  
  10. Δεν πιστεύεις πως εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι ο Πατέρας από μένα; Τα λόγια που σας λέω εγώ, δεν τα λέω από μόνος μου· κι ο Πατέρας, που είναι ένα μ’ εμένα, αυτός πραγματοποιεί τα έργα.  
  11. Πιστέψτε με ότι εγώ είμαι αχώριστος από τον Πατέρα, κι ο Πατέρας από μένα· αν πάλι δεν πιστεύετε στο λόγο μου, πιστέψτε εξαιτίας των ίδιων των έργων.
  12. »Σας βεβαιώνω πως αυτός που πιστεύει σ’ εμένα, θα κάνει κι εκείνος τα ίδια έργα που κάνω εγώ και μάλιστα ακόμη μεγαλύτερα απ’ αυτά, γιατί εγώ πηγαίνω κοντά στον Πατέρα.  
  13. Κι ό,τι ζητήσετε στο όνομά μου, θα το κάνω, ώστε η δόξα του Πατέρα να φανερωθεί μέσω του Υιού.  
  14. Αν ζητήσετε κάτι στο όνομά μου, εγώ θα το πραγματοποιήσω».

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

«ΩΔΕΙ(Ι)ΠΟΡΟΣ Ή ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ;»

ΛΥΣΙΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ!

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ηλείας κ. Γερμανού
Μερικές φορές κάποιοι συνάνθρωποί μας, δια διαφόρους λόγους, δημιουργούν προβλήματα σε θέματα, που είναι σαφή και απλά, ώστε να προκαλείται σύγχυσις στην ζωή μας.
  Έτσι τελευταίως εμφανίζονται κάποιοι θεολογικοφιλολογούντες, οι οποίοι ανεκάλυψαν τάχα ότι αυτό που λέει και κατανοεί ο λαός μας αιώνες τώρα δια την νηστείαν, ακολουθώντας την Κανονική παράδοσι των πατέρων μας, ότι δηλαδή «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», είναι τάχα λανθασμένον και ότι το ορθόν είναι να λέμε και να γράφωμε «ασθενής και ωδει(ι) πόρος (η διπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει». Εσχάτως μάλιστα εγράφη και σχετικόν άρθρον εις Θρησκευτικήν Εφημερίδα (ΕΠΑΛΞΕΙΣ Αθηνών, φύλλον της 1.3.2005), υπό του κ. Σοφιανού Κ. Νικολοπούλου με τον τίτλο «Ασθενής και ωδει(ι) πόρος... όχι οδοιπόρος».

  Επειδή πιστεύω, ότι η γνώμη αυτή είναι λανθασμένη, αλλά και προς αφορμήν λεπτομερεστέρας ερεύνης του ζητήματος, και δια την αποφυγήν πλάνης και συγχύσεως στην πρακτική ζωή των χριστιανών μας, δημοσιεύω στην ΗΛΕΙΑΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ το παρόν άρθρο μου, ως συμβολήν εις την λύσιν του Προβλήματος!
  
Η άποψί μου, λοιπόν, επί του θέματος τούτου είναι η εξής:
1. Τα γνωμικά, καθώς και οι παροιμίες, συνήθως προέρχονται από τον λαόν και χρησιμοποιούνται από αυτόν. Δια τούτο, όπως δέχεται και ο ανωτέρω μνημονευθείς κ. Νικολόπουλος εις το άρθρον του στις ΕΠΑΛΞΕΙΣ, ο πολύς λαός ούτε γνωρίζει ούτε χρησιμοποιεί αρχαϊκές λέξεις, δια να διατυπώση τις σκέψεις και τα συμφέροντα της καθημερινής ζωής του. Τα διατυπώνει ασφαλώς στην απλή γλώσσα του.
  Από έρευνα που έκανα στα Λεξικά LIDELL - SCOTT, Α. ΓΙΑΝΑΡΗ, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΥ και το Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, διεπίστωσα ότι δεν καταγράφουν ούτε την λέξιν ΩΔΕΙ(Ι)ΠΟΡΟΣ.
  Είναι, λοιπόν, δυνατόν ο λαός στο λαϊκό του γνωμικό, να εχρησιμοποίησε μία λέξι, που δεν υπάρχει, που δεν υπάρχει ούτε στα ειδικά λεξικά; Το θεωρώ απίθανο.
  Ο κ. Νικολόπουλος η κάποιος άλλος μπορούν να μας παρουσιάσουν συγκεκριμένον κείμενον, εις το οποίον να διαλαμβάνεται αυτή η ρήσις; Αν ναι, να μας την παρουσιάσουν, δια να ιδούμε από πότε εμφανίζεται η φράσις και πως γράφεται· «ωδει(ι)πόρος - διπόρος η οδοιπόρος».

2. Όμως η γραφή «οδοιπόρος» είναι σύμφωνη με την διδασκαλία της Αγίας Γραφής, τους Ιερούς Κανόνας και την παράδοσι της Εκκλησίας μας. Ιδού.
α) Ο ίδιος ο Θεάνθρωπος, λόγω της ανάγκης της εκτός πόλεως οδοιπορίας, δικαιολογεί την κατάλυσι των άρτων της προθέσεως από τον Δαυΐδ και τους στρατιώτας του, όταν κυνηγημένοι από τον Σαούλ, βρέθηκαν να πεινάνε, ο δε ιερέας του ιερού δεν είχεν άλλον κοινόν άρτον να τους προσφέρη, καίτοι τούτο ρητώς απηγορεύετο από τον Μωσαϊκό Νόμον. Το γεγονός περιγράφεται από τους Ευαγγελιστάς (Ματθαίον ιβ´ 3-8), (Μάρκον β´ 25-28) και (Λουκάν στ´ 3-5) και (Έξοδος κθ´ 32-35) και (Α´ Βασιλειών κα´ 1-6).
  Πιστεύω ακόμη ότι και το άλλο αγιογραφικό γεγονός, κατά το οποίον οι Μαθητές του Κυρίου εν ημέρα Σαββάτου «ήρξαντο οδόν ποιείν (=οδοιπορούσαν), τίλλοντες (τρίβοντες με τα χέρια τους) τους στάχυας» (Μάρκου β´ 23) Ματθαίου ιβ´ 1-8) και το οποίον κατά ένα τρόπον δικαιολογεί ο Κύριος (Μάρκου β´ 24-28) παρά την αντίθετη απαγόρευσι του Μωσαϊκού Νόμου, είναι υπέρ της απόψεώς μου. Διότι και στο περιστατικό αυτό έχομε τον Θεάνθρωπον να συγχωρή τους οδοιπορούντας Μαθητάς του να περιπατούν το Σάββατο και να τρίβουν στάχυα, αλλά και να τρώνε τα φρέσκα σπυριά του σιταριού, χωρίς να πλένουν τα χέρια τους, προφανώς επειδή οδοιπορούσαν.
  Επίσης και το θαύμα του χορτασμού των τετρακισχιλίων εις την έρημον μπορεί να θεωρηθή ως εύνοια του Κυρίου υπέρ των οδοιπορούντων, αφού ιδιαιτέρως τονίζει ο ιερός Ευαγγελιστής· «Ο δε Ιησούς προσκαλεσάμενος τους μαθητάς αυτού είπε· σπλαγχνίζομαι επί τον όχλον, ότι ήδη ημέραι τρεις προσμένουσί μοι και ουκ έχουσι τι φάγωσι· και απολύσαι αυτούς νήστεις ου θέλω, μήποτε εκλυθώσιν εν τη οδώ» (Ματθ. ιε´ 32-33).
β) Έπειτα έχομε τον ΝΔ´ Αποστολικόν Κανόνα, ο οποίος απαγορεύει να εισέρχεται ο κληρικός εις καπηλείον. Κάνει όμως ρητώς την εξαίρεσιν· «Πάρεξ του εν πανδοχείω εν οδώ δι᾽ανάγκην καταλύοντος» (ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελίς 71). Εις την αυτήν απαγόρευσιν αναφέρεται και ο ΜΖ´ Κανών της εν Καρθαγένη Συνόδου, ο οποίος επίσης ρητώς ορίζει· «μηδ᾽αν ξενίαν ανάγκη συνωθουμένους». Δηλαδή· «εκτός εάν κατά ανάγκη έμβωσι, ξένοι όντες και κονείσαι(= να καταλύσουν αλλού δια φαγητόν η ύπνον) μη έχοντες», όπως εξηγεί ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης (ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελίς 487).
γ) Αλλά και η καθημερινή πράξι της Εκκλησίας μας αυτό δείχνει. Ότι δηλαδή η Εκκλησίας μας λαμβάνει ιδιαιτέραν μέριμναν δια τους οδοιπορούντας , εκείνης μάλιστα της εποχής, κατά την οποίαν η οδοιπορία ήτο πολυήμερος, λίαν κουραστική και σε έρημα μέρη. Δια τούτο και στις κύριες Ακολουθίες της (Εσπερινού, Όρθρου, Λειτουργίας κ.τλ.) η Εκκλησία μας δέεται υπέρ των νοσούντων, αλλά και ειδικά «υπέρ των οδοιπορούντων». Δια τας εγκύους γυναίκας όμως ουδαμού υπάρχει σχετική ιδιαιτέρα δέησις.
  Γνωστόν είναι επίσης το λεγόμενον δια τον άγιον Σπυρίδωνα. Ότι δηλαδή ο άγιος, όταν ημέρα νηστείας ήλθαν ξένοι στο σπίτι του και δεν είχε νηστήσιμο φαγητόν να προσφέρη, είπεν εις την κόρη του να βγάλη από το λαΐνι τους παστό κρέας, δια να τους φιλοξενήση.
  Επίσης είναι σ᾽όλους γνωστόν ότι η Εκκλησία και τα Μοναστήρια της κατά την Βυζαντινήν εποχήν ίδρυσαν τους Ξενώνες και τα Ξενοδοχεία δια την ξεκούρασι και την περιποίησι των ξένων και των οδοιπορούντων.

3. Έτσι φυσικά έρχεται το ερώτημα· Αφού ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στους Ιερούς Κανόνες ούτε εις την Ορθόδοξον Λατρείαν υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις και δεήσεις δια τας εγκύους γυναίκας, ο δε θρησκευόμενος λαός μας ποτέ δεν άκουσε εις την Εκκλησίαν του ειδικόν λόγον εξαιρέσεως από την νηστείαν των εγκύων γυναικών, πόθεν παρωρμήθη εις το να ποιήση γνωμικόν απόφθεγμα περιλαμβάνον και τας εγκύους γυναίκας και μάλιστα χρησιμοποιώντας λέξιν τόσον δύσχρηστον; (Ίδετε και ημετέραν Εισήγησιν εις το Ζ´ Συνέδριον της Εταιρείας Πελοποννησιακών σπουδών, Πύργος 11.-17 Σεπτεμβρίου 2005, με Θέμα· «Η επίδρασις της Λατρείας της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας εις το Ηλειακόν Λαόν).
  Και ακόμη· αν στην έκφρασι «ασθενής και οδοιπόρος» η λέξις γράφεται «ωδει(ι)πόρος» η «διπόρος» σημαίνει την έγκυον γυναίκα, τότε πρόκειται δι᾽άχρηστον πλεονασμόν. Αλλά τέτοιο λάθος του λαού θεωρώ απίθανον.
  Ο λαός μας, λοιπόν, γνωρίζει και ομιλεί για εξαίρεσι από τη νηστεία των οδοιπορούντων, βεβαίως και των ασθενών γενικά.

