Τρίτη 15 Μαΐου 2018

Είσαι έγκυος, ανήλικη και σε πιέζουν να το σκοτώσεις;
Ζήτα βοήθεια!

«Μην το κάνεις. Είναι το παιδί σου, το μωρό σου. Σε λίγους μήνες θα το έχεις στην αγκαλιά σου και θα είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!»

Γράφει ο Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης - Θεολόγος
Αυτό το κείμενο απευθύνεται σε ανήλικες κοπέλες ή ενήλικες, που εξαρτώνται ακόμα από την οικογένεια των γονιών τους, οι οποίες εγκυμονούν και θέλουν να γεννήσουν το μωρό τους, αλλά η οικογένειά τους τις πιέζει ή και τις εκβιάζει να το σκοτώσουν χωρίς να το αφήσουν να γεννηθεί, κάνοντας έκτρωση.
Σε κοπέλες ή γυναίκες που οι ίδιες θέλουν να κάνουν έκτρωση και να μην επιτρέψουν στο μωρό που έχουν μέσα τους να γεννηθεί, έχω να πω κάτι άλλο:

«Μην το κάνεις. Είναι το παιδί σου, το μωρό σου. Σε λίγους μήνες θα το έχεις στην αγκαλιά σου και θα είσαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!

Αυτό που έχεις μέσα σου είναι άνθρωπος, ιερός και απαραβίαστος. Δεν σου ανήκει. Δεν είναι μέρος του σώματός σου, αλλά μία άλλη ανθρώπινη ύπαρξη, που τη φιλοξενείς, και σε χρειάζεται. Είσαι η μητέρα του και χρειάζεται την αγάπη σου. Μην το δολοφονήσεις.

Αν έχεις δυσκολίες για να το γεννήσεις, ζήτα βοήθεια από τους τόσους φορείς και θεσμούς αγάπης, αλληλεγγύης και κοινωνικής πρόνοιας. 
Δύο τέτοιοι φορείς είναι η Εκκλησία και ο Σύλλογος Προστασίας Αγέννητου Παιδιού «Η Αγκαλιά».
Σε ικετεύω: αγάπησέ το, μην το σκοτώνεις!

Αν όμως είσαι έγκυος, είτε ανήλικη είτε ενήλικη και οι άνθρωποι από τους οποίους εξαρτάσαι, σε πιέζουν να το βγάλεις, σε παρακαλώ, άκουσέ με. Με πόνο και αγάπη στην καρδιά μου, έχω να σου πω τούτα:

1) Μην υποχωρήσεις! Είναι το παιδάκι σου. 
Δεν έχει κανείς, μα κανείς, το δικαίωμα να σε υποχρεώσει να το σκοτώσεις! Όποιος κι αν το προσπαθεί αυτό, δεν σε αγαπάει! Ίσως νομίζει ότι σε αγαπάει, αλλά στην πραγματικότητα σε βασανίζει, σε καταστρέφει και καταδιώκει το παιδάκι σου, όπως ο Ηρώδης κάποτε, χωρίς έλεος, έσφαξε τα μωρά της Βηθλεέμ.

2) Ζήτα βοήθεια. 
Ο πρώτος, όπου σου προτείνω να μιλήσεις, είναι ο ιερέας της ενορίας σου (ακόμα κι αν δεν τον γνωρίζεις) ή του χωριού σου ή ένας άλλος ιερέας που γνωρίζεις και εμπιστεύεσαι. 
Μίλησέ του μέσα από μυστήριο της εξομολόγησης, που θα σε βοηθήσει να κάνεις μια καινούργια αρχή στη ζωή σου. 
Πες του τα όλα και ζήτησε τη βοήθειά του και φυσικά τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας, που και το δικό Της παιδί, όταν το γέννησε, προσπάθησε να το σκοτώσει ο άσπλαχνος βασιλιάς Ηρώδης, όπως γράφω πιο πάνω.

3) Η Εκκλησία ίσως δεν είναι αρκετή για να προστατεύσει εσένα και το αγέννητο παιδί σου, γιατί εκείνοι που το καταδιώκουν ίσως χρησιμοποιήσουν τον νόμο και απειλήσουν με δικηγόρους και εισαγγελείς. Ιδίως αν είσαι ανήλικη, ίσως η Εκκλησία δεν κατοχυρώνεται από το νόμο να σε προστατεύσει από τους γονείς σου.
Πήγαινε λοιπόν, σε παρακαλώ, στους φορείς για τις κακοποιημένες γυναίκες και τα κακοποιημένα παιδιά. Ζήτα τη βοήθειά τους.
Κι εσύ είσαι κακοποιημένη και μάλιστα με τον χειρότερο τρόπο: σε καταπιέζουν για να επιτρέψεις να μπει μέσα στο σώμα σου χειρουργικό μαχαίρι ή καυστικό οξύ και να σκοτώσει, μέσα στη μήτρα σου (την πηγή της ζωής), το ίδιο σου το παιδί! Υπάρχει πιο ανελέητη και απάνθρωπη κακοποίηση απ’ αυτήν;

Υπάρχει τηλεφωνική Γραμμή SOS, με το νούμερο τηλεφώνου 15900. Αλλά και στην πόλη όπου ζεις, σίγουρα υπάρχει γραφείο βοήθειας κακοποιημένων γυναικών και παιδιών. Ρώτα στο ΚΕΠ.

4) Αυτοί οι φορείς ίσως δεν έχουν δει ξανά γυναίκα που να τους ζητήσει βοήθεια για τέτοιο λόγο. Ίσως ξαφνιαστούν ή βρεθούν σε αμηχανία και δηλώσουν ότι δεν μπορούν να σε βοηθήσουν. Σου συνιστώ να επιμείνεις. 
Αν, όμως, τελικά σου κλείσουν την πόρτα (ελπίζω ότι δε θα συμβεί αυτό και ότι θα καταλάβουν αμέσως ότι πρέπει να σε βοηθήσουν), σου συνιστώ να απευθυνθείς σε δικηγόρο και να τον ρωτήσεις αν μπορεί εκείνος να σε βοηθήσει, ή να βοηθήσει τον φορέα που σου συμπαραστέκεται, είτε είναι η Εκκλησία είτε κάποιο γραφείο για κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά.

5) Αν όλα αυτά δεν έχουν αποτέλεσμα και αν οι δικοί σου είναι αμετάπειστοι και ανυποχώρητοι, ένα έχω να σου πω: ΦΥΓΕ ΜΑΚΡΙΑ από τους ανθρώπους που σε καταδιώκουν για να σκοτώσουν το παιδί σου, όπως θα έφευγες αν σε βίαζαν! 4Κι αυτό που σου κάνουν τώρα, βιασμός είναι και μάλιστα από τους χειρότερους.

Βρες ένα έμπιστο φιλικό πρόσωπο και πάρε τη βοήθειά του για να φύγεις, να εξαφανιστείς προσωρινά και να επιστρέψεις αφού θα έχεις πια γεννήσει το παιδάκι σου. Ο νόμος δεν τους επιτρέπει να το σκοτώσουν αφού γεννηθεί! Μάλιστα, είμαι βέβαιος πως τότε, που θα το δουν με τα μάτια τους, θα το αγαπήσουν και θα το αγκαλιάσουν!...
Πρόσεξε μόνο, να μην πέσεις σε παγίδα και εμπιστευτείς άτομα που θα σε ξεγελάσουν και θα σε εκμεταλλευτούν. Όλα είναι πιθανά δυστυχώς και πρέπει να προσέχεις κάθε στιγμή.
Με αυτά, δεν εννοώ να μισείς τους δικούς σου. Σε παρακαλώ να τους αγαπάς και να τους συγχωρείς, και να προσεύχεσαι στον Θεό γι’ αυτούς. Όμως αυτή τη στιγμή, επείγει να προστατευτείς από το λανθασμένο «ενδιαφέρον» που νομίζουν πως έχουν για σένα.
Ίσως κάποιος μου κάνει μήνυση που σε παρακινώ να φύγεις απ’ το σπίτι σου. Δεν πειράζει. Στο δικαστήριο, με τη βοήθεια της Παναγίας, θα κάνω αυτό που κάνω και τώρα: θα υποστηρίξω τη ζωή, εσένα και το αγέννητο μωρό σου!
Εύχομαι σύντομα να κρατάς στην αγκαλιά σου το παιδάκι σου και, με τη βοήθεια της αγάπης σου, να γίνει καλός άνθρωπος και καλός χριστιανός (όπως πιστεύω πως είναι ο δρόμος της αληθινής ευτυχίας).