4. Ως προς τους ασθενείς είναι γνωστός ο ΞΘ´ Κανών των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος εις πάντας τους κληρικούς και τους λαϊκούς επιβάλλει την νηστείαν, «Εκτός ει μη δι᾽ασθένειαν σωματικήν εμποδίζοιτο» (ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελίς 91). Και βεβαίως μεταξύ των ασθενών είναι και οι έγκυες και οι επίτοκοι και οι θηλάζουσες γυναίκες, χωρίς να υπάρχη λόγος ειδικής μνείας των.

5. Όσον αφορά στις διάφορες αδικαιολόγητες δικαιολογίες των σημερινών οδοιπορούντων (= εποχουμένων να λέμε καλύτερα), δια να εξαιρεθούν της νηστείας, αυτές είναι γνωστές, όπως γνωστές είναι και πολλών ασθενών και πάντων των αμαρτανόντων. Αυτό όμως δεν είναι επιχείρημα υπέρ της γραφής ωδει(ι)πόρος η διπόρος. Διότι ποίος εμπίμπτει εις την εξαίρεσιν της νηστείας, δεν θα το κρίνη ο καθένας μας, αλλά το ορίζει η Εκκλησία και ο Πνευματικός μας.

6. Εξ όλων των παραπάνω, πιστεύω, ότι η ρήσις αναφέρεται εις τους οδοιπόρους.
 
‘Ενοριακά Νέα Νοεμβρίου 2009
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ, ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
Σχετικό: «ἀσθενής καί ὁδοιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ ἒχει»

Παραθέτει ο μοναχός Ισίδωρος:
«οὐχὶ τοιαύτην νηστείαν ἐγὼ ἐξελεξάμην, λέγει Κύριος, ἀλλὰ λύε πάντα σύνδεσμον ἀδικίας, διάλυε στραγγαλιὰς βιαίων συναλλαγμάτων, ἀπόστελλε τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει καὶ πᾶσαν συγγραφὴν ἄδικον διάσπα· 7 διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου καὶ πτωχοὺς ἀστέγους εἴσαγε εἰς τὸν οἶκόν σου· ἐὰν ἴδῃς γυμνόν, περίβαλε, καὶ ἀπὸ τῶν οἰκείων τοῦ σπέρματός σου οὐχ ὑπερόψει. 8 τότε ραγήσεται πρώϊμον τὸ φῶς σου, καὶ τὰ ἰάματά σου ταχὺ ἀνατελεῖ, καὶ προπορεύσεται ἔμπροσθέν σου ἡ δικαιοσύνη σου, καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ περιστελεῖ σε. 9 τότε βοήσῃ, καὶ ὁ Θεὸς εἰσακούσεταί σου» (Ησ. 58:6-9)

Απόδοση:
... δεν εξέλεξα και δεν όρισα εγώ τέτοια νηστεία λέγει ο Κύριος, δηλαδή υποκριτική, αλλά πρώτα λύσε κάθε δεσμό και σύνδεσμο με την αδικία.  Ακύρωσε και σχίσε τις διεστραμμένες συμφωνίες, τις οποίας εσύ δια βίας και εξαναγκασμού έχεις συνάψει με τους άλλους.  Στείλε ελεύθερους τους συντετριμμένους από τον πόνο και την συμφορά, και κάθε συμβόλαιο άδικης συναλλαγής σχίσε το.
Κόβε το ψωμί σου και μοιράσου το με τον πτωχό. Βάλε αστέγους στο σπίτι σου, εάν δεις γυμνό ντύσε τον και στους οικείους σου μη δείξεις αδιαφορία και καταφρόνηση.
Εάν τα τηρήσεις αυτά τότε θα λάμψη σαν της αυγής χαρούμενο το φως της ειρήνης και της χαράς σου. Γρήγορα θα ανατείλει η θεραπεία των πληγών σου και θα αποκατασταθεί η υγεία σου. Μπροστά σου θα προπορεύεται η αρετή σου, η δε δόξα του Θεού θα σε περιβάλλει πάντοτε. Και όταν δια της προσευχής θα φωνάξεις προς τον Θεό, εκείνος την ίδια στιγμή που εσύ ακόμη θα προσεύχεσαι, θα σου απαντήσει: ιδού εγώ είμαι παρών, βρίσκομαι κοντά σου.

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο «Στύλος της Ορθοδοξίας» : «Περί κατασκευής του ανθρώπου»

Κορυφαίος Εκκλησιαστικός Πατέρας και αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου.

Ο Γρηγόριος γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου το 332 και διακρίθηκε για τη μεγάλη του μόρφωση και τη φιλοσοφική του κλίση. Σε ηλικία 40 ετών εντάχθηκε στον κλήρο και χειροτονήθηκε επίσκοπος Νύσσης και Καππαδοκίας.

Όταν το 381 συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη η Β’ Οικουμενική Σύνοδος για να καταδικάσει την αίρεση των Πνευματομάχων, ο Γρηγόριος υπήρξε ο κατ’ εξοχήν υπέρμαχος της ορθόδοξης διδασκαλίας και κατατρόπωσε τους οπαδούς του πνευματομάχου Μακεδόνιου. 
Τόσο μεγάλη υπήρξε η συμβολή του και το αγωνιστικό του φρόνημα, ώστε εκλήθη «Πατήρ Πατέρων και Νυσσαέων Φωστήρ», ο δε Μέγας Θεοδόσιος τον ονόμασε «Στύλο της Ορθοδοξίας».
Άφησε μεγάλο σε έκταση και σπουδαιότητα συγγραφικό έργο. Τα κείμενά του χωρίζονται σε κατηχητικά, δογματικά, ερμηνευτικά, ποιητικά, εορταστικά, ηθικά, εγκωμιαστικά και επιμνημόσυνα.
Σύζυγος ή αδελφή του υπήρξε η διακόνισσα Θεοσεβία, με την οποία συνεορτάζονται στις 10 Ιανουαρίου.

Απολυτίκιο
Θείον γρήγορσιν, ενδεδειγμένος, στόμα σύντονον, της εεσέβειας, ανεδείχθης Ιεράρχα Γρηγόριε τη γαρ σοφία των θείων δογμάτων σου, της Εκκλησίας ευφραίνεις το πλήρωμα. Πάτερ όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Γρηγορίου Νύσσης «Περί κατασκευῆς του ἀνθρώπου»

Παρουσίαση και σχόλια στο έργο του Γρηγορίου Νύσσης
«Περί κατασκευῆς του ἀνθρώπου»
υπό Δημητρίου Βογιατζή, Διδάκτορος Θεολογίας
 
  
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το έργο του ἐν ἁγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου επισκόπου Νύσσης γράφτηκε λίγο πριν το Πάσχα του 379 μ.Χ. και στάλθηκε στο νεώτερο αδελφό του Πέτρο, ως δώρο, υστέρα από το αίτημα του να συμπλήρωση ο Γρηγόριος τις «Εἰς την Ἑξαήμερον» ομιλίες του Μ. Βασιλείου

Ο Μ. Βασίλειος είχε υποσχεθεί να αναφερθεί στην πλάση του ανθρώπου, αλλά ο θάνατος εμπόδισε τη συγγραφή του έργου αυτού.
Το έργο είναι μια προσπάθεια για τη διατύπωση χριστιανικής ανθρωπολογίας βασισμένης στις ιατρικές ψυχολογικές κοσμολογικές και φιλοσοφικές γνώσεις της εποχής, σε μια εντυπωσιακή σύνθεση. Είναι χωρισμένο σε 30 κεφάλαια, πιθανότατα ομιλίες, που εκφωνήθηκαν σε ακροατήριο και αργότερα συνενώθηκαν σε ένα σύνολο.
Θα παρουσιάσουμε το περιεχόμενό τους σε τρεις θεματικές ενότητες:
Α) Η κατασκευή και η φυσιολογία του κόσμου και του άνθρωπου.
Β) Περί του νοός και της ψυχής.
Γ) Περί Παραδείσου και Αναστάσεως.
Θα κλείσουμε την παρουσίαση του έργου με γενικά σχόλια και συμπεράσματα.

ΜΕΡΟΣ Α’
Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ Η ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΚΕΦ. 1. Η κατασκευή του κόσμου και του ανθρώπου.

Ο λόγος περί του ανθρώπου πρέπει αναγκαίως να περιλάβει, κατά τον Αγ. Γρηγόριο, όλα τα σχετικά με αυτόν, δηλαδή τα πριν τη δημιουργία του, τα τωρινά και τα μέλλοντα να συμβούν. Έτσι η πραγματεία αρχίζει από τη δημιουργία του κόσμου και τελειώνει στη Βασιλεία του Θεού. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει κατανοητή από χριστιανική άποψη η ανθρώπινη ύπαρξη ως φυσική και ιστορική οντότητα.

Στην περιγραφή της δημιουργίας του κόσμου, όπως και σε όλο το έργο, Άγ. Γρηγόριος, χρησιμοποιεί τα επιστημονικά δεδομένα της εποχής του. Η γη βρίσκεται στο κέντρο τού σύμπαντος σύμφωνα με το πτολεμαϊκό σύστημα: «Σύνδεσμός δέ τις καί βεβαιότης τῶν γεγενημένων ἡ θεία τέχνη καί δύναμις τῇ φύσει τών ὄντων ἐναπετέθη, διπλαῖς ἐνεργείαις ἡνιοχοῦσα τά πάντα»[1]. Οι ενέργειες που η θεία τέχνη ενέβαλε στην φύση είναι η κίνηση και η στάση που εναλλάσσονται συνεχώς, έτσι ώστε κάθε σταθερό να είναι συγχρόνως και δυνάμει τρεπτό και αντίστροφα. Αυτό γίνεται για να μη νομισθεί ότι κάτι είναι μονίμως άτρεπτο, άρα Θεός. Τέλος και κορύφωση της δημιουργίας είναι ό άνθρωπος. 

Σκοπός της δημιουργίας του άνθρωπου και μάλιστα τελευταίου από τα κτίσματα είναι «τῶν ἐν τῷ κόσμῳ θαυμάτων, τῶν μέν θεατήν ἐσόμενον, τῶν δέ κύριον, ὡς διά μέν τῆς ἀπολαύσεως την σύνεσιν τοῦ χορηγοῦντος ἔχειν, διά δέ τοῦ κάλλους τε καί μεγέθους τῶν δρωμένων την ἄρρητόν τε καί ὑπέρ λόγον τοῦ πεποικότος τήν δύναμιν ἀνιχνεύειν»[2]. 
Είναι, λοιπόν, πλασμένος ο άνθρωπος με διπλή θεία και ανθρώπινη καταβολή, ώστε με το θείο στοιχείο να απολαμβάνει τα θεία και με το γήινο τα γήινα αγαθά.

Στο 1ο κεφ. της Γενέσεως η δημιουργία του ανθρώπου περιγράφεται με τη φράση: 

«Καί εἶπεν ὁ Θεός. Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν». 
Ερμηνεύοντας τη φράση αυτή παρουσιάζει ο Αγ. Γρηγόριος την ιδιόμορφη θεωρία του για τον τρόπο της δημιουργίας, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι ανιχνεύει τα ζητήματα «καθ' ὅσον χωρεῖ στοχασμοῖς τισι καί ὑπονοίαις» και όχι αποφαντικώς[3]. 
Ο άνθρωπος δεν είναι μικρόκοσμος, δηλαδή μικρογραφία του υλικού κόσμου, γιατί το μεγαλείο του δεν βρίσκεται στην ομοιότητα προς τον κτιστό κόσμο «ἀλλ’ἐν τῷ κατ’εἰκόνα γενέσθαι τῆς τοῦ κτίσαντος φύσεως»[4]. 
Ο Θεός είναι κατ' ουσία διάφορος τού κόσμου. Πώς λοιπόν να δεχθούμε ότι ο σαρκικός άνθρωπος είναι εικόνα του μακαρίου Θεού; Το πρόβλημα αυτό ξεπερνά ο Γρηγόριος με την παραδοχή διπλής δημιουργίας. Η πρώτη δημιουργία επισημαίνεται με τη φράση «ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν», η δεύτερη το «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς». Ο Θεός, ο οποίος βρίσκεται επέκεινα κάθε αγαθού πού είναι κτιστό, δημιούργησε τον άνθρωπο από αγαθότητα και του δώρισε το πλήρωμα της αρετής, της σοφίας και του καλού. Είναι εικόνα του Θεού, αλλά δεν έχει σχέση με την ουσία του Θεού. Αντίθετα, η ριζική διαφορά του άκτιστου και άτρεπτου Θεού και του κτιστού άνθρωπου μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το αυτεξούσιο και η ελεύθερη βούληση του άνθρωπου μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και προς το κακό. Ο Θεός, λοιπόν, με την προγνωστική του δύναμη προέβλεψε την κλίση του αυτεξουσίου ανθρώπου προς την αμαρτία και γι' αυτό «ἐπιτεχνᾶται τῇ εἰκόνι τήν περί το ἄρρεν καί θῆλυ διαφοράν, ἥτις οὐκέτι πρός τό θεῖον ἀρχέτυπον βλέπει ἀλλἀ τῇ ἀλογωτέρᾳ προσῳκείωται φύσει»[5]. 

Η δεύτερη, δηλαδή, δημιουργία συνίσταται στη διαφοροποίηση των φύλων και του τρόπου αναπαραγωγής. Ο άνθρωπος της πρώτης δημιουργίας είναι ο καθολικός άνθρωπος. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνεται το σύνολο της ανθρωπότητας σε ένα σώμα.
Η αντίληψη αυτή για τον καθολικό άνθρωπο είναι συνεπής με τη διδασκαλία του Αγ.Γρηγορίου για τη δημιουργία του κόσμου που εκθέτει στο έργο του «Ἀπολογητικός περί τῆς Ἑξαημέρου». Λέγει εκεί ότι ο Θεός στην αρχή της κοσμογονίας δημιούργησε διά μιας «ἐν κεφαλαίῳ» όλα τα όντα: «Οὐκοῡν τοῦτο νοεῖν ἡ ἀρχή τῆς δημιουργίας ὑποτίθεται, ὅτι διά πάντων τῶν ὄντων τάς ἀφορμάς καί τάς αἰτίας συλλήβδην ὁ θεός ἐν ἀκαρεῖ κατεβάλλετο κάι ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ θελήματος ὁρμῇ ἡ ἑκάστου τῶν ὄντων οὐσία συνέδραμε»[6]. Συγκρότησε, δηλαδή, ακαριαία ο Θεός την ουσία κάθε όντος και καθόρισε τους λόγους, δηλαδή τις δομές και τις σχέσεις των όντων και του σύμπαντος. Έτσι, η εξελικτική δημιουργία τού σύμπαντος των φυτών, των ζώων, του άνθρωπου κ.λπ. δεν είναι παρά η μετάσταση κάθε όντος από την "δυνάμει" στην "ενεργεία" κατάσταση, στον συγκεκριμένο χρόνο πού καθόρισε εξαρχής η αναγκαία φυσική τάξη. Ο κόσμος, δηλαδή, εξελίσσεται από μόνος του σταδιακά, όχι όμως μέ «ἄτακτον και τυχαίαν φοράν», αλλά σύμφωνα με την τάξη πού έθεσε ο Θεός «καθ’ εἱρμόν και σοφίαν»[7].

Κατά τον ίδιο τρόπο, στην πρώτη δημιουργία του άνθρωπου, η εικών τού Θεού περιλαμβάνει όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις έως τη συντέλεια των αιώνων, δημιουργημένες δυνάμει και αναμένουσες την ενεργεία ύπαρξη. Η χρησιμοποίηση της αριστοτελικής φιλοσοφίας εδώ από το Γρηγόριο γίνεται για να τονιστεί η υπερβατικότητα του Θεού αλλά και των ακτίστων ενεργειών του, οι οποίες δεν μπορούν να γνωσθούν και να νοηθούν, αλλά αλλοιώνουν και δημιουργούν το κτιστό παραμένουσες άγνωστες. «∆ιὰ τοῦτο εἷς ἄνθρωπος κατωνοµάσθη τὸ πᾶν, ὅτι τῇ δυνάµει τοῦ Θεοῦ οὔτε τι παρῴχηκεν, οὔτε µέλλει, ἀλλὰ καὶ τὸ προσδοκώµενον ἐπίσης τῷ παρόντι τῇ περιεκτικῇ τοῦ παντὸς ἐνεργείᾳ περικρατεῖται»[8]. Στη θεία διάσταση, δηλαδή, δεν υπάρχει παρόν και μέλλον ως χρόνος ανθρώπινος, αλλά και το αναμενόμενο συνυπάρχει με το παρόν.

Η παραδοχή, λοιπόν, ότι κατά την πρώτη δημιουργία δεν υπήρχε η διάκριση των φύλων στους ανθρώπους οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι αποτέλεσμα της παραβάσεως. 

Θέτει όμως η παραδοχή αυτή το πρόβλημα του πολλαπλασιασμού του ανθρωπίνου γένους στον Παράδεισο. 
Για τη λύση του προβλήματος ο Γρηγόριος θυμίζει την ευαγγελική διδασκαλία ότι ο βίος του Παραδείσου είναι ίδιος μ’ αυτόν της Βασιλείας του Θεού. 
Στην Ανάσταση ούτε νυμφεύονται, ούτε παντρεύονται αλλά είναι όπως οι άγγελοι στον ουρανό (Μρκ, 12: 25). 
Οι άγγελοι όμως πολλαπλασιάζονται με άρρητο και πνευματικό τρόπο και κατά συνέπεια ο ίδιος τρόπος πολλαπλασιασμού θα ίσχυε και για τους ανθρώπους. 
Ο άνθρωπος χωρίς γάμο θα ζούσε όπως οι άγγελοι χωρίς γάμο, γιατί πριν την παράβαση ήταν όμοιος μ’ αυτούς. Η τροπή του ανθρώπου προς την ύλη μετά την παράβαση, έφερε την δια του σαρκικού γάμου διαδοχή και διαιώνιση του γένους.

ΚΕΦ. 2. Η φυσιολογία τού ανθρώπου

Στα κεφάλαια 7-9 εξετάζεται η σωματική κατασκευή τού ανθρώπου. Στην παρουσίαση αυτή ο Γρηγόριος χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία από τον Αριστοτέλη, τον Αναξαγόρα και άλλους φυσιολόγους και φιλοσόφους. 

Ο άνθρωπος κατασκευάστηκε αδύνατος σωματικά και χωρίς αμυντικά όπλα όπως τα ζώα, δηλαδή δύναμη, ταχύτητα, κέρατα, φτερά, κεντρί κλπ. 
Η στέρηση όμως όλων αυτών είναι η αιτία της κυριαρχίας του ανθρώπου γιατί τον ανάγκασε να αναπτύξει τις διανοητικές του ικανότητες και να ανακαλύψει τρόπους να ξεπεράσει την αδυναμία του. Έτσι εξημέρωσε τα ζώα και τα έθεσε στην υπηρεσία του, επινόησε το σίδηρο και κατοχύρωσε την κυριαρχία του με την εφευρετικότητα του. Η ταχύτητα του ίππου, το μαλλί του προβάτου, τα αχθοφόρα ζώα, ο σκύλος, ακόμα και τα πτηνά τίθενται στην υπηρεσία του ανθρώπου.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό του είναι η όρθια στάση και η ύπαρξη των χεριών. 

Ακολουθώντας τον Αναξαγόρα ο Αγ.Γρηγόριος συνδέει τα δύο αυτά χαρακτηριστικά με την ομιλία και τη νόηση. Πράγματι, αν ο άνθρωπος δεν είχε χέρια, το πρόσωπο του θα ήταν φτιαγμένο έτσι ώστε να μπορεί συλλέγει την τροφή, δηλαδή προμήκες με χοντρά χείλη, μεγάλα δόντια και σαρκώδη σκληρή γλώσσα. 
Αυτό το πρόσωπο δεν θα ήταν κατάλληλο για την εκφορά του λόγου, αλλά μόνο για μυκηθμούς και υλακές. «Νυνὶ δὲ τῆς χειρὸς ἐντεθείσης τῷ σώµατι, εὔσχολόν ἐστι τὸ στόµα τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ λόγου. Οὐκοῦν ἴδιον τῆς λογικῆς φύσεως αἱ χεῖρες ἀναπεφήνασιν, οὕτω τοῦ πλάστου διὰ τούτων ἐπινοήσαντος τῷ λόγῳ τὴν εὐκολίαν»[9].

ΜΕΡΟΣ Β΄
ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΝΟΟΣ

Ο Άγιος Γρηγόριος αναπτύσσει σε διάφορα κεφάλαια τη θεωρία του για την ψυχή και το νου. Ο νους, βέβαια, είναι το κύριο μέρος της ψυχής, αλλά και το ιδιαίτερο γνώρισμα τού άνθρωπου. Θα ασχοληθούμε πρώτα γενικότερα με την ψυχή και στη συνέχεια ειδικότερα με το νου.


ΚΕΦ. 1. Η ψυχή

Στη διαίρεση της ψυχής, όπως και σε πολλά άλλα σημεία της διδασκαλίας του γι' αυτήν, ο Γρηγόριος ακολουθεί τον Αριστοτέλη και διακρίνει σ’ αυτή τρία μέρη, το θρεπτικό, το αισθητικό και το λογικό. Η θρεπτική δύναμη παρατηρείται στα φυτά. Η θρεπτική μαζί με την αισθητική, δηλαδή τη λειτουργία των πέντε αισθήσεων, υπάρχει στα ζώα και η ολοκληρωμένη ζωή υπάρχει στην ανθρώπινη φύση, η οποία φαίνεται «τρεφοµένη τε καὶ αἰσθανοµένη, καὶ λόγου µετέχουσα, καὶ νῷ διοικουµένη»[10]. Η εμφάνιση τον τριών αυτών ειδών ζωής έγινε σταδιακά με πρόοδο από το ατελέστερο στο τελειότερο. Γι' αυτό «τελευταῖος µετὰ τὰ βλαστήµατα καὶ τὰ βοτὰ κατεσκευάσθη ὁ ἄνθρωπος, ὁδῷ τινι πρὸς τὸ τέλειον ἀκολούθως προϊούσης τῆς φύσεως»[11]. Διδάσκοντας και εδώ την εξελικτική πορεία της δημιουργίας, όπως την περιγράψαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, γράφει: «Οὐκοῦν εἰκότως, καθάπερ διὰ βαθµῶν ἡ φύσις, τῶν τῆς ζωῆς λέγω ἰδιωµάτων, ἀπὸ τῶν µικροτέρων ἐπὶ τὸ τέλειον ποιεῖται τὴν ἄνοδον»[12].