Αν είσαι γονιός ή «σύντροφος»
Στους γονείς και τους κηδεμόνες, αλλά και τους συζύγους ή «συντρόφους», που πιέζουν τις γυναίκες να σκοτώσουν το μωρό τους, έχω να πω τούτα:
Μην είσαι κτήνος! Είναι φόνος. 
Δε θα γλιτώσεις ποτέ από μια τόσο σκληρή, απάνθρωπη και ανελέητη πράξη. Ο,τι κι αν προσφέρεις μετά σε αυτή την κοπέλα, που θα την έχεις πείσει να σκοτώσει το μωράκι της, ποτέ, ούτε η ίδια, ούτε ο Θεός, ούτε κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα πιστέψει ότι «την αγαπάς»!

Αν στ’ αλήθεια την αγαπάς, βοήθησέ την να το γεννήσει και να το μεγαλώσει σωστά, με στοργή και αγάπη. Μην γελιέσαι: τίποτα στη ζωή της δεν είναι τόσο σημαντικό, που ν’ αξίζει να σκοτώσει το ίδιο της το παιδί! 
Αυτό το παιδί δεν θα την εμποδίσει από τίποτα στη ζωή της, όπως ποτέ τα παιδιά δεν εμπόδισαν τις άξιες και σωστές μανάδες τους να κάνουν μεγάλα, σοφά και όμορφα πράγματα, και για τις ίδιες, και για τα παιδιά τους και για τον κόσμο ολόκληρο.

Αν όμως την πιέσεις να το σκοτώσει, την τραυματίζεις ανεπανόρθωτα. Δεν θα το ξεπεράσει ποτέ, να το ξέρεις. Δε θα χαρεί ποτέ αληθινά. Και θα το βρεις μπροστά σου. Αν όχι τώρα, όταν θα συναντήσεις τον Χριστό στον ουρανό, άσχετα αν νομίζεις ότι πιστεύεις ή «δεν πιστεύεις» σ’ Αυτόν.

Υπάρχουν και κάτι τύποι, που ενώ ο αγαπημένος της κόρης τους θέλει το παιδάκι και ζητά σε γάμο την κοπέλα, εκείνοι τον διώχνουν και εκβιάζουν εκείνη να σκοτώσει το μωρό της! Δεν πιστεύω να είσαι κι εσύ απ’ αυτούς, γιατί αυτοί οι άνθρωποι, όσο ψηλά στην κοινωνία κι αν στέκονται, είναι εγκληματίες και σίγουρα τους αξίζει να πάνε φυλακή. Δεν αγαπούν το παιδί τους. Το μισούν!...

Αν είσαι σύζυγος ή «σύντροφος», τότε αυτό το μωράκι είναι και δικό σου παιδί. Τι θηρίο πρέπει να είναι κάποιος για να θέλει να σκοτώσει το παιδί του; Τι θηρίο πρέπει να είναι για να θέλει να υποχρεώσει τη σύζυγό του να σκοτώσει το παιδί τους;
Αλλά μήπως είναι παιδί κάποιου άλλου; Μήπως η γυναίκα σου έκανε ένα λάθος και το παιδί έχει βιολογικό πατέρα κάποιον άλλο;
Όχι, μην ξεγελάς τον εαυτό σου: δεν έχεις δικαίωμα να ζητήσεις τη δολοφονία του. Το καλύτερο: δώσε συγχώρεση και αγάπησέ το σαν δικό σου. Είναι δύσκολο, αλλά αυτό είναι το χρέος σου. 
Αν αναρωτιέσαι, εγώ αυτό θα έκανα.
Αν είσαι χριστιανός, με καταλαβαίνεις. Αν όχι, ζήτα διαζύγιο, αν θέλεις, αλλά μη ζητάς από αυτή τη μάνα να ξεπαστρέψει το παιδί της, έναν άνθρωπο.
Αγνότητα και αγάπη
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι ακόμα: οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, με αγάπη και σοφία, ζητούν από τους ανθρώπους να μην έχουν σεξουαλικές σχέσεις παρά μόνο με τον ή τη σύζυγό τους και κάθε τέτοια σχέση να μην παρακινείται μόνο από σεξουαλικό πόθο, αλλά από αληθινή αγάπη και να συνοδεύεται με μόνιμη δέσμευση, δηλαδή γάμο. 
Τους ζητούν επίσης να είναι πάντα έτοιμοι να δεχτούν τον καρπό αυτής της αγάπης και της σεξουαλικότητας, το μεγαλύτερο δώρο του Θεού, τα παιδιά –όσα κι αν είναι. Θα τα μεγαλώσουν, αρκεί να τα αγαπάνε πολύ και να τα φέρουν κοντά στην πηγή κάθε καλοσύνης, τον Θεό. Αυτοί που τους λένε πως δεν θα τα κάνουν ευτυχισμένα αν δεν έχουν να τους προσφέρουν πολλά χρήματα, λένε ψέματα.
Δυστυχώς, η εποχή μας, εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, είναι εποχή απομόνωσης του ανθρώπου, καταστροφής της οικογένειας, καταστροφής του γάμου, συκοφάντησης της αγνότητας, προπαγάνδας υπέρ της ασυγκράτητης σεξουαλικής μανίας. 
Γι’ αυτό, χρειάζεται προσοχή.
Όλα αυτά, αν και πρέπει να τα λαμβάνουμε σοβαρά υπόψιν, όμως τα αφήνουμε πίσω αν έχει ήδη συμβεί η εγκυμοσύνη. Τότε, δεν κρίνουμε, μόνο αγαπάμε και βοηθάμε. Και βοήθεια στην έγκυο δεν είναι να την ωθήσουμε σε παιδοκτονία, αλλά να τη στηρίξουμε να κυοφορήσει, να γεννήσει και να μεγαλώσει το μωρό της.

Κλείνω με ένα υστερόγραφο: 
κείμενα σαν αυτό, ταιριάζει να γράφονται για τις γυναίκες από βάρβαρες, απολίτιστες χώρες ή από τις περιοχές των τζιχαντιστών, όπου τις μεταχειρίζονται σαν σκυλιά. 
Το ότι είναι ανάγκη να τα γράφουμε αυτά εδώ, στην ευρωπαϊκή (και «χριστιανική») Ελλάδα, φανερώνει πως, μόλις πέσουν οι μάσκες της ανθρωπιάς και του πολιτισμού μας, δεν είμαστε λιγότερο εγωιστές, σκληροί και απάνθρωποι από τους τζιχαντιστές. 
Οι πρόγονοί μας, αν και φτωχοί και σχεδόν αγράμματοι, ήξεραν πως η έγκυος και το αγέννητο παιδί της είναι πρόσωπα ιερά και πως είναι φρικτή αμαρτία και έγκλημα η έκτρωση. 
Εμείς, με πιστωτικές κάρτες, iphones και selfies, δεν έχουμε καταφέρει ακόμα να βρούμε την ανθρωπιά μας.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2018

Η Αγάπη: Το Αληθινό «σωματίδιο του Θεού»!

Ο άνθρωπος πάντα αναζητά. Ποτέ δεν αρκέστηκε στην εφήμερη γνώση, αλλά διαρκώς άνοιγε πανιά για νέους κόσμους, μακρινούς, άγνωστους. 
Κατά τον Αριστοτέλη «Πάντες άνθρωποι φύσει ορέγονται του ειδέναι». 
Στην Εκκλησία λέμε ότι ο άνθρωπος είναι «εικόνα Θεού», και όπως ο Θεός είναι άπειρος και ατέλεστος έτσι απροσμέτρητη είναι η περιπέτεια του ανθρώπου να απαντήσει στα εναγώνια ερωτήματα για το «ποιος είμαι; από πού έρχομαι; πού πηγαίνω;». 
Γι΄ αυτό και η επιστήμη θεωρήθηκε ένα μεγάλο δώρο του Θεού στην ανθρωπότητα, καρπός των δυνατοτήτων που ο Δημιουργός έδωσε στον άνθρωπο για να αναπτύξει. 
Ο Θεός εμφύσησε στον άνθρωπο τη δημιουργική πνοή Του, τον προίκισε με σκέψη, με τη δίψα της δημιουργίας, με την ικανότητα των ανακαλύψεων και εφαρμογών. 

Το 1954 ιδρύθηκε ο ευρωπαϊκός οργανισμός υπο-ατομικής έρευνας CERN (Conseil Européen pour la Recherche Nucléaire). Το 1981, και μετά από μερικά χρόνια σχεδιασμού και κατασκευής, έγιναν οι πρώτες συγκρούσεις αδρονίων στον επιταχυντή SPS του CERN στα γαλλο-ελβετικά σύνορα, επιχειρώντας να δώσουν οι επιστήμονες ικανοποιητικές απαντήσεις γύρω από τη φύση του κόσμου και τις πρώτες στιγμές του σύμπαντος αμέσως μετά τη δημιουργία του.

Στο εργαστήριο οι επιστήμονες χρησιμοποιούν μικρά κομμάτια ύλης (σωματίδια) τα οποία συγκρούονται μεταξύ τους σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός. Ανάλογα με τον τύπο των σωματιδίων και την ταχύτητα τους, είναι δυνατό να δημιουργηθούν συνθήκες στο εργαστήριο παρόμοιες με εκείνες κατά τις πρώτες στιγμές του σύμπαντος. Κάπως έτσι διερευνώνται οι συνθήκες του πρώιμου σύμπαντος, μελετώντας τα θραύσματα των συγκρούσεων ανάμεσα στα σωματίδια, για να επαληθεύσουν ή να διαψεύσουν κάποιες θεωρίες που ήδη υπάρχουν.

Ακόμα, οι επιστήμονες δημιουργούν στο εργαστήριο τις συνθήκες υπό τις οποίες πολύ σπάνια σωματίδια μπορούν να υπάρξουν. Τέτοια σωματίδια πιθανώς υπήρχαν κατά τη διάρκεια της εξέλιξης του σύμπαντος και έπαιξαν το δικό τους ρόλο στη διαμόρφωση του σημερινού κόσμου. Για παράδειγμα το σωματίδιο του Higgs (που καλείται επίσης μποζόνιο του Higgs).

Σύμφωνα με τη θεωρία του καθηγητή Peter Higgs (την πρωτοδημοσίευσε τον Οκτώβριο του 1964), τα σωματίδια αποκτούν μάζα εξ’ αιτίας της αλληλεπίδρασης τους με ένα ξεχωριστό σωματίδιο, που ονομάστηκε «σωματίδιο του Ηiggs». Εάν τα σωματίδια έχουν μάζα, μπορούν να συνδυαστούν σε ομάδες και να σχηματίσουν ύλη έτσι όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. 
Η ενδεχόμενη ανακάλυψη του «σωματιδίου του Ηiggs» θα σήμαινε ότι η θεωρία του καθηγητή Higgs είναι σωστή. Και έτσι για πρώτη φορά θα μάθουμε πώς τα σωματίδια απέκτησαν τη μάζα τους και συνδυάστηκαν (με πολύπλοκους τρόπους) στο σημερινό μας κόσμο.

Οι επιστήμονες ονόμασαν το υπό αναζήτηση σωματίδιο του Ηiggs «καταραμένο σωματίδιο» (Goddamn particle), καθώς ήταν τόσο «καταραμένα δύσκολο να το ανακαλύψουν». 
Το 1993 ο νομπελίστας φυσικός Leon Max Lederman, στο βιβλίο που έγραψε μαζί με τον καθηγητή Dick Teresi και με τον υπότιτλο:  «Εάν το σύμπαν είναι η απάντηση, ποιά είναι η ερώτηση;», έδωσε στο «σωματίδιο του Ηiggs» το παρατσούκλι «σωματίδιο του Θεού», καθώς οι εκδότες του βιβλίου αρνήθηκαν να το τυπώσουν με το όνομα «καταραμένο σωματίδιο». 
Ο Lederman εξήγησε αργότερα πως αφ΄ ενός μεν η ονομασία «καταραμένο σωματίδιο» είναι ένας ακατάλληλος και μάλλον αισχρός όρος, που προσβάλλει και δυσαρεστεί, και αφ΄ ετέρου πως το σωματίδιο αυτό είναι τόσο κεντρικό και κρίσιμο στο να κατανοήσουμε τελικώς τη δομή της ύλης, η οποία είναι άπιαστη μέχρι σήμερα, που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε «σωματίδιο του Θεού».

Το πρωί της Τετάρτης 4 Ιουλίου 2012, το κέντρο ερευνών CERN ανακοίνωσε από τη Γενεύη ότι η προσπάθεια για τον εντοπισμό του «σωματιδίου Higgs» φτάνει προς το τέλος της, λέγοντας πως ανακάλυψαν ένα σωματίδιο συμβατό με το «σωματίδιο Higgs». 
Το σωματίδιο αυτό ζει μόνο για ένα χιλιοστό του δισεκατομμυριοστού του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου! 
Μένει πλέον να αποδειχθεί τελειωτικά αν το νέο σωματίδιο είναι όντως το πολυπόθητο «μποζόνιο Higgs», αλλά η ανακάλυψη θεωρείται δεδομένη από τους περισσότερους επιστήμονες. 
Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Peter Higgs, 83 χρονών σήμερα, από το μικρόφωνο του CERN και φανερά συγκινημένος δήλωνε ότι δεν πίστευε ποτέ πως η ανακάλυψη αυτή θα συνέβαινε στη διάρκεια της ζωής του, ενώ ζήτησε από την οικογένειά του να βάλει στο ψυγείο τη σαμπάνια, εννοώντας πως υπάρχουν ακόμα πολλά και σημαντικά βήματα που πρέπει να γίνουν. 
Άλλωστε αρκετοί επιστήμονες ισχυρίζονται ότι «το μποζόνιο του Higgs ανοίγει τον δρόμο για να κατανοήσουμε περίπου το 4% του σύμπαντος».

Πάντως, ο όρος «σωματίδιο του Θεού» ή πολύ περισσότερο ο όρος «σωματίδιο θεός» είναι μάλλον ανεπιτυχής. 
Ο ίδιος ο καθηγητής Higgs έχει δημόσια αποκαλέσει τον όρο «ενοχλητικό», καθώς η κακή χρήση του δυσαρεστεί και πολύ περισσότερο μπερδεύει τους ανθρώπους. Είναι ένας όρος παραπλανητικός, λένε οι φυσικοί, οι οποίοι δεν τον επικροτούν, καθώς δημιουργεί σύγχυση γύρω από την πραγματική φύση των ερευνών τους. 
Πολλοί φυσικοί θεωρούν πως και το σωματίδιο αυτό ανήκει στη δημιουργία του Θεού, όπως κάθετι που υπάρχει τριγύρω μας. Ενώ όλοι οι φυσικοί –είτε πιστεύουν στον Θεό είτε όχι- ομολογούν ότι ένα σωματίδιο είναι μέρος της φύσης και όχι θεός, τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο θα μπορούσε να είναι «θεός» ο ήλιος ή μία πέτρα. 
Αλήθεια, πόσο αφελές είναι να πιστεύουμε ότι η Εκκλησία «φοβάται» την ανακάλυψη του «σωματιδίου Higgs»! 
Όσο αφελές είναι να φοβόμαστε τις «συγκρούσεις» μεταξύ επιστήμης και θεολογίας. 
Ο L. Pasteur συνήθιζε να λέει: «Η ολίγη επιστήμη μάς απομακρύνει από τον Θεό, η αληθινή επιστήμη μάς πλησιάζει κοντά Του». 
Η Εκκλησία ευλογεί την επιστήμη, όταν εκείνη σέβεται τον άνθρωπο και δεν τον συνθλίβει. Στις Γραφές διαβάζουμε ότι «Κύριος έκτισεν ιατρικήν και πάσαν επιστήμην». 
Οι μεγάλοι Πατέρες και Άγιοι της ορθόδοξης παράδοσής μας ήσαν πανεπιστήμονες. Το έργο του Μεγάλου Βασιλείου «εις την Εξαήμερον», ένας υπομνηματισμός στα πρώτα κεφάλαια της Γένεσης, αποτελεί σήμερα πολύτιμο εντρύφημα για αστρονόμους, γεωλόγους, ιατρούς και άλλους επιστήμονες. 
Η διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης περί δημιουργίας του κόσμου, τον 4ο αι. μ.Χ., θεωρείται ότι αποτελεί πρόγονο της θεωρίας της «μεγάλης έκρηξης» (Big-Bang), την οποία όμως ερμηνεύει μέσα από την ενέργεια του Θεού. Ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι ατελείωτος. 
Η επιστήμη προσπαθεί να δώσει μία ερμηνεία για τη δημιουργία και τη σύσταση του κόσμου –αν και πολλοί εκπρόσωποί της το θεωρούν αυτό μία εξαιρετικά επικίνδυνη έκφραση! Η ορθόδοξη θεολογία –και αυτή ακριβώς είναι η δική της αποστολή- διακηρύσσει ότι εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ποιός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί, η επιστήμη απαντά στο πώς, η θεολογία απαντά στο Ποιός!

Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος σημειώνει πολύ χαρακτηριστικά: 
«Η επιστήμη προχωρεί σε διάφορες ανακαλύψεις οι οποίες πρέπει να ωφελούν και να μη βλάπτουν τους ανθρώπους, και η ορθόδοξη θεολογία δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήσει ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που όχι μόνον κηρύσσεται «ο θάνατος του Θεού», αλλά και «ο θάνατος του πλησίον». Τελικά, όσες ανακαλύψεις και αν κάνει η επιστήμη, ο άνθρωπος πεινά και διψά για τον προσωπικό Θεό, για ανιδιοτελή αγάπη, εσωτερική ειρήνη και ελευθερία, για πληρότητα πνευματική, θέλει να μάθει τί υπάρχει πέρα από την κτίση, τί γίνεται μετά το θάνατο, τί είναι η αιώνια ζωή κ.ά.»

Η Εκκλησία μάς λέει πως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από αγάπη. Πως η θεϊκή αγάπη είναι εκστατική, δημιουργική. Ο Θεός δεν είναι ιδέα ούτε ύλη, είναι Πρόσωπο, είναι αγάπη. Με το λόγο Του, που είναι η άκτιστη ενέργειά Του, δημιουργεί κτιστά όντα. «Τίποτε δεν ανάγκασε τον Θεό να δημιουργήσει. Κίνητρο του Θεού για δημιουργία είναι η αγάπη του. Αντί να πούμε ότι δημιούργησε το σύμπαν από το μηδέν, θα ‘πρεπε να πούμε ότι το δημιούργησε από τον ίδιο τον εαυτό Του, που είναι αγάπη. Η δημιουργία δεν είναι τόσο μια πράξη της ελεύθερης θέλησής Του, όσο της ελεύθερης αγάπης Του.» (Μητροπ. Κάλλιστος Ware, Ο ορθόδοξος δρόμος). 
Ο Θεός ευτυχώς δεν είναι μηχανικός ή τεχνίτης ή εργολάβος. Ο Θεός είναι πρωτίστως Πατέρας! Γι΄ αυτό και ο κόσμος είναι το ξεχείλισμα της αγάπης Του, για τον οποίο νοιάζεται. Και ο άνθρωπος είναι η κορωνίδα της δημιουργίας, που καλείται, σε μια διαρκή κίνηση χαράς και ευγνωμοσύνης προς τον Δημιουργό, να συμπαρασύρει την κτίση προς την ατέλεστη τελειότητα. 

Από όλα τα παραπάνω μπορούμε αβίαστα να συμπεράνουμε πως η αγάπη είναι το αληθινό «σωματίδιο» του Θεού. Κάθετι –και κυρίως η ζωή μας- αποκτά νόημα και βαθύτερο περιεχόμενο όταν έρχεται σε αλληλεπίδραση με το ξεχωριστό αυτό «σωματίδιο», τη μονάκριβη φανέρωση της θεϊκής «ουσίας», που δικαιώνει αλλά και που ξεπερνά κάθε ανθρώπινη γνώση. 
Καθώς, όπως πολύ απλά μάς βεβαιώνει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: ο Θεός αγάπη εστί!

π. Συμεών Βενετσιάνος

Σάββατο 28 Απριλίου 2018

Η Μεγάλη Ορφάνια και ο Φόβος του Θανάτου

Κύριε, είσαι το μέγα άπειρο που ανασαίνουμε, ο απέραντος δρόμος
που πηγαίνουμε.
Είσαι η απερίγραπτη σιωπή που την ακούμε μέσα μας και μιλάμε –
για να μην πεθάνουμε από τρόμο.
Έναν καημό έχει ο άνθρωπος. Τον θάνατο.

Το αδιαπραγμάτευτο, το τελεσίδικο, το οριστικό και αμετάκλητο γεγονός του θανάτου.
Αυτό τον ταλανίζει. Ο Φόβος του Θανάτου.
Ο φόβος που τον κάνει να καταφεύγει σε λογής-λογής καιροσκόπους για να απαλύνει τον φόβο του.

Σαν έχασε τον παράδεισο ο άνθρωπος, γεννήθηκε ο θάνατος και ο φόβος του. Από τότε ψάχνει τρόπους να τον ξεπεράσει. Με το χρήμα, την εξουσία... και πολλές φορές λαθεύει και νομίζει ότι είναι ανίκητος, ότι έγινε θεός. Μέχρι που έρχεται μια ωραία πρωία και... πάρ' τον κάτω.
Και σ’ αυτή την πορεία, η ανθρωπότητα, αναζητά τη διαδικασία της δημιουργίας και προσπαθεί να την αναπαράξει, λες και θα γίνει θεός και θα νικήσει τον θάνατο.
Όλο αυτό, είναι λάθος. Λάθος η, και καλά, επανάσταση στον παράδεισο, λάθος η αναζήτηση της θεϊκής ισχύος, λάθος κι ο φόβος. Ο άνθρωπος δεν αναζητάει τον Θεό, αλλά την ισχύ Του και αυτό είναι το λάθος. Είναι ο λάθος δρόμος.
Είναι ο δρόμος που φέρνει τον θάνατο και τον φόβο του.

Και εξηγούμαστε για το κατά πως τα βλέπουμε εμείς:

Τί έχασε στην πραγματικότητα ο άνθρωπος;
Ο άνθρωπος χάνοντας τον παράδεισο, έχασε την αγκαλιά του Θεού.
Έχασε τον Πατέρα Του. Έμεινε ορφανός.
Είναι σαν τον άσωτο γιο που έφυγε από το σπίτι του. Από τότε, αφού έκανε ό,τι έκανε, θέλει να επιστρέψει. Αυτή την ανάγκη την έχει γραμμένη στο υποσυνείδητό του.
Όλοι έχουν αυτή την ανάγκη. Την ανάγκη της πατρικής αγκαλιάς. Και προσπαθεί να επιστρέψει, συνειδητά ή ασυνείδητα.
Αλλά έχασε τον δρόμο. Λάθεψε τη διαδρομή. Πήρε άλλες ατραπούς και παρεξέκλινε.

Είδε κι απόειδε ο Πατέρας. Τα παιδιά Του χάθηκαν, έμπλεξαν με τις σειρήνες και τα δελέατα και πήραν προορισμούς που τα απομάκρυναν ακόμη περισσότερο από την αγκαλιά Του.

Και, σαν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, έβαλε σε εφαρμογή το από αιώνων Σχέδιό Του, για να μας λυτρώσει, να μας βοηθήσει.
Παιδιά Του είμαστε, εξάλλου.
Ποιος πατέρας δεν θα γνοιαστεί για το παιδί του;

Κι έστειλε τον Γιο Του, τον έστειλε σαν άνθρωπο, εδώ ανάμεσά μας να μας δείξει τον δρόμο της επιστροφής, τον δρόμο για την αγκαλιά Του.
Και ήρθε ο Γιος και είπε: «Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή» και αυτό τον δρόμο και αυτή την αλήθεια και τη ζωή τα έκανε πράξη και θυσία για να πάρουμε παράδειγμα, να μάθουμε ότι ξεχάσαμε και να ξαναβρούμε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι το πατρικό, την Πατρική αγκαλιά.
Όσο δεν επιλέγουμε, ελευθέρα και αυτόβουλα τον δρόμο της επιστροφής, είμαστε Ορφανοί. Είμαστε χωρίς αγκαλιά, είμαστε απολωλότες, ζούμε την Μεγάλη Ορφάνια.
Ένα παιδάκι που έχασε τους γονείς του και ψάχνει να τους βρει, χαμένο μέσα στο πλήθος, στις προκλήσεις, στους πειρασμούς, στην απώλεια είναι και ευάλωτο στο Θάνατο.
Αυτός είναι ο Μεγάλος Φόβος, η Μεγάλη Ορφάνια.
Αυτή η ορφάνια φέρνει τον φόβο του θανάτου.
Η Ορφάνια πονάει, πρώτα η Ορφάνια.

Άμα δεν επιλέξει ο άνθρωπος την πατρική αγκαλιά, ποιος θα τον υιοθετήσει; Ποιος θα ανοίξει την αγκαλιά του γι’ αυτόν;
Ένας είναι ο δρόμος και αυτόν πρέπει να διαλέξουμε.