Ένα από τα πιο βασικά προβλήματα της διδασκαλίας περί ψυχής, είναι το θέμα της προΰπαρξής της και της σχέσης της με το σώμα. Πριν διατυπώσει τη δική του άποψη ό Άγ. Γρηγόριος αναιρεί δύο άλλες απόψεις σχετικές με το θέμα. 

Η πρώτη θεωρία, η πλατωνική καί ωριγενική, δίδασκε ότι οι ψυχές προϋπάρχουν και ξεπέφτουν στην ένωση με το σώμα, όπου χάνουν τη σχέση τους με το καλό. 
Η αντίληψη αυτή οδηγεί στην ιδέα για τη μετενσάρκωση, γιατί η ψυχή είναι υποχρεωμένη να αλλάζει σώματα μέχρις ότου φθάσει στο κατώτερο είδος ζωής και ξαναρχίσει την αντίστροφη πορεία για επάνοδό της στον ουρανό. 
Αυτή η πορεία πάσχει λογικά γιατί «ἐκ θάµνου ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον τὴν ψυχὴν ἐπανάγουσιν. Οὐκοῦν προτιµοτέραν τὴν ἐν θάµνῳ ζωὴν τῆς ἀσωµάτου διαγωγῆς ἐκ τούτων ἀποδεικνύουσιν»[13]. Η δεύτερη θεωρία διδάσκει ότι η ψυχή κατά την τάξη της μωσαϊκής διηγήσεως δημιουργήθηκε μετά το σώμα. Και αυτή η θεωρία θεωρείται άτοπη, γιατί αν η πήλινη φύση δημιουργήθηκε πρώτη μπορεί να θεωρηθεί ανώτερη από τη νοερή.

Η διδασκαλία του Αγ. Γρηγορίου για το θέμα είναι ότι ψυχές και σώματα δημιουργούνται συγχρόνως τόσο κατά την πρώτη όσο και κατά τη δεύτερη δημιουργία. 

«Ἐν δὲ τῇ καθ' ἕκαστον δημιουργίᾳ μὴ προτιθέναι τοῦ ἑτέρου τὸ ἕτερον, μήτε πρὸ τοῦ σώματος τὴν ψυχὴν, μήτε τὸ ἔμπαλιν ὡς ἂν μὴ στασιάζοι πρὸς ἑαυτὸν ὁ ἄνθρωπος τῇ κατὰ τὸν χρόνον διαφορᾷ μεριζόμενος»[14]. 
Όπως, λοιπόν, ο σπόρος του σταχυού περιέχει όλα τα χαρακτηριστικά του είδους, π.χ. το χόρτο, το καλάμι, τη ρίζα, τον καρπό κ.λπ., «κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τὴν ἀνθρωπίνην σπορὰν ὑπειλήφαμεν ἔχειν ἐν τῇ πρώτῃ τῆς συστάσεως ἀφορμῇ συνεσπαρμένην τὴν τῆς φύσεως δύναμιν. Ἐξαπλοῦσθαι δὲ καὶ φανεροῦσθαι διά τινος φυσικῆς ἀκολουθίας πρὸς τὸ τέλειον προϊοῦσαν, οὐ προσλαμβάνουσάν τι τῶν ἔξωθεν εἰς ἀφορμὴν τελειώσεως· ἀλλ' ἑαυτὴν εἰς τὸ τέλειον δι' ἀκολουθίας προάγουσαν. Ὡς μήτε ψυχὴν πρὸ τοῦ σώματος, μήτε χωρίς ψυχῆς τὸ σῶμα ἀληθὲς εἶναι λέγειν, ἀλλὰ μίαν ἀμφοτέρων ἀρχὴν, κατὰ μὲν τὸν ὑψηλότερον λόγον, ἐν τῷ πρώτῳ τοῦ Θεοῦ βουλήματι καταβληθεῖσαν, κατὰ δὲ τὸν ἕτερον, ἐν ταῖς τῆς γενέσεως ἀφορμαῖς συνισταμένην»[15]. 
Δηλαδή και το ανθρώπινο σπέρμα έχει μέσα του τυπωμένη την εξελικτική του πορεία η οποία θα οδηγήσει με τρόπο φυσικό, χωρίς εξωτερική παρέμβαση στην τελείωση, σωματική και ψυχική. Υπάρχει, λοιπόν, τοποθετημένη από το Θεό στο ανθρώπινο σπέρμα η ψυχοσωματική μορφή του ανθρώπου, που μορφοποιείται με φυσική εξέλιξη. Σημαντική είναι επίσης η παρατήρηση ότι οι ενέργειες και οι εκδηλώσεις της ψυχής εμφανίζονται και συναυξάνονται συγχρόνως με τα σωματικά χαρακτηριστικά: «ἀναλόγως δὲ τῆς τοῦ σώματος κατασκευῆς τε καὶ τελειώσεως, καὶ τὰς τῆς ψυχῆς ἐνεργείας τῷ ὑποκειμένῳ συναύξεσθαι»[16]. 
Οι δυνάμεις της ψυχής υπάρχουν στο σώμα από τη στιγμή της συλλήψεως και αναπτύσσονται σταδιακά ως την ωρίμανση του άνθρωπου με την σειρά της δημιουργίας, δηλαδή πρώτα η θρεπτική, μετά η αισθητική και τέλος η λογική.

ΚΕΦ. 2. Ο Νους
Όπως είδαμε στο κεφάλαιο για την φυσιολογία τού άνθρωπου η ύπαρξη του νου συνδέεται με την κατασκευή τού στόματος και την ομιλία, πού γίνεται δυνατή χάρις στην ύπαρξη των χεριών. Η λειτουργία του νου ξεκινά με την πρόσληψη των ερεθισμάτων των αισθητηρίων οργάνων. Τα ερεθίσματα αυτά προσλαμβάνονται από το νου και μετά από επεξεργασία καταχωρούνται στους κατάλληλους τόπους της γνώσεως. Μία δηλαδή είναι η αντιληπτική δύναμη ενιαία και απλή. Ο νους δεν ταυτίζεται με τις αισθήσεις, αλλά βρίσκεται σ' όλες τις ενέργειες των αισθήσεων. Εδώ ο Αγ. Γρηγόριος παρομοιάζει το νου, ως εικόνα του Θεού με τον ίδιο το Θεό. Όπως δηλαδή ο Θεός είναι απλούς και ακατάληπτος κατά την ουσία του, έτσι και ο νους είναι απλούς και ακατάληπτος, οι ενέργειες του όμως είναι πολλαπλές. Απορρίπτει επίσης κάθε θεωρία που εντοπίζει τη νοητική ενέργεια σε συγκεκριμένο όργανο τού σώματος όπως η πλατωνική στον εγκέφαλο, η αριστοτελική στην καρδιά ή η κοινή αρχαία παράδοση στο ήπαρ. Οι διάφορες ασθένειες ή πληγές ειδικά στον εγκέφαλο επηρεάζουν την λειτουργία του νου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός είναι εγκαταστημένος σε κάποιο συγκεκριμένο όργανο. Απόδειξη γι' αυτό είναι το ότι οι διάφορες συναισθηματικές και διανοητικές καταστάσεις έχουν επίδραση σε όλον τον οργανισμό, π.χ. όταν κάποιος στενοχωρείται αυξάνει η έκκριση χολής και γίνεται κίτρινος. Επομένως, «τὸν δὲ νοῦν ὁμοτίμως ἑκάστῳ τῶν μορίων, κατὰ τὸν ἄφραστον τῆς ἀνακράσεως λόγον ἐφάπτεσθαι νομιστέον»[17]. Μοιάζει λοιπόν ο νους με κάποιο μουσικό, ο οποίος για να δείξει την τέχνη του χρειάζεται ένα καλό και εύηχο όργανο. Αν το όργανο είναι φθαρμένο η άχρηστο η τέχνη του μένει άπρακτη. Έτσι, αν κάποιο όργανο ασθενεί η δύναμη του νου δεν ενεργοποιείται. Η σωματική φύση όταν σχετίζεται με το νου γίνεται κάτοπτρο του κατόπτρου της θείας φύσεως. Αν όμως διασπασθεί η σχέση ύλης και νου, τότε η ύλη περιπίπτει στην αμορφία, καταστρέφεται το κάλλος της και γεννάται το κακό «διά τῆς ὑπεξαιρέσεως τοῦ καλοῦ»[18]. Όσο, λοιπόν, η υλική φύση συνέχεται από το νου βρίσκεται στην φυσική της κατάσταση και είναι εικών της εικόνος του Θεού.

Για τη σύνδεση του νου με τις σωματικές λειτουργίες ο Αγ. Γρηγόριος προσάγει μερικά επιπρόσθετα επιχειρήματα αναλύοντας την λειτουργία του ύπνου, του ονείρου και του χασμουρητού. 

Ο ύπνος προκαλείται από την ανάγκη, που είναι κοινή στη φύση, της εναλλαγής των καταστάσεων. Κένωση-πληρότητα, ένταση και χαλάρωση εναλλάσσονται για τη συντήρηση του σώματος, ως ανάγκες της φύσεως. Ο ύπνος προκαλείται από τις αναθυμιάσεις των ατμών των τροφών που ανέρχονται στον εγκέφαλο. Αν ο άνθρωπος δεν κοιμηθεί οι ατμοί αυτοί πού ζητούν διέξοδο προκαλούν το χασμουρητό. Κατά τον ύπνο αδρανεί η νοητική και αισθητική δύναμη και ενεργεί το κατώτερο μέρος της ψυχής. Τα όνειρα, συνεπώς, είναι ενεργήματα του θρεπτικού μέρους, φαντάσματα της νοητικής ενέργειας. Υπάρχει, δηλαδή, στο θρεπτικό μέρος της ψυχής κάποιο απήχημα τού μνημονικού, το οποίο εντυπώνει σ' αυτό διάφορα είδωλα των γεγονότων πού συμβαίνουν όταν είναι κάποιος σε εγρήγορση. Όταν ο άνθρωπος κοιμάται τα είδωλα αυτά εμφανίζονται στο όνειρο. Η μνήμη, συνεπώς, δεν ανήκει εξολοκλήρου στη νόηση, αλλά υπάρχει και στο μέρος της ψυχής που εμφανίζεται να ενεργεί κατά το όνειρο αυτόνομα. Δεν απουσιάζουν, όμως, τελείως οι άλλες δύο ενέργειες της ψυχής, αλλά παραμένει η δύναμη τους πολύ μειωμένη: «καὶ κρατοῦντος τοῦ ἀλογωτέρου, παύεται μὲν ἡ τῶν ἑτέρων ἐνέργεια, οὐ μὴν παντελῶς ἀποσβέννυται»[19]. 
Πολλές φορές, τα είδωλα της καθημερινότητας στα όνειρα εκλαμβάνονται ως προγνώσεις του μέλλοντος. Όμως, η εξήγηση αυτών των ονείρων είναι καθόλα λογική. Οι λίγες Θεοφάνειες, π.χ. του Δανιήλ ή του Ιωσήφ του Μνήστορος, δεν έχουν σχέση με τη δύναμη των ονείρων, αλλά είναι ενεργήματα θείας δυνάμεως.