Και άμα επιλέξουμε την Οδό, θα πούμε σαν τον ποιητή:
«Κύριε, είσαι το καθημερινό ψωμί μας, η μεγάλη νοσταλγία μας να
ξαναγυρίσουμε - πού;
Είσαι η μήτρα που θα μας γεννήσει με το θάνατό μας. Αμήν.»
Που πάει να πει, πάει ο θάνατος κι ο φόβος του, επειδή θα έχει τελεστεί η αναγέννησή μας.
Αμήν

Το Χαμομηλάκι

Δευτέρα 23 Απριλίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης — Ένας ποιητής «άρρωστος για Θεό»!

«Και κάθε φορά που μου μιλούσαν για τον Θεό
δεν τους πίστευα, αλλά ύστερα όταν έμενα μόνος
με τη σιωπή, καταλάβαινα και τον Θεό και το έργο του.»
Από εκείνη την στιγμή (που όλοι θα βρεθείτε κάποτε), κατάλαβα πως δεν υπάρχει άλλη λύση, γύριζα, λοιπόν, τις νύχτες και τράνταζα τα γραμματοκιβώτια των δρόμων - μου οφείλουν μιαν απάντηση, εξάλλου είναι ανέντιμο όταν δεν έχεις να φας εσύ ν’ αγοράζεις περίστροφα για εξομολογήσεις ή πώς να μην κλάψεις γι’ αυτόν που πρέπει να περιμένει τον άλλο Σεπτέμβριο - έτσι, παρ’ όλες τις προφυλάξεις μου αυτοί το κατόρθωσαν, καθώς έστριβα τη γωνιά μ’ άρπαξαν κι έβαλαν έναν άλλο στη θέση μου, “βοήθεια” φώναξα, η φωνή μου ακούστηκε από πολύ μακριά,
“τουλάχιστο, θα μ’ αναγνωρίσουν οι νεκροί μου”
σκέφτηκα κι έτρεξα στο σταθμό και νύχτωνε σιγά σιγά κι η πόλη χανόταν πέρασ’ ένα απίθανο βάθος -
κι εγώ ήμουν άρρωστος για Θεό.


Είναι ίσως το μοναδικό επίθετο που θα χρησιμοποιηθεί τόσο εύστοχα από έναν ποιητή “κι εγώ ήμουν άρρωστος για Θεό”.

Το εν κατακλείδι επίθετο που θακορυφώσει την αρρώστια του για Θεό, μια αρρώστια που ξεκίνησε για τον ΤάσοΛειβαδίτη στα μέσα την ποιητικής του ζωής, γύρω στα 1972, μετά από μιασυντριπτική βίωση της ποίησης της ήττας.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1922 θα σπουδάσει νομικά και θα ασχοληθεί με την δημοσιογραφία. Από το 1952 έως και το 1972 θα εντρυφήσει στην ουμανιστική ποίηση, μια ποίηση που διασώζει τον τρυφερό ηρωισμό των ταπεινών και καταφρονημένων.
Κοιμήσου ήσυχος - αν και στην εποχή μας
ούτε οι νεκροί πια δεν μπορούν να βρουν
μια ήρεμη γωνιά ένα μικρό, δύο μέτρα τόπο,
ν’ απαγγιάσουν μακριά από διαψεύσεις,
σφάλματα, αναθεωρήσεις, σίγουροι
πως αύριο δε θα ξαναπεθάνουν.


Από το 1972 κι εξής κατά την δεύτερη περίοδο της ποιητικής του πορείας η ποιητική του κραυγή θυμίζει μετάνοια, μια αβίαστη ομολογία για τη θητεία στην αυταπάτη, την ψευδαίσθηση και την πειθαρχία σ’ έναν σκοπό που αποδείχτηκε ανίκανος να στηρίξει τα όνειρα και να σώσει τις ελπίδες.

Η ποίηση του Λειβαδίτη μετά το ’72 έως και τον θάνατό του δεκαέξι χρόνια αργότερα το 1988 είναι μια διαμαρτυρία, βουβή σχεδόν και μυστική, ένας απύθμενος θρήνος για την ματαιότητα των αγώνων και την αποτυχία της επαναστάσεως.
Εγκλωβισμένος στις επιρροές της λεγόμενης “ποίησης της ήττας”, η δημιουργία της οποίας αποδίδεται στην ήττα της Αριστεράς (μέλος της οποίας ήταν ο ποιητής) προβάλλει στα ποιήματά του την συντριβή του.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε σκορπίσει τον όλεθρο. Τα εκατομμύρια των νεκρών, η μνήμη των στρατοπέδων και τα ολοκαυτώματα δεν άφηναν στους νικητές το περιθώριο για επινίκιους ύμνους παρά μόνο την πικρή γεύση του θανάτου και της τρέλας
...κοιμήσου, δεν είναι τίποτα. Μονάχα εκείνος ο τρελός λοχίας
από τον πόλεμο που κάθε νύχτα κλαίει και φωνάζει
από το γειτονικό νοσοκομείο...


Η καταρράκωση των οραμάτων και η βίαιη εξάρθρωση του ονείρου αναγκάζει τον ποιητή ν’ αποστρέψει τα μάτια του από το καθεαυτό γεγονός και να ψάξει βαθύτερα, αναζητώντας τις αιτίες που το δημιούργησαν. Δεν αρκείται στο να αντικρίζει την απόγνωση στα πρόσωπα του πλήθους, αλλά βυθίζει το βλέμμα στις μυχιαίτερες πτυχές της ύπαρξης, και μέσα από αυτή του την αναδίφηση θα συντρίψει τον συμβιβασμό με την ιδέα της ήττας.
...οι νικημένοι δεν μπορούν να πεθάνουν...
ή αλλού πάλι θα γράψει γεμάτος τρυφερότητα
Ναι υπερασπίζαμε τη λευτεριά πολεμώντας
μα ακόμα
υπερασπίζαμε το δρόμο που παίζαμε παιδιά
τον τάφο που κοιμόταν η μητέρα μας
και κείνο το μικρό δεντράκι που κάτω από τα κλαδιά του
δώσαμε το πρώτο φιλί.


Μ’ έντονη την αίσθηση της προσωπικής ενοχής και με ανοιχτούς τους πόρους της ποιητικής συνείδησης, δέχεται και την παραμικρή σταγόνα της πύρινης βροχής και αυτοπυρπολείται.

Από εδώ και πέρα η μνήμη θα έρχεται και θα επανέρχεται τυραννικά.
...κανένα αγέρι δε θα σβήσει τα πατήματα στο χιόνι... κι αυτό το αμείλικτο παράπονο από την όψη των νεκρών.
Ακόμα και οι αναμνήσεις της ολότελα δικής του ζωής επανέρχονται βυθισμένες σε μια ομίχλη ασάφειας
...όλα τόσο μακρινά, τόσο θαμπά τόσο ανεπίστρεπτα
σα νάζησε τη ζωή μου ένας άλλος,
και μένα δε μου δόθηκε
παρά μονάχα
να πεθάνω.


Αυτή την σιωπηλή θλίψη θ’ αναβιώνει κάθε φορά στους ποιητικούς του ψιθύρους αναδεικνύοντας τον εαυτό του σαν έναν αισθαντικό, ευαίσθητο, τρυφερό, πονετικό και ανήσυχο ποιητή που πάλλεται σε ποικιλόχρωμους και άπειρους κόσμους.

Είναι ο ποιητής που κατέγραψε με λέξεις τη σιωπή και τη θλίψη
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο.

Μια θλίψη όμως που κυοφορεί την προσπάθεια για αγώνα, τον εσωτερικό, τον υπαρξιακό, την διάσωση της ελπίδας γιατί η ελπίδα υπάρχει όπου διογκώνεται η θλίψη
Έκανα να φύγω, αλλά στην πάροδο είδα το μουγκό παιδί,
είχε ακουμπήσει στον τοίχο κι έκλαιγε, και τώρα
πάνω στον τοίχο ήταν ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο.


Η ρωγμή στη βεβαιότητα της ιστορίας εμφανίστηκε απροσδόκητα κι ακαριαία, σαν να άνοιξε ο ποιητής το στερέωμα και να ανακάλυψε ξαφνικά πως η επανάσταση ήταν φενάκη.4

Από εδώ κι έπειτα ξεκινά η αναζήτηση του Θεού, διάχυτη είναι η ανάγκη, η δίψα και η πείνα για πλήρωση μεταφυσική. Ο Λειβαδίτης γίνεται άρρωστος για Θεό, νοσεί η ποίησή του από την επιδημία του απολύτου. Ζητά τον Θεό και γεύεται την δυσκολία της αναζήτησής του.
Ξέρει όμως ότι το απόλυτο υπάρχει και θα συνεχίσει να το προσπαθεί.
Αιώνες τώρα χτυπάω τον τοίχο, μα κανείς δεν απαντάει.
Όμως εγώ ξέρω πώς πίσω από τον τοίχο είναι ο Θεός.
Γιατί μόνον Εκείνος δεν απαντάει.