Συνοψίζοντας ό Άγ. Γρηγόριος, χωρίζει τα όνειρα σε τρείς κατηγορίες:
α) Στα όνειρα πού εμφανίζονται είδωλα των καθημερινών εμπειριών που τυπώθηκαν στο μνημονικό της ψυχής.
β) Σε όνειρα που αποτυπώνουν διαθέσεις και καταστάσεις του σώματος σήμερα θα λέγαμε ενέργειες ενστίκτων και ορμών. «Οὕτω γὰρ ὁ διψώδης ἐν πηγαῖς εἶναι δοκεῖ, καὶ ἐν εὐωχίαις ὁ τροφῆς προσδεόμενος, καὶ ὁ νέος, σφριγώσης αὐτῷ τῆς ἡλικίας, καταλλήλῳ τῷ πάθει φαντασιοῦται» (δηλ. εκδηλώνεται στο όνειρο η libido)[20]. Επίσης όταν κάποιος ασθενεί βλέπει ανάλογα με την ασθένεια όνειρα.
γ) 'Υπάρχουν όνειρα πού προσαρμόζονται στην ηθική κατάσταση του ανθρώπου. Άλλα όνειρα βλέπει ο σώφρων και άλλα ο ακόλαστος, ο γενναιόδωρος ή ο φιλάργυρος. Εκφράζει λοιπόν η αλογώτερη διάθεση της ψυχής ανάλογες με το ήθος επιθυμίες.

Είδαμε λοιπόν ότι ο νους βρίσκεται εξίσου σ' όλα τα μέρη του οργανισμού.

Ο τρόπος σύνδεσης νου και σώματος είναι αδύνατον να γνωρισθεί. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι ο νους αναπτύσσεται μαζί με το σώμα και ότι πιθανή βλάβη του σώματος επηρεάζει το νου. Η ψυχή, λοιπόν, είναι μία και ενιαία κατά τη φύση της που ενεργοποιείται διά των αισθήσεων και ενώνεται με την υλική φύση δι' αυτών. Η σύνδεση του νου με την άλογη φύση έφερε στον άνθρωπο τα πάθη της φύσεως αυτής. Έτσι, η ομοίωση του άνθρωπου προς το Θεό δεν βρίσκεται ούτε στο θρεπτικό, ούτε στο συναισθηματικό μέρος της ψυχής, που κυριαρχούνται από πάθη και ηδονές. 

Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης π.χ. είναι αίτιο πολλών παθών. 
Γιατί με το θυμό συντηρούνται τα θηρία, με τη φιληδονία τα πολύγονα, με τη δειλία τα αδύνατα, με τη λαιμαργία τα πολύσαρκα κ.λπ. 
Ο άνθρωπος, λοιπόν, έχει διπλή τη φύση «τῷ μὲν θεοειδεῖ τῆς διανοίας πρὸς τὸ θεῖον κάλλος μεμορφωμένος, ταῖς δὲ κατὰ πάθος ἐγγινομέναις ὁρμαῖς πρὸς τὸ κτηνῶδες φέρων τὴν οἰκειότητα»[21].

Έτσι ο ανθρώπινος λόγος πολλές φορές υποδουλώνεται στα πάθη και παραλαμβάνοντας τις αρχές των παθών από το άλογο μέρος της ψυχής, τις αυξάνει και τις πολλαπλασιάζει. Αν π.χ. ο θυμός είναι συγγενής με την ορμή των ζώων, η μήνις, ο φθόνος, η υποκρισία είναι η ανάπτυξη της ορμής από το λογικό. Χωρίς τη συνέργεια του νου, τα πάθη ατονούν και ξεθυμαίνουν εύκολα. Αντίθετα η κυριαρχία τού νου στα πάθη τα μεταβάλλει σε αρετές, π.χ. το θυμό σε ανδρεία, τη δειλία σε ασφάλεια, το φόβο σε ευπείθεια, το μίσος σε αποστροφή της κακίας και την ερωτική ορμή σε αγάπη προς το καλό. Συνήθως όμως ο νους υποδουλώνεται στα πάθη και αυτά επιθέτονται «οἷον προσωπεῖον εἰδεχθὲς τῷ κατὰ τὴν εἰκόνα κάλλει» και συνεπώς η θεία εικόνα φαίνεται εναργέστερα στους «ὑψηλούς τήν ἀρετήν καί καθαρεύοντας ἐκ μολυσμάτων»[22]. Σ' αυτούς διαφυλάσσεται καθαρή η μορφή της εικόνας και εφαρμόζεται ο λόγος ότι ο άνθρωπος ομοιάζει στο Θεό.

ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Στο τελευταίο μέρος του έργου του, ο Άγ. Γρηγόριος ομιλεί για τον παράδεισο και την Ανάσταση. Κάθε λόγος για τη δημιουργία είναι ελλιπής χωρίς αναφορά στο τέλος του κόσμου. Γιατί στο Χριστιανισμό η δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου είναι άρρηκτα δεμένη με την εσχατολογική προοπτική της Βασιλείας του Θεού.

ΚΕΦ. 1. Περί Παραδείσου
Τα αγαθά του Παραδείσου κατά τον Ἀγ. Γρηγόριο ήταν πνευματικά, όπως και η τροφή. Το μεν δένδρο του καλού, το «ολικό δένδρο», το «πᾶν ξύλο», λέει χαρακτηριστικά, είναι το όντως αγαθό. 

Στο ξύλο της γνώσεως καλού και κακού υπάρχει ανάμεικτη η γνώση των δύο στοιχείων. 
Η φύση λοιπόν του κακού είναι πάντοτε σύμμικτη. Εμφανίζεται, δηλαδή, με την όψη του καλού και ελκύει με την ηδονή στον όλεθρο. Αντίθετα, «τὸ ὄντως ἀγαθὸν ἁπλοῦν καὶ μονοειδές ἐστι τῇ φύσει, πάσης διπλόης καὶ τῆς πρὸς τὸ ἐναντίον συζυγίας ἀλλότριον»[23]. Γι' αυτό και ο όφις παρουσίασε το δένδρο «ὡς καλόν εἰς βρῶσιν και ἀρεστόν τοῦ κατανοῆσαι» (Γεν, 3:6). Έτσι λοιπόν εισήλθε στους ανθρώπους ο θάνατος σαν δηλητήριο ανακατεμένο με μέλι και αυτοί ομοιώθησαν «τῇ ματαιότητι» και σκοτίσθηκε η εικόνα του Θεού.

ΚΕΦ. 2. Περί Αναστάσεως
Αναφερόμενος στα επόμενα κεφάλαια στο θέμα της Αναστάσεως ξεκινά με την απόδειξη της αναγκαιότητας της με φιλοσοφικά και λογικά επιχειρήματα. Εφόσον η θεία φύσις είναι άτρεπτη και αμετάβλητη και το κακό, τρεπτό και περιορισμένο, δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινό. 

Το διάστημα της κακίας στην πορεία του κόσμου έχει ένα τέλος και τότε θα επικρατήσει για πάντα το αγαθό. Εδώ έχουμε τη θεολογική βάση της θεωρίας για την αποκατάσταση που αναπτύσσει σε άλλα έργα του ο Γρηγόριος. 
Το τέλος των αιώνων θα έρθει όταν τελειώσει ο προκαθορισμένος στην πρώτη ανθρώπινη δημιουργία αριθμός ψυχών. Τότε θα γίνει η αναστοιχείωσις των πάντων και η μεταβολή του ανθρωπίνου από φθαρτό σε απαθές. 
Η αφθαρτισμένη σάρκα του ανθρώπου θα μπορεί να κινείται στον αέρα και θα αρπαγεί «ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν Κυρίου εἰς ἀέρα» (Α’Θεσσ, 4:16). Δεν πρέπει οι Χριστιανοί να ασχολούνται με το αν καθυστερεί ή με το πότε θα έλθει η Ανάσταση, αλλά πρέπει όλοι να προετοιμαζόμαστε με την αγαθή πολιτεία μας για να αποκτήσουμε τη μέλλουσα χάρη.

Μία από τις προϋποθέσεις της πίστεως στην Ανάσταση είναι η αντίληψη ότι ο κόσμος έχει αρχή και τέλος. 

Αν δεχθούμε την αιωνιότητα της ύλης τότε αυτόματα αποκλείουμε την Ανάσταση. 
Το επιχείρημα αυτών που δέχονται την αϊδιότητα της ύλης είναι, ότι αφού ο Θεός είναι απλούς και άυλος, ενώ η ύλη πεπερασμένη, με τις ιδιότητες της έκτασης, του όγκου, του σχήματος, του χρώματος κλπ., δεν μπορεί να προέρχεται από το Θεό. 
Ή πρέπει, λοιπόν, να δεχθούμε ότι ο Θεός περιέχει το υλικό στοιχείο, άρα είναι σύνθετος και ποσοτικός, ή ότι η ύλη είναι έξω από το Θεό και συνυπάρχει με αυτόν αιωνίως, όπως δέχεται ο Μανιχαϊσμός. 
Η χριστιανική αντίληψη είναι ότι ο Θεός δημιούργησε τα πάντα ελεύθερα, με το θείο του θέλημα. 
Η ύλη δεν είναι στοιχείο της ουσίας τού Θεού, αλλά κτίσμα της ακτίστου ενεργείας του. Η ίδια η ύλη δεν είναι κάτι ξένο από τη λογική, γιατί αποτελείται από ποιότητες, που αν τις αφαιρέσουμε δεν υπάρχει. Οι ποιότητες αυτές ονομάζονται "λόγοι" και τέτοιοι είναι το βάρος, το χρώμα, η έκταση, η ποσότητα. Χωρίς αυτούς τούς λόγους τα όντα διαλύονται. Έτσι η δημιουργία της ύλης συντελείται με τη δημιουργία των λόγων από το Θεό και τη γένεση κατόπιν από αυτούς της υλικής φύσεως. Εδώ, ο Γρηγόριος, χρησιμοποιεί τη νεοπλατωνική μέθοδο για να ερμηνεύσει τη γένεση της υλικής φύσεως.

Για τη διδασκαλία περί Αναστάσεως όμως μπορούμε να βρούμε αδιάψευστες αποδείξεις και στην Αγία Γραφή. Ο Χριστός, με μια σειρά θαυμάτων, μας οδηγεί σταδιακά στην αποκάλυψη τού μυστηρίου της Αναστάσεως. 

Άρχισε τη θαυματοποιία του από τα κατώτερα και σιγά-σιγά μας εισήγαγε στα μεγαλύτερα για να κάνει, όπως η μητέρα στο νήπιο, την τροφή πιο εύπεπτη. Προηγούνται στη σειρά των θαυμάτων οι ιάσεις, όπως της πεθεράς του Σίμωνος και της κόρης του αξιωματούχου, προχωρεί σε αναστάσεις ανθρώπων που μόλις είχαν πεθάνει, όπως η κόρη του Ιαείρου και ο υιός της χήρας της Ναΐν. Με την ανάσταση του Λαζάρου, έχουμε ανάσταση άνθρωπου που παρέμεινε στον τάφο, και τέλος ολοκλήρωσε το έργο του με τη δική του ανάσταση.