Αυτός ο τοίχος τόσα χρόνια πριν υπήρξε το ερέθισμα της ποιητικής έκφρασης του Λειβαδίτη, ήταν ο κόσμος που έπρεπε ν’ αλλάξει και η αλλαγή απαιτούσε ριζικά μέτρα, μ’ απώτερο σκοπό το γκρέμισμα του τοίχου.

Δεν είχε υποπτευθεί τότε πως η Ιστορία ως τοίχος, ο κόσμος ως τοίχος, ήταν το προπέτασμα του Θεού, το προσωπείο του απολύτου, η εξακτίνωση της αγωνίας ως το τελευταίο μόριο της ύπαρξής μας. Δεν είχε αντιληφθεί τον αληθινό ρόλο που έπαιζε ο φύλακας της πύλης, ό,τι δηλαδή είχε αντιληφθεί ο Κάφκα ως οξυδερκέστερος και πλησιέστερος στην αγωνία.
“Τι κάνεις εκεί;” του λέω. “Τι να κάνω” μου λέει - “ανησυχώ”
Και μου έδειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές.


Τώρα αντιλαμβάνεται ο ποιητής πως πίσω από τις πόρτες σιωπά η μεγάλη Απουσία, ως τυραννική Παρουσία.

Τον καταδαμάζει το μυστήριο του σιωπώντος Θεού.
Στις Συνομιλίες του, στο έργο του “Ο τυφλός με τον λύχνο” γράφει:
Κύριε, μόνο με τη σιωπή σε νιώθουμε.
Κάθε ομιλία σε πληγώνει.
Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απ’ όπου
μαζί με το αίμα σου, στάζει και λίγη απεραντοσύνη.


Η απεραντοσύνη του Θεού γίνεται αντιληπτή μόνο με τη σιωπή ο ίδιος γράφει στα “Χειρόγραφα του Φθινοπώρου”
Και κάθε φορά που μου μιλούσαν για τον Θεό
δεν τους πίστευα, αλλά ύστερα όταν έμενα μόνος
με τη σιωπή, καταλάβαινα και τον Θεό και το έργο του.


Ετσι, εξάλλου, αντιλαμβάνεται και ο Καζαντζάκης τον Θεό σαν να είναι καλυμμένος με σιωπή. Τον ονομάζει Άβυσσο, Μυστήριο, Απόλυτο σκοτάδι, Ελπίδα, Τελευταία Απελπισία και Σιωπή με κεφαλαίο σίγμα. Αυτή η σιωπή του Θεού γίνεται νοητή μόνο ως θρήνος.

Ο Θεός του Καζαντζάκη δεν είναι πάνσοφος, δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κιντυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυστα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα.
Ο Θεός του Λειβαδίτη όμως δεν είναι αγωνιστής,
...στο βάθος ο Θεός φαινόταν πολύ μοναχός.

Ή σε κάποιο άλλο του ποίημα
Είχα φτάσει τόσο μακριά που ένιωθα στον ώμο μου
το στεναγμό του Θεού.


Ο Θεός του κλαίει συχνά και γοερά σαν τον Θεό του Μαλεβίτση για τον οποίο ο ίδιος γράφει στον “έγκοπο λόγο”
Όταν θα έρθεις αυστηρός κριτής, μόλις κοιτάξεις μέσα στους νεφρούς και στις καρδιές μας, θα δακρύσεις.


Στην ποίηση του Λειβαδίτη το απόλυτο κλαίει την καταδίκη του απολύτου,
Κύριε, άσε με να έρθω κοντά σου. Ίσως με την τόση
φτώχεια μου, τη μικρότητά μου,
τις τόσες τύψεις μου, να σε παρηγορήσω λίγο
τα βράδια που σε ακούω να κλαις.
Γιατί τόση τελειότητα είναι ήδη ένα μαρτύριο.


Το μαρτύριο συνεχίζεται για τον Αθηναίο ποιητή και κατακερματίζεται μόνο όταν πλημμυρίζεται η καρδιά του από την στιγμιαία αφθονία.
Κύριε, είσαι κρυμμένος πίσω από τόσα
αινίγματα, ίσκιους, σκοτεινές παραβολές - πώς
να σε βρω;
Όμως είναι στιγμές που σ’ αναγνωρίζω: μια ξαφνική
αφθονία στην καρδιά μου σε προδίδει.


Η αναζήτηση του Θεού αναρριχάται αδηφάγα από την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή και ανάγεται σε διακαή πόθο για την ανεύρεσή Του.
Κύριε , σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης
και τ’ ουρανού, στο μεγαλείο των μητροπόλεων,
στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο,
τη νύχτα, ρεμβασμό μου.


Η θλίψη του ποιητή εκχύνεται σ’ όλες τις εκφάνσεις του ποιητικού του αναπαλμού, υποθάλποντας έτσι όλο και περισσότερο την προσπάθειά του να προσεγγίσει τον Θεό που τον φέρνει κοντά στους ανθρώπινους ολολυγμούς.
Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα
'ρθουν να τελειώσουν.
Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου
για κείνες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.


Πρέπει να ομολογήσουμε πως τόσο σπαρακτική υπαρξιακή κένωση, τόση αναζήτηση Θεού, τόση δίψα αθανασίας, δεν ακούστηκε ποτέ από τους πλέον ένθεους Έλληνες ποιητές, τον Σικελιανό, τον Παπατσώνη, την Μελισσάνθη, τον Πεντζίκη, Τον Αναστάσιο Δρίβα, τον Πάσχο, τον Μουντέ και τον Χαραλαμπίδη. Όλοι αυτοί πίστευαν και πιστεύουν. Με τον Λειβαδίτη όμως είναι διαφορετικά.
-Κύριε, βοήθησέ με, του λέω, χάνομαι.
Μα αυτή είναι η βοήθειά μου - να χαθείς...
Για να σε ψάχνουν στους αιώνες!
Ίσως να το ‘βρα. Αλλά Δε θα σας το πω. Γιατί
τότε εσείς τι θα ψάχνετε;


Ο ποιητής φόρεσε κατάσαρκα τον μανδύα της άκρας ταπείνωσης, της μετάνοιας και της ήττας έσβησε το αλαζονικό του πρόσωπο μέσα στην απουσία και κρύφτηκε όπως ο Αδάμ το δείλι στον Παράδεισο μετά την ανυπακοή.
Γονάτισε και ακούμπησε το μέτωπό του κάτω στο πάτωμα, ήταν η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του, που όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στις σανίδες, σαν ένα αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.
Ο ίδιος γύρισε σπίτι δίχως πρόσωπο - σαν το Θεό.


Στις σελίδες του Λειβαδίτη βρίσκεται αποτυπωμένη η μαρτυρία της ψυχής του, μιμήθηκε ασυνειδήτως το βίο πολλών αγίων που σε κάποια στιγμή της πορείας τους άλλαξαν προσανατολισμό και πορεύτηκαν με μοναδική πυξίδα την αγωνία και όχι τον αγώνα.

Ο Λειβαδίτης παραιτήθηκε από τον κόσμο και περπάτησε σε ατραπούς του μυστικού δάσους απορρίπτοντας συνεχώς τα φορτία της μέριμνας.
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.
Αυτή η ανάμνηση της λεηλατημένης ζωής είναι η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη.
Άνθρωποι που πολύ τους ταπείνωσαν κι ο Θεός
τους λυπήθηκε και τους έδωσε και μια προηγούμενη ζωή
-έτσι θυμούνται τώρα περισσότερα.


Ο προδομένος, ο ηττημένος, ο άρρωστος για Θεό ποιητής, ο τρυφερός, ο αναρχικός και ο ανέστιος, ο διψών την δικαιοσύνη, αυτός που αγρυπνεί, που τις “νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί επειδή οι μεγάλες φτερούγες του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο”, γνωρίζει πλέον τι είναι Θεός γιατί έχει γνωρίσει την αποτυχία της αναζήτησης, γι’ αυτό και περήφανος μέσα στην εξουθένωσή του φωνάζει την απάντηση.
“Μα πώς περπατάς επί των κυμάτων...” ρώτησα
“Έχασα το δρόμο” μου λέει.