Παρόλα αυτά «εἰσί τινες, οἳ διὰ τὴν τῶν ἀνθρωπίνων λογισμῶν ἀτονίαν, πρὸς τὰ ἡμέτερα μέτρα τὴν θείαν δύναμιν κρίνοντες, τὸ ἡμῖν ἀχώρητον οὐδὲ Θεῷ δυνατὸν εἶναι κατασκευάζουσι»[24]. Ισχυρίζονται λοιπόν μερικοί ότι η ανάσταση είναι αδύνατη, γιατί δεν είναι δυνατό να αναστηθεί κάποιο σώμα καμένο η φαγωμένο από ζώο; Η απάντηση στο επιχείρημα αυτό είναι ότι το σώμα, όταν χωριστεί από την ψυχή διαλύεται στα συστατικά του, αλλά αυτά δεν παύουν να βρίσκονται στον κόσμο. Η σχέση της ψυχής με τα στοιχεία του σώματος δεν καταργείται, αλλά αντίθετα διατηρείται και αυτά κατά την ανάσταση έλκονται και επανασυντίθενται με την ψυχή με άρρητο τρόπο. Άλλωστε κάποιο σωματικό γνώρισμα παραμένει στις ψυχές και στον Άδη, όπως φαίνεται στην παραβολή τού πλουσίου και του Λαζάρου. 

Η αναστοιχείωση αυτή του σώματος γίνεται σύμφωνα με τον ιδανικό τύπο του κάθε άνθρωπου, όπως ταιριάζει στην ζωή της αφθαρσίας.

Στο τελευταίο κεφάλαιο τού έργου του, ο Άγ. Γρηγόριος παρουσιάζει μια ανατομική και φυσιολογική περιγραφή του ανθρώπινου σώματος και των λειτουργιών του σύμφωνα με τις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής του.

ΓΕΝΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Κλείνοντας την παρουσίαση του έργου τού "Αγίου Γρηγορίου, θα τολμήσουμε να διατυπώσουμε ορισμένα σχόλια και συμπεράσματα για το περιεχόμενο του:

1. Κύριο γνώρισμα της προσωπικότητας του Αγ. Γρηγορίου, εκτός από τη βαθειά θεολογική και θεοτική του εμπειρία, είναι η φιλοσοφική και επιστημονική του κατάρτιση, που φαίνεται από τη χρησιμοποίηση με άνεση ιατρικών κοσμολογικών και ψυχολογικών γνώσεων της εποχής του. Πιθανότατα δε είχε σπουδάσει και εξασκούσε την ιατρική. 

Με την ίδια άνεση κινείται και στο χώρο των ποικίλων φιλοσοφικών σχολών και αντιλήψεων, τις οποίες χρησιμοποιεί επιλεκτικά, περισσότερο τον Αριστοτέλη αλλά και τον Αναξαγόρα, τον Πλάτωνα και τους Νεοπλατωνικούς. 
Όταν λοιπόν θεολογεί για τον άνθρωπο και τον κόσμο, δεν αερολογεί ούτε πολυλογεί ανούσια, αλλά πλησιάζει την πραγματικότητα, όπως έχει ερμηνευτεί από την επιστήμη της εποχής του για να τη συνδέσει με τις αλήθειες της θείας Αποκαλύψεως. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου, η Εκκλησία πρέπει η ίδια να είναι διδάσκαλος της ανατομίας και της φυσιολογίας και να μη προσφεύγει στη θύραθεν σοφία. 
Ο Άγ. Γρηγόριος δεν ζητά να προσαρμόσει την επιστήμη στην Άγ. Γραφη, όπως πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι, αλλά αντίθετα σέβεται απόλυτα τα επιστημονικά πορίσματα και, όπου χρειάζεται, αναιρεί παρωχημένες κοσμολογικές απόψεις ή ανθρωπομορφικές εκφράσεις με τη λεγόμενη αναγωγική και τροπολογική μέθοδο αναδεικνύοντας τις αιώνιες θεολογικές αλήθειες. 
Για παράδειγμα δεν μένει προσηλωμένος στην μωσαϊκή σειρά της δημιουργίας σώματος και ψυχής και αφαιρεί από τη δημιουργία τού κόσμου κάθε ανθρωπομορφισμό λέγοντας ότι αυτή έγινε στιγμιαία και εξελίσσεται δυναμικά κατά την προκαθορισμένη τάξη.

2. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ιδιόμορφη αντίληψη του Άγ.Γρηγορίου για τη δημιουργία του ανθρώπου. 

Ο άνθρωπος του Παραδείσου βρίσκεται εκτός του γνωστού ιστορικού χρόνου, σε κατάσταση παρόμοια με αυτή της βασιλείας του Θεού. Το σώμα του, δηλαδή, είναι απαθές και άφθαρτο, δεν έχει τη γενετησία λειτουργία και πολλαπλασιάζεται με τον τρόπο των αγγέλων. Η πτώση, λοιπόν, συνοδεύεται από μια δεύτερη δημιουργική επέμβαση τού Θεού. Στην πρώτη δημιουργία έχουμε την τέλεια εικόνα του Θεού. Στη δεύτερη προστίθεται ένας άλλος τρόπος γέννησης και διαιώνισης του άνθρωπου, που ταιριάζει με την κατάσταση της πτώσης και με τη σχέση του ανθρώπου προς την υλική και άλογη φύση. Η έξοδος, δηλαδή, από τον Παράδεισο σημαίνει την αρχή της ιστορικής ύπαρξης του ανθρώπου, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα. «Τους πατέρες», παρατηρεί ο Κων/νος Παπαπέτρου, «δεν ενδιαφέρει για την ερμηνεία της βιβλικής διηγήσεως, το γεωγραφικό "πού" η το χρονολογικό "πότε" αλλά η πραγματικότητα άνθρωπος. Η πίστη της εκκλησίας δεν εξαντλείται σε μια "fídeshistorica" αλλά τελειούται σε μια "fidesexistentialis"»[25].

Ο κόσμος της πτώσεως χαρακτηρίζεται από την παρουσία της ερωτικής ορμής που ζητά ικανοποίηση. Oκόσμος του Παραδείσου και της Βασιλείας του Θεού από την ανιδιοτελή αγάπη «ἥτις οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς». Στο χώρο της Βασιλείας, σημειώνει ο Χρήστος Γιανναράς, η φύση δεν γίνεται πια υπόσταση (συγκεκριμένη ζωντανή ύπαρξη) χάρις στις δικές της λειτουργίες και ενέργειες, αλλά χάρις στην κλήση της αγάπης του Θεού.

3. Ο Θεός, τονίζει ο Άγ.Γρηγόριος, σε πολλά σημεία του έργου του, είναι άγνωστος κατ' ουσίαν και απρόσιτος. 

Γίνεται όμως γνωστός από τα αποτελέσματα των ακτίστων ενεργειών του. Όλη η δημιουργία είναι αποτέλεσμα της θεί­ας ενεργείας και βουλήσεως. Όπως παρατηρεί ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Ο Θεός μερίζεται αμερίστως έν μεριστοίς και πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως στις άκτιστες δυνάμεις και ενέργειες του και υπάρχει όχι κατ' ουσίαν, αλλά κατά βούλησιν ολόκληρος σε κάθε μονοειδή και κατά πάντα απλή ενέργεια»[26]. Έτσι ο Θεός δεν γνωρίζει τα όντα, γράφει ό Άγιος Μάξιμος ό Ομολογητής, με το νου ή την αίσθηση, όπως θα έλεγαν οι φιλόσοφοι. «Οὐ γάρ εἶναι δυνατόν τον ὑπέρ τά ὄντα κατά τά ὄντα τῶν ὄντων ἀντιλαμβάνεσθαι, ἀλλ’ ὡς ἴδια θελήματα γινώσκειν αὐτόν τά ὄντα φαμέν»[27].
Όλες οι μορφές της ύπαρξης, νόηση, ύλη κ.λπ. είναι κτιστές και τρεπτές.
Αίτιο της δημιουργίας είναι η αγαθότης του Θεού: «Ἔννοιαν, οὐ τῆς οὐσίας ἀλλά τῆς σοφίας, τοῦ σοφῶς πεποιηκότως ἀνατυπούμεθα τῆς ἀγαθότητος, οὐ τῆς οὐσίας ἐν περινοία γενόμενοι». Ὁ γάρ τῇ φύσει ἀόρατος, ὁρατός ταῖς ἐνεργείαις γίνεται ἔν τισι τοῖς περί αὐτῶν καθορώμενος»[28]. 

Η φυσική τάξη, λοιπόν, η αρμονία του σύμπαντος, οι λειτουργίες της ψυχής και του σώματος δεν είναι αιώνιες αυτόνομες πραγματικότητες, αλλά αποτελέσματα της θείας ενέργειας. Η αντίληψη αυτή είναι αντίθετη με την πλατωνική-ωριγενική, καθώς και με τη νεοπλατωνική και σχολαστική αντίληψη περί απορροής ή δημιουργίας των όντων βάσει ιδεατών αρχετύπων πού βρίσκονται στη θεία ουσία και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Οι λόγοι των όντων, για τον Άγ. Γρηγόριο, είναι κτιστοί και καταβάλλονται με την αρχή της δημιουργίας. Είναι οι ποιοτικές αρχές των όντων που συναρθρώνουν την υλική πραγματικότητα σε μορφη. Σαφώς, δηλαδή, απορρίπτεται η ωριγενική διδασκαλία για προΰπαρξη των ψυχών και των πνευματικών όντων στο Θεό. 
Δύο σχεδόν αιώνες αργότερα ό Διονύσιος Αρεοπαγίτης και μετά ο Μάξιμος ο Ομολογητής μίλησαν, ολοκληρώνοντας τη διδασκαλία αυτή, για τους άκτιστους λόγους των όντων, πού προϋπάρχουν κοντά στο Θεό και ενεργοποιούν τούς φυσικούς λόγους κατευθύνοντας τα όντα. Λέγει ο Άγ. Διονύσιος: «Παραδείγματα δέ φαμέν εἶναι τους ἐν Θεῷ τῶν ὄντων οὐσιοποιούς και ἑνιαίως προϋφεστῶτας λόγους, οὕς ἡ Θεολογία προορισμούς καλεῖ καί θεῖα ἀγαθά θελήματα τῶν ὄντων ἀφοριστικά καί ποιητικά, καθ’οὕς ὁ ὑπερούσιος, τά ὄντα πάντα καί προώρισεν και παρήγαγεν»[29].