Αυτός είναι ο Τάσος Λειβαδίτης, ο περιπατητής των κυμάτων, που χάνει τον δρόμο μα κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες για να τον βρει. Μέσα στα ποιήματά του γίνεται κατάφωρη η ευέλικτη τοποθέτηση των θεολογικών του ανησυχιών. Αν και την ποιητική του πορεία θα μπορούσαμε να την χωρίσουμε σε δύο περιόδους και κατά την πρώτη και κατά την δεύτερη η αναφορά στον Θεό είναι έκδηλη στην μεν πρώτη περίοδο όπου το μαχητικό και πνευματικό πνεύμα συμβαδίζει απαράμιλλα με τις χριστιανικές αρχές, όπως λόγου χάρη βλέπουμε στο εξής του ποίημα,
Ακούω τώρα τις αρβύλες στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδελφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα σε
συλλογίζομαι
καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλο σου στη γωνιά
θα ξαναγίνεις ένα σπουργίτι.
Κι όταν θα σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου
κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα θελα να το λαβώσεις.


Το όραμα ενυπάρχει στους στίχους του άλλα αρχίζει να μεταπλάθεται, αλλάζει, από επαναστατικό γίνεται θρησκευτικό και κατανυκτικό, η ένταση όμως παραμένει η ίδια.

Και στην δεύτερη περίοδο κατά τη οποία η αναζήτηση του Θεού γίνεται πυρ καταναλίσκων που σιγοκαίει την ψυχή του ποιητή και παρεισφρήει στις υπαρξιακές του κραυγές, για να μπορέσει μετά από έναν άνισο αγώνα με την αγωνία και την αρρώστια του για Θεό να χαμηλώσει με κατάνυξη το κεφάλι και να νιώσει την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στο μεγαλείο του Απολύτου, του πιο ωραίου, του άφατου.
κι όπως κοίταξα τον ουρανό, Θεέ μου,
τι απεραντοσύνη,
πόσα άστρα,
μ’ έπιασε πανικός.


Ο αναζητητής του Θεού γίνεται ο συγκάτοικος με τον οποίο μπορεί και συνομιλεί μέσα σε μια κάμαρα, είναι ο συνομιλητής του, η απόλυτη Παρουσία
Κύριε, συγκατοικούμε αιώνες μες την ίδια κάμαρα,
αλλά δεν μπορώ να δω το πρόσωπό σου.
Όμως σ’ ακούω κάποτε να περπατάς βαρύς μέσα στις
λέξεις μου, άπληστος να ξεπεράσεις
τα όρια αυτού του κόσμου.


Αυτός ο κόσμος για τον οποίο αγωνίστηκε και για τον οποίο υπέφερε υπομονετικά την τετράχρονη εξορία του, αυτός ο κόσμος που προσπάθησε να αλλάξει με τους συντρόφους του μεταξύ των οποίων και ο φίλος του Γιάννης Ρίτσος, ο ίδιος κόσμος είναι για τον ποιητή ένας κόσμος ευτελής, ένας επικίνδυνος ακόμη και για τον Θεό του.
Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω;
Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα
ν’ αντέξω το βάρος σου.
Θεέ μου, μ’ αυτήν την ευτελή πραγματικότητα
γύρω μας κινδυνεύεις.
Πώς να σε σώσω...


Eίναι ίσως αυτό που ο Μαλεβίτσης είχε γράψει τονίζοντας την ανθρώπινη ένδεια,
Ένας ένας πεθαίνουν οι ποιητές μας. Και θα φτωχαίνουμε.
Με τί γλώσσα θα σου μιλήσουμε, την ώρα που θα σε υποδεχτούμε;


Το 1988 έγινε ακόμη πιο φτωχή αυτή η γλώσσα χάνοντας τον ποιητή που αναζήτησε απεγνωσμένα τον Θεό στον έρωτα, στις αναμνήσεις, στην ώριμη πια ηλικία του, όταν ύστερα από το υπαρξιακό κενό και την κονιορτοποίηση του κοινωνικού οράματος λέει
Ανοίγω τότε το παράθυρο Και άθελά μου χαμογελώ.
Ο Θεός για άλλη μια φορά, με κέρδιζε με
την καινούργια μέρα του.


Η πίστη του ριζωμένη στην ουσία και όχι στον τύπο προκαλεί με τον αυθορμητισμό της και παρουσιάζεται άρρηκτα δεμένη με το ωραίο που στον Λειβαδίτη ενυπάρχει στην τραγική φιγούρα της γυναίκας. Περισσότερο ερωτικός παρά ορθόδοξος θα καταφέρει να εναρμονίσει το ωραίο με το Θεό, όχι όμως το θεϊκά ωραίο αλλά το ανθρώπινα ωραίο, το γυναικείο χοϊκό κορμί που το λαχταρά γυμνό, σαν το προπτωτικά ανθρώπινο σώμα
Μα ναι, σου λέω,
πιστεύω στον Θεό,
γι’ αυτό σε θέλω
ολόγυμνη
μέσα στην εκκλησιά.


Η σύγκραση του ωραίου και του αγνού, της πίστης και της ολόγυμνης ψυχής, της ψυχής του ανθρώπου που δύναται να υπάρξει ολόγυμνη μέσα στην εκκλησία χωρίς να προκαλέσει, παρά μόνο να μας θυμίσει την κατά φύσιν ωραιότητα του γυμνού σώματος των πρωτοπλάστων. Και αυτό το αδιαίρετο συνονθύλευμα του ωραίου και του αγίου έχει την αποκορύφωσή του στο ποίημα του Λειβαδίτη,

“Η γέννηση”
Εν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου δείξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό σταυρό.
“Είδες, μου λέει - γεννήθηκε η ευσπλαχνία”.
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ,
γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε
θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.


Πραγματικά δεν πιστεύω πώς θα μπορούσαμε να πούμε τίποτα πιο ωραίο από αυτό που τόσο λακωνικά και ευέλικτα ψιθυρίζει ο ποιητής έχοντας κατανυκτικά χαμηλωμένο το κεφάλι του.

Γιατί δεν ταιριάζει στον Θεό παρά μόνο η ταπεινότητα που διαπνέει την ψυχή μας και προδίδει τις πράξεις μας, πράξεις σιωπηλά ηθικές, πράξεις μεστές από αγάπη και σιωπή.
Στο Απόλυτο δεν χρειάζονται πομπώδεις εκφράσεις και κακέκτυπες ψυχικές διαχύσεις, παρά μόνο σιωπή σαν αυτή που αρμόζει στο Μέγα Μυστήριο
Ξέχειλη από σιωπή η απέραντη αίθουσα.
Και το πιάνο ήταν η μεγάλη, αγία Τράπεζα
όπου πάνω της, τα χέρια ενός άντρα, λιγνά κι ασυγκράτητα
κόβαν και μοίραζαν γύρω
τον άρτο της αιωνιότητας.

...........
περισσότερα εδώ:
e-theologia

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Οι Επτά Λόγοι του Χριστού από το Σταυρό!

Οδηγείται ο Χριστός στον Γολγοθά και καρφώνεται στον Σταυρό. Από τον σταυρό ο Χριστός είπε επτά λόγους μεγάλης σημασίας και αξίας:

α) «Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τί ποιούσι». 
Δικαιολογεί ο Σταυρωμένος τους σταυρωτές Του. Δεν κακιώνει μαζί τους ούτε αυτή την ώρα του φρικτού μαρτυρίου Του. Ο πόνος ήταν βαθύς και μεγάλος. 
Πρόκειται για λόγο άφθαστου μεγαλείου. Μόνο ένας Θεός μπορούσε να τον πει. 
Η μεγαλειώδης ανεξικακία απέναντι στην αδικαιολόγητη ανθρώπινη θρασύτητα, αυθάδεια, κακία και μοχθηρία. Η μεγαλόστομη κι ανυπέρβλητη αγάπη της συγχωρητικότητας μπροστά στη βαρβαρότητα της πώρωσης. Η σταυρωμένη αγάπη αντίκρυ στον επηρμένο φθόνο. Λόγια με πνεύμα και αίμα μέσα από την άφατη οδύνη, που τα έλεγε πριν, αλλά τα λέγει και τώρα από το ύψος του σταυρού· αγάπη προς δόλους και προς τους εχθρούς, ακόμη και τους σταυρωτές, ορισμένοι από τους οποίους αργότερα θα μετανοήσουν.