4. Ό νους είναι το κύριο συστατικό της ανθρώπινης ύπαρξης και η εικόνα του Θεού. Η φυσιολογία του νοός του Αγ. Γρηγορίου είναι και αυτή φαινομενικά ιδιόμορφη. Δύο αντιλήψεις υπάρχουν για τη σχέση νου-σώματος. Η πρώτη που τοποθετεί το νου στον εγκέφαλο, κατά την πλατωνική θεώρηση, υπάρχει στον Μ. Αθανάσιο, ενώ η δεύτερη τον τοποθετεί, όπως ό Αριστοτέλης, στην καρδιά και τη συναντούμε στο Μακάριο και άλλους πατέρες. Ο Γρηγόριος δεν θεωρεί ότι η ενέργεια του νου πηγάζει από συγκεκριμένο όργανο, αλλά είναι απλή και μονοειδής, όπως η ουσία του Θεού και παρευρίσκεται σε κάθε σωματική ενέργεια. Ο νους διακρίνεται από το συναισθηματικό και επιθυμητικό μέρος της ψυχής, ενεργοποιείται όμως όταν συνδεθεί με τα αισθήματα και τα αισθητήρια όργανα. «Οὔτε οὖν αἴσθησις χωρὶς ὑλικῆς οὐσίας, οὔτε τῆς νοερᾶς δυνάμεως χωρὶς, αἰσθήσεως ἐνέργεια γίνεται»[30]. Ο καθαγιασμός και η κάθαρση του νου βρίσκεται φυσικά, όπως και σε όλη την πατερική παράδοση, στο κέντρο της διδασκαλίας του Αγ. Γρηγορίου. Η σωτηρία συνίσταται στην καταπολέμηση των παθών και την εγκαθίδρυση του κεκαθαρμένου νοός ως ηγεμόνος της ψυχής. Ο νους καθαρός από τα πάθη, κινείται απλανώς και ενεργεί τις αρετές. «Ἡ δέ τοῦ Θεοῦ θεωρία, οὔτε κατά τό φαινόμενον, οὔτε κατά το ἀκουόμενον ἐνεργεῖται, χρή τόν μέλλοντα προσβαίνειν τῇ τῶν ὑψηλῶν κατανοήσει πάσης αἰσθητικῆς τε καί ἀλόγου κινήσεως προκαθάραι τόν τρόπον»[31].

5. Τέλος, η δημιουργία του ανθρώπου βρίσκει το νόημα της στην εσχατολογική της προοπτική. Η βεβαιότης της Αναστάσεως που θα αναίρεση κάθε συνέπεια της πτώσεως και θα επαναφέρει τον άνθρωπο στην πρότερα «παραδείσια» κατάσταση είναι η ουσία της διδασκαλίας του Χριστού. 

Η αναστοιχείωση των πάντων θα σημάνει την αποκατάσταση του άνθρωπου στη θέση της εικόνος τού θεού και την ανάδειξη του σε μέτοχο της Βασιλείας Του. Για το Χριστιανισμό, η δημιουργία είναι θετική και κάθε μέρος της βρίσκει την πηγή και το σκοπό της ύπαρξης του στο Θεό. 
Αυτή την αλήθεια διδάσκει με τα υπέροχα ελληνικά του ο Επίσκοπος της Νύσσης στο Μέγα Κατηχητικό του λόγο: «Προμηθείᾳ δέ κρείττονι πρός τήν αἰσθητήν φύσιν, γίνεταί τις τοῦ νοητοῦ συνανάκρασις, ὥς ἄν μηδέν ἀπόβλητον εἴη τῆς κτίσεως, μηδέ τῆς θείας κοινωνίας ἀπόκληρον. Τούτου χάριν, ἐκ νοητοῦ τε καί αἰσθητοῦ, τό κατά τόν ἄνθρωπον μῖγμα παρά τῆς θείας ἀναδείκνυται φύσεως καθώς διδάσκει τῆς κοσμογενείας ὁ λόγος. «Λαβών γάρ», φησίν, «ὁ Θεός χοῦν ἀπό τῆς γῆς τον ἄνθρωπον ἔπλασε καί διά τῆς ἰδίας ἐμπνεύσεως τῷ πλάσματι την ζωήν ἐνεφύσησεν, ὡς ἄν συνεπαρθείῃ τῷ θείῳ το γήινον καί μία τις κατά τό ὁμότιμον διά πάσης τῆς κτίσεως ἡ χάρις διήκοι, τῆς κάτω φύσεως προς την ὑπερκόσμιον συγκιρναμένης»[32].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Αρχιεπ. Θυατείρων Αθηναγόρου (Κοκκινάκη), Γενική εισαγωγή εις το έργο του Γρηγορίου Νύσσης, ΕΠΕ Γρηγ. Νύσσης έργα, τ. 1, 1979.
  • Χρήστου Π., Εισαγωγή στο ΕΠΕ Γρηγ. Νύσσης έργα, τ. 5, 1987.
  • Μαξίμου Όμολογητού, Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, Εισαγωγή – Σχόλια, π. Δημητρίου Στανιλοάε, Αθήνα 1978.
  • Παπαπέτρου Κων., Προσβάσεις, Αθήνα 1979.
  • Γιανναρά Χρ., Αλφαβητάρι της πίστης, Δόμος, 1983.
  • Ρωμανίδου Ι., Το προπατορικόν αμάρτημα, Δόμος 1989.
  • Δογματική καί Συμβολική θεολογία της 'Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1973.
  • Εισαγωγή στην έκδοση του έργου του Γρ. Παλαμά Ὑπέρ τῶν ἱερὼς ἡσυχαζόντων, Θεσσαλονίκη 1984.
  • Παπαδόπουλου Στ., Γρηγόριος Νύσσης, Κατερίνη 1987.
  • Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων (μτφ. Ιγν. Σακαλής), Αθήνα 1978.

  1. Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, στο Γρηγ. Νύσσης Έργα, ΕΠΕ τ.5, Θεσσαλονίκη 1987, 24.
  2. ό.π, 32.
  3. ό.π., 114.
  4. ό.π., 114.
  5. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 122.
  6. Γρηγ. Νύσσης. Ἀπολογητικός περί τῆς Ἑξαημέρου, στο Γρηγ.Νύσσης Έργα, ΕΠΕ τ.5, Θεσσαλονίκη 1987, 264.
  7. ό.π., 266.
  8. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 126.
  9. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 60.
  10. ό.π., 54.
  11. ό.π., 56.
  12. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 58.
  13. ό.π., 204.
  14. ό.π., 208.
  15. ό.π., 208-09.
  16. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 212.
  17. ό.π., 80.
  18. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 84.
  19. ό.π., 96.
  20. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 100.
  21. ό.π., 136.
  22. ό.π., 138.
  23. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 148.
  24. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 188.
  25. Κων. Παπαπέτρου, Προσβάσεις, Αθήνα 1979, 89.
  26. Ι. Ρωμανίδου, Εισαγωγή στην έκδοση του έργου του Γρ.Παλαμά, Ὑπέρ τῶν ἱερὼς ἡσυχαζόντων, Θεσσαλονίκη 1984, 132.
  27. Μαξίμου Ομολογητού, Φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, Εισαγωγή- Σχόλια, π. Δημητρίου Στανιλοάε, Αθήνα 1978, 180.
  28. Γρηγ.Νύσσης, Λόγοι εἰς Μακαρισμούς, PG44, 1268D-1269A.
  29. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ὀνομάτων (μτφ. Ιγν.Σακαλής), Αθήνα 1978, 102.
  30. Γρηγ. Νύσσης, Περί κατασκευῆς, 106.
  31. Γρηγ. Νύσσης, Εἰς τόν βίον τοῦ Μωυσέως, PG44, 373BD.
  32. Γρηγ. Νύσσης, Μέγας Κατηχητικός Λόγος, στο Γρηγ.Νύσσης, Έργα, ΕΠΕ τ. 1, Θεσσαλονίκη 1979, 412.
agogi59

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Ἦταν γιὸς τοῦ ἱερέα Ζαχαρία καὶ τῆς Ἐλισάβετ. Μέχρι τὰ τριάντα του χρόνια, ζεῖ ἀσκητικὴ ζωὴ στὴν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας, ἀφιερωμένη ὁλοκληρωτικὰ στὴν προσευχή, τὴν μελέτη καὶ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελειοποίηση, ποὺ εἶναι βασικοὶ παράγοντες γιὰ τὴν ἐκτέλεση ὑψηλῶν καὶ θείων ὑπουργημάτων. Τὸ ῥοῦχο του ἦταν ἀπὸ τρίχες καμήλας, στὴ μέση του εἶχε δερμάτινη ζώνη καὶ τὴν τροφή του ἀποτελοῦσαν ἀκρίδες καὶ ἄγριο μέλι. Μὲ μορφὴ ἡλιοκαμένη, σοβαρός, ἀξιοπρεπὴς καὶ δυναμικός, ὁ Ἰωάννης φανέρωνε ἀμέσως φυσιογνωμία ἔκτακτη καὶ ὑπέροχη. Εἶχε ὅλα τὰ προσόντα μεγάλου καὶ ἐπιβλητικοῦ κήρυκα τοῦ θείου λόγου. Ἔτσι, μὲ μεγάλη χάρη κήρυττε «τὰ πλήθη». Κατακεραύνωνε καὶ κτυποῦσε σκληρὰ τὴν φαρισαϊκὴ ἀλαζονικὴ ἔπαρση, ποὺ κάτω ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ ἔνδυμα τῆς ψευτοαγιότητας ἔκρυβε τὶς πιὸ ἀηδιαστικὲς πληγὲς ψυχικῆς σκληρότητας καὶ ἀκαθαρσίας. Γενικά, ἡ διδασκαλία του συνοψίζεται στὴ χαρακτηριστικὴ φράση του: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», προετοιμάζοντας, ἔτσι, τὸ δρόμο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ σωτήριο ἔργο Του. Ὅταν ὁ Χριστὸς ἄρχισε τὴν δημόσια δράση του, ὁ κόσμος ἄφηνε σιγὰ-σιγὰ τὸν Ἰωάννη καὶ ἀκολουθοῦσε Αὐτόν. Ἡ ἀντιστροφὴ αὐτή, βέβαια, θὰ προκαλοῦσε μεγάλη πίκρα καὶ θὰ γεννοῦσε ἀγκάθια ζήλειας καὶ φθόνου σ᾿ ἕναν, ἐκτὸς χριστιανικοῦ πνεύματος, διδάσκαλο ἢ φιλόσοφο. Ἀντίθετα, στὸν Ἰωάννη προκάλεσε μεγάλη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Ἡ γιορτὴ αὐτὴ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος εἶπε ὅτι κανεὶς ἄνθρωπος δὲ στάθηκε μεγαλύτερός του, καθιερώθηκε τὸν 5ο μ.Χ. αἰῶνα. Τὸ δὲ μαρτυρικό του τέλος γιορτάζουμε σὲ ἄλλη ἡμερομηνία, ὅπου καὶ θὰ ἀναφερθοῦμε.
11 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ· ὁ δὲ μικρότερος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν μείζων αὐτοῦ ἐστιν. 12 ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν ᾿Ιωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. 13 πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος ἕως ᾿Ιωάννου προεφήτευσαν. (Ματθαίος 11:11-13)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ:
11 Αλήθεια σας λέω: δεν έχει εγερθεί μεταξύ των γεννημένων από γυναίκες μεγαλύτερος από τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Αλλά ο μικρότερος στη βασιλεία των ουρανών είναι μεγαλύτερος από αυτόν. 12 Και από τις ημέρες του Ιωάννη του Βαπτιστή ως τώρα η βασιλεία των ουρανών παραβιάζεται και βίαιοι την αρπάζουν. 13 Γιατί όλοι οι προφήτες και ο νόμος ως τον Ιωάννη προφήτεψαν.

Ο Άγιος Προφήτης, Πρόδρομος και Βαπτιστής Ιωάννης, αποτελεί ορόσημο και ταυτόχρονα γέφυρα μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Προπορεύθηκε του Ιησού Χριστού και με την διδασκαλία του προετοίμασε τον κόσμο να Τον υποδεχθεί. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος των προφητών, όχι ως προς την ηλικία, αφού έζησε μόνο τριάντα χρόνια, αλλά ως προς την χάρη και την δόξα. Ο ίδιος ο Χριστός ανέφερε ότι κανένας άνθρωπος δεν στάθηκε μεγαλύτερος από τον Ιωάννη.