β) «Ἀμήν λέγω σοι· σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ». 
Ο αναμάρτητος Χριστός σταυρώθηκε ανάμεσα σε δύο αμαρτωλούς, σε δύο ληστές. Ό,τι έβλεπε κι άκουγε ο ένας, έβλεπε κι άκουγε κι ο άλλος. Ληστές κι οι δύο, σταυρωμένοι κι οι δύο. 
Ο ένας προκαλεί, βλασφημεί, ειρωνεύεται, αυθαδιάζει. 
Ο άλλος κάμπτεται, λυγίζει, επανορθώνει, παρακαλεί, μετανοεί. Σαν να εκπροσωπούν οι δύο συσταυρούμενοι τη σύμπασα ανθρωπότητα, τους αμετανόητους και τους μετανοημένους. 
Ο λόγος του Χριστού στον εκ δεξιών Του ληστή είναι λίαν παραμυθητικός για όλους τους αμαρτωλούς. Ας μην απογοητεύεται κανένας πια. Η φράση αυτή χαρίζει φτερά, κουράγια, ελπίδες σε όλους τους πολλούς αμαρτωλούς. 
Με πολύ λίγα λόγια αυτός ο ληστής φανέρωσε την ειλικρινή του μετάνοια, παραδέχθηκε την αμαρτωλότητά του απροφάσιστα, θέλησε να διορθώσει ταπεινά και τον συναμαρτωλό του, έστω την τελευταία αυτή ώρα, ομολόγησε τον Χριστό αναμάρτητο, Τον παρακάλεσε να τον δεχθεί στην ουράνια βασιλεία Του. 
Με τη γεύση του καρπού του δένδρου της γνώσεως καλού και κακού, του ξύλου εκείνου, έκλεισε ο παράδεισος για τον πρώτο Αδάμ. Με το ξύλο του σταυρού άνοιξε ο παράδεισος και πρώτος του οικήτορας έγινε ένας μετανοημένος ληστής. Πόση ενίσχυση λαβαίνουν τώρα όλοι οι αμαρτωλοί.

γ) Προς την Παναγία: «Γύναι, ιδού ο υιός σου». 
Και προς τον Ιωάννη: «ιδού η μήτηρ σου». Καταπληκτική, κατανυκτική και συγκινητική η στιγμή. Την ώρα του άφατου πόνου, παραμένει ατάραχος, δεν λησμονεί τη μητέρα Του, την Παναγία, την πάνω απ’ όλες τις αγίες, τη σεμνότερη, καθαρότερη, ταπεινότερη γυναίκα όλου του κόσμου, όλων των εποχών. 
Εκείνη που Του δάνεισε τη σάρκα και το αίμα της, Τον μεγάλωσε και Τον φρόντισε. Δεν την αφήνει μόνη, απροστάτευτη, έρημη. Της δίνει νέο υιό. Έναν εξαίρετο κι αγαπημένο μαθητή του, που τού λέει κι αυτού πως από τώρα έχει νέα μάνα, που τη συνοδεύει και τη φροντίζει έως της μακάριας κοιμήσεως και μεταστάσεώς της. Γίνεται αδελφόθεος.
Αδελφόθεοι γινόμαστε και μεις παραμένοντας στη σκιά του Εσταυρωμένου.

δ) «Θεέ μου. Θεέ μου ίνα τί με εγκατέλειπες;». 
Μερικοί θεώρησαν τον εκ βαθέων αυτό λόγο ως πικρό γογγυσμό και ως απελπιστική ικεσία. Πρόκειται για λόγο που περιέχει άμετρο βάθος θεολογίας. 
Ο σταυρωμένος Χριστός γίνεται την ώρα εκείνη ο «επικατάρατος κρεμάμενος επί ξύλου», η «κατάρα» για μας κατά τον θείο Παύλο. Ο Σταυρωθείς σηκώνει τις αμαρτίες όλου του κόσμου, του τότε, του πριν και του μετά, όλων των αιώνων, όλων των ανθρώπων. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, μιλά για μας τους εγκαταλελειμμένους και παραθεωρημένους, που ο Θεός μάς προσέλαβε. 
Ο όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, κατά τον άριστο βιογράφο του Γέροντα Σωφρόνιο, όταν έχασε τη χάρη, αισθάνθηκε τη θεοεγκατάλειψη, τον πόνο του Αδάμ έξω του παραδείσου, τον πόνο του σταυρού, την απουσία της θεοκοινωνίας.

ε) «Διψώ». 
Τα προηγηθέντα μαρτύρια, η άρση του σταυρού, η κοπιώδης ανάβαση στον Γολγοθά, η αγωνία του θανάτου, η οδύνη της σταυρώσεως, έφερε τη δίψα. Τον ξεδιψούν με ξύδι και χολή, πικρό κι απαίσιο κράμα. 
Πρόκειται για την ύψιστη έξαρση της ανθρώπινης αναξιοπρέπειας, αχαριστίας, αναισχυντίας κι ασέβειας. 
Ζητά νερό και του δίνουν ξύδι. 
Ορισμένοι ωραία θέλησαν να ερμηνεύσουν μεταφορικά το ρήμα αυτό λέγοντας πως διψούσε για τη σωτηρία των σταυρωτών Του, το είδαμε στον πρώτο Του λόγο να τους δικαιολογεί και να ζητά από τον ουράνιο πατέρα Του να τους συγχωρέσει. Λέγουν πως διψούσε για την εξάπλωση του Ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη, για την επικράτηση της ειρήνης, της αγάπης, της αλήθειας και της ελευθερίας.

στ) «Τετέλεσται». 
Μια εύκολη ερμηνεία της λέξης αυτής θα σήμαινε ότι όλα πια τέλειωσαν. Στέρεψαν επιτέλους τα μαρτύρια Του. 
Τί άλλο μαρτύριο θα μπορούσαν ακόμη να σκεφθούν; Λέγοντας αυτό δεν αισθανόταν ανθρώπινη ανακούφιση, 
Το «τετέλεσται» σημαίνει την ολοκλήρωση του απολυτρωτικού έργου Του. Ο δαίμονας είχε κατατροπωθεί. 
Το πανάχραντο αίμα Του μας είχε εξαγοράσει από την κατάρα του νόμου. Το προφητικό κήρυγμα είχε πλήρως εκπληρωθεί. 
Οι πύλες του παραδείσου ήταν ορθάνοιχτες για όλους τους μετανοημένους, με πρώτο οίκητορα τον μετανοημένο ληστή.

ζ) «Πάτερ εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου». 
Παραδίδει τον εαυτό Του στον Θεό Πατέρα. Πεθαίνει σωματικά ως άνθρωπος, όχι μοναχά γιατί το θέλησαν οι εχθροί Του, αλλά και γιατί το ήθελε ο ίδιος.
Αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο έγκλημα των ανθρώπων όλων των αιώνων είναι η σταύρωση του Χριστού, που έγινε όμως πηγή αγιασμού, σωτηρίας και λυτρώσεως. Δεν μπορούμε να μεταβούμε στο φως, τη χαρά και τη δόξα της Κυριακής του Πάσχα, αν απαραίτητα δεν διέλθουμε από τον λόφο της Μ. Παρασκευής, δεν αναπνεύσουμε το κλίμα που επικρατεί εκεί, δεν σκιασθούμε στον σταυρό, δεν προσκυνήσουμε ταπεινά, δεν προσλάβουμε γνήσιο ασκητικομαρτυρικό φρόνημα, δεν σταυρώσουμε πάθη κι επιθυμίες. Η μωρία, η αισχύνη, η ατίμωση, η ήττα του σταυρού, γίνεται για τους πιστούς καύχηση, τιμή, δόξα, νίκη. Το νεκρό ξύλο γίνεται ζωοπάροχο. 
Το σύμβολο του χριστιανισμού είναι ο απλός, λιτός, απέρριτος, μαρτυρικός σταυρός. 
Η Ορθοδοξία είναι σταυρωμένη, ταπεινή, αμόλυντη, αρυτίδωτη. Κόσμημα, έμβλημα, τρόπαιο της Εκκλησίας ο σταυρός. Αυτός είναι ο πλούτος της, το κάλλος της, η δύναμη της, η επιρροή της, η έμπνευσή της. 
Σταυρώσιμη η Εκκλησία, σταυροφόροι οι χριστιανοί. Στον σταυρό μετρούμεθα, ζυγιαζόμαστε, οριοθετούμεθα. καθρεφτιζόμαστε, καυχόμαστε με τον πρωτοκορυφαίο Παύλο. 
Ο ευλογημένος σταυρός του Χριστού διδάσκει, φρονηματίζει, χαριτώνει, ενισχύει, φυλάγει, παραμυθεί.

Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Η εύλαλη σιωπή», εκδ. Εν πλω, σ. 213-219)