Ο Ιωάννης ήταν γιος του ιερέα Ζαχαρία και της ενάρετης Ελισάβετ, η οποία ήταν στείρα. Ο Θεός λυπήθηκε την ατεκνία τους και τους έστειλε το δώρο του (Ιωάννης = Δώρο Θεού). Ο αρχάγγελος Γαβριήλ μήνυσε στον Ζαχαρία ότι η γυναίκα του θα γεννήσει αγόρι και να του δώσει το όνομα Ιωάννης. Στην αρχή ο Ζαχαρίας δεν πίστεψε στα λόγια του Γαβριήλ και γι’ αυτό τιμωρήθηκε να μείνει μουγκός έως την ημέρα που θα βαπτιζόταν το παιδί που θα έφερνε στον κόσμο η Ελισάβετ. Έτσι και έγινε. Οκτώ ημέρες μετά την γέννηση του μωρού, όταν ζητήθηκε από τον πατέρα να φανερώσει το όνομα του παιδιού, εκείνος έγραψε σε μια πινακίδα το όνομα «Ιωάννης» και αμέσως επανήλθε η ομιλία του.

Μέχρι τα τριάντα του χρόνια ο Ιωάννης ζει ασκητική ζωή στην έρημο της Ιουδαίας και την έχει αφιερώσει ολοκληρωτικά στην προσευχή. Τρεφόταν με ακρίδες (τις τρυφερές άκρες των φυτών) και άγριο μέλι. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε και η χάρη του. Όταν μεταφέρθηκε στις όχθες του Ιορδάνη Ποταμού άρχισε να κηρύττει την έλευση του Σωτήρα.

Το κήρυγμά του ήταν κήρυγμα μετάνοιας.

«Μετανοείτε· Ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», φώναζε, ενώ βάπτιζε πολλούς από αυτούς που έρχονταν να τον ακούσουν. Εκεί τον συνάντησε και ο Χριστός και του ζήτησε να τον βαπτίσει. Εκείνος αρνήθηκε, όμως ο Χριστός επέμενε, και έτσι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη Ποταμού.

Τα τίμια λόγια του Προδρόμου ενοχλούσαν τις διεφθαρμένες συνειδήσεις των Φαρισαίων και τουβασιλιά Ηρώδη, ο οποίος και τον φυλάκισε. Σε κάποια γιορτή των γενεθλίων του, ο Ηρώδης ζήτησε από την Σαλώμη να του χορέψει και της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι του ζητήσει. Η Ηρωδιάς, η μητέρα της, που φθονούσε τον Ιωάννη, είπε στην κόρη της να ζητήσει το κεφάλι του προφήτου μέσα σ’ ένα πιάτο. Με το μαρτυρικό αυτό τέλος, ο προφήτης και πρόδρομος Ιωάννης προπορεύτηκε στον Άδη, για να κηρύξει την έλευσή του Ιησού Χριστού στους απ’ αιώνος θανόντας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο αναφέροντας το όνομά του μετά την Παναγία στις προσευχές και στις δεήσεις.

Στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο είναι αφιερωμένες έξι ημέρες του χρόνου:

07 Ιανουαρίου (γιορτή προς τιμήν του)
24 Φεβρουαρίου (1η & 2η εύρεση της Τίμιας Κεφαλής του)
25 Μαϊου (3η εύρεση της Τίμιας Κεφαλής του)
24 Ιουνίου (η γέννησή του)
29 Αυγούστου (αποτομή της Τίμιας Κεφαλής του), και
23 Σεπτεμβρίου (η εκ πνεύματος αγίου σύλληψή του).
----------------------------------------------------------------------------
Από τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου
Τω αυτώ μηνί Ζ΄
Η Σύναξις του τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Συνέδραμε δε και η της παντίμου τούτου χειρός προς την Κωνσταντινούπολιν εισέλευσις

Mετά μίαν ημέραν των Aγίων Θεοφανείων, ήτοι κατά την σήμερον, παρελάβομεν άνωθεν και εξ αρχής να εορτάζωμεν την Σύναξιν και εορτήν του τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, επειδή και υπηρέτησεν εις το μυστήριον του βαπτίσματος του Κυρίου. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην συναριθμείται και η εορτή αύτη με τας λοιπάς εορτάς του Προδρόμου. Ίνα μηδέν σιωπήσωμεν από τα εκείνου θαυμάσια και υπερφυσικά χαρίσματα. Hκολούθησε δε να φθάση εις την Κωνσταντινούπολιν και κατά την περασμένην εσπέραν των Θεοφανείων, η της τιμίας χειρός του αυτού Προδρόμου μετακομιδή. Ήτις τοιουτοτρόπως εγένετο. Eις την πόλιν Σεβαστήν, κατά την οποίαν λέγουσιν, ότι ετάφη το ιερόν του τιμίου Προδρόμου σώμα, εκεί επήγεν ο Ευαγγελιστής Λουκάς, και πέρνωντας την δεξιάν χείρα του προφητικού εκείνου σώματος, έφερεν αυτήν εις την Aντιόχειαν την εδικήν του πατρίδα. Όπου και ετέλει αύτη πάμπολλα θαύματα, από τα οποία ένα είναι και το ακόλουθον. Εις τα όρια της πόλεως Aντιοχείας, εφώλευεν ένας δράκων, τον οποίον εθεοποίουν οι Έλληνες, οι κατοικούντες την Aντιόχειαν, και ετίμων αυτόν κάθε χρόνον με μίαν θυσίαν. Και το χειρότερον είναι, διατί και η προσφερομένη θυσία ήτον άνθρωπος. Περνώντος δε του καιρού, έπεσεν ο λαχνός εις ένα Χριστιανόν, ότι να δώση το θυγάτριόν του εις τον δράκοντα. O οποίος ευγαίνωντας έξω από την φωλεάν του, και φαινόμενος ένα φοβερόν και εξαίσιον θέαμα, άνοιγε το στόμα του και εδέχετο μέσα τον άνθρωπον οπού του έδιδαν. Και έτζι εσπάραττεν αυτόν με τα οδόντιά του.

Διά τούτο ο πατήρ της κόρης παρεκάλει με θερμούς αναστεναγμούς και δάκρυα τον Θεόν, και τον τίμιον Πρόδρομον, διά να ελευθερώσουν την πατρίδα του από τοιούτον πικρόν φθορέα. Παρακαλώντας δε, εσοφίσθη να κάμη και ένα τοιούτον επιχείρημα. Ευκόλως γαρ ευρίσκει μηχανάς και τέχνας κάθε ένας, οπού εις ανάγκην ευρίσκεται. Αυτός εζήτησε διά να προσκυνήση την αγίαν χείρα του Προδρόμου. Και ασπαζόμενος αυτήν, κρυφίως κόπτει με τα οδόντιά του τον αντίχειρα, ήτοι το μεγάλον δάκτυλον. Και τυχών του ποθουμένου, ευγαίνει έξω του ναού. Και λοιπόν όταν ήλθεν η ημέρα της θυσίας της θυγατρός του, και ήτον παρόν όλον το θέατρον του λαού, τότε επήγε κοντά εις τον δράκοντα και ο πατήρ, βαστώντας ομού και την θυγατέρα του. Και καθώς είδε τον δράκοντα, οπού άνοιξε το στόμα του διά να καταπίη την θυγατέρα του, ρίπτει μέσα εις τον φάρυγγά του τον ιερόν δάκτυλον του Προδρόμου. Και ω του θαύματος! ευθύς εθανατώθη ο δράκων. Τούτου δε γενομένου, ο μεν πατήρ επήρε την θυγατέρα του ζωντανήν, και εγύρισεν εις τον οίκον του χαίρωντας, και το παράδοξον διηγούμενος. Το δε πλήθος του λαού, βλέποντες το τοιούτον θαυμάσιον, εξεπλάγησαν. Όθεν και ευχαρίστουν μεγάλως τω Θεώ, και τω τιμίω Προδρόμω, και μέγιστον Ναόν έκτισαν εις το όνομά του.

Λέγεται δε και τούτο ακόμη περί της Aγίας ταύτης χειρός. Ότι κατά την ημέραν της υψώσεως του τιμίου Σταυρού, ήτοι κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου, υψώνετο και η τιμία αύτη χειρ του Βαπτιστού, και άλλοτε μεν, εξάπλονε τους δακτύλους της. Άλλοτε δε, τους εσυμμάζονε. Και με την έκτασιν μεν, εφανέρονεν, ότι μέλλει να γένη ευθηνία καρπών. Mε την συμμάζωξιν δε, εφανέρονε την μέλλουσαν ακαρπίαν και δυστυχίαν. Διά τούτο και πολλοί βασιλείς είχον αγάπην και πόθον πολύν να αποκτήσουν τον ιερόν αυτόν θησαυρόν. Eξαιρέτως δε και μάλιστα Κωνσταντίνος, και Ρωμανός οι Πορφυρογέννητοι. Ων ο μεν Κωνσταντίνος, εβασίλευσεν εν έτει από Χριστού Ϡιβ΄, ήτοι 912, ο δε Ρωμανός εν έτει Ϡιθ΄ [919]. Όθεν και όταν αυτοί εβασίλευον, διά μέσου τινός Διακόνου της πόλεως Aντιοχείας, Ιώβ καλουμένου, εφέρθη εις την Κωνσταντινούπολιν η τιμία αύτη χειρ, κατ’ αυτήν την εσπέραν των Θεοφανείων, κατά την οποίαν είναι παράδοσις να γίνεται ο αγιασμός εις τους Χριστιανούς, ήτοι κατά την παραμονήν των Θεοφανείων. Όθεν ο φιλόχριστος βασιλεύς (ο Κωνσταντίνος δηλαδή) μετά πόθου πολλού ταύτην κατησπάσατο, και εις τα βασίλεια μέσα απεθησαύρισε. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εν τοις Φωρακίου1.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
1. Σημείωσαι, ότι τώρα η δεξιά χειρ του τιμίου Προδρόμου, ευρίσκεται εις το Μοναστήριον του Aγίου Διονυσίου, το ευρισκόμενον εις το όρος του Άθω, και επ’ ονόματι τιμώμενον του τιμίου Προδρόμου. Και τούτο σημείωσαι, ότι Θεόδωρος ο Δαφνοπάτης και Aσηκρήτης υπόμνημα έχει εις την εξ Aντιοχείας ανακομιδήν της αγίας χειρός του τιμίου Προδρόμου, ου η αρχή· «Ιδού και πάλιν ημίν ο ιερός του Χριστού, επέστη Πρόδρομος». (Σώζεται εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου.) Και τούτο δε προς τούτοις σημείωσαι, ότι κατά την μεθέορτον ταύτην ημέραν των Φώτων, αναγινώσκεται εν τοις ευαγέσι Μοναστηρίοις του Όρους, και μάλιστα εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου, ο λόγος εις το Bάπτισμα Γρηγορίου του Θεολόγου, ου η αρχή· «Χθες τη λαμπρά των Φώτων ημέρα». Το του Δαφνοπάτου υπόμνημα σώζεται και εν τη του Βατοπαιδίου και Ιβήρων και Λαύρα.

(Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)
agiooros.org