«Ὁ γλυκασμὸς τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, χριστιανῶν ἡ προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων.Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν,
μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει.»
Σάββατο 14 Αυγούστου 2021
Η τελευταία Παράκληση...
Παρασκευή 6 Αυγούστου 2021
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ: ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Η Μεταμόρφωση του Χριστού έχει σαν κυρίαρχο στοιχείο την πλούσια φωτοχυσία (βλ. και ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 433, Αύγ. 2019). Το πρόσωπο του Χριστού έλαμψε «ως ο ήλιος» και τα ενδύματά του έγιναν αστραφτερά και εντελώς λευκά «ως χιών» και «ως το φως». Ταυτόχρονα το σύννεφο που σκέπασε τον Χριστό και τους δύο προφήτες, Μωυσή και Ηλία, ήταν φωτεινό. «Ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς».
Το φως αυτό δεν έχει καμία σχέση με το φυσικό φως που γνωρίζουμε. Είναι υπερφυσική ενέργεια του Θεού, άκτιστη, όπως λέγεται στη γλώσσα της Εκκλησίας. Δηλαδή όχι κάτι κτιστό, δημιουργημένο, όπως το φως του ήλιου και κάθε άλλης φωτεινής πηγής, κάτι δηλαδή που δεν υπήρχε πρώτα και το δημιούργησε κάποια στιγμή ο Θεός. Το φως του Θεού είναι άμεση απόρροια από την απροσπέλαστη φύση-ουσία του. Είναι η Θεία Χάρη. Γι’ αυτό λέμε ότι ο Θεός κατοικεί μέσα σε «φως απρόσιτον» (Α΄ Τιμ. 6, 16). Ο Χριστός είναι «φως εκ φωτός». Μέσα από το φως του Χριστού που αποκαλύπτεται στο Θαβώρ, γνωρίζουμε ως φως ολόκληρη την Αγία Τριάδα. «Φως είδομεν τον Πατέρα, φως και το Άγιον Πνεύμα».
Και ενώ η φύση του Θεού είναι εντελώς αμέθεκτη σε κάθε δημιούργημα, άγγελο ή άνθρωπο, η ενέργειά του είναι μεθεκτή. Είναι αυτή με την οποία ο Θεός εκδηλώνεται στα πλάσματά του. Είναι ο τρόπος ύπαρξης του Θεού σε σχέση με τον κόσμο. Είναι αυτή που μας κάνει θεούς κατά χάρη, κατά μετοχή. Μας το έχει βεβαιώσει ο ίδιος ο Θεός: «Εγώ είπα θεοί εστε και υιοί Υψίστου πάντες» (Ψαλμ. 81, 6). Θα το κατανοήσουμε λίγο αυτό με ένα απλό, ατελές πάντα, παράδειγμα: Τον ήλιο δεν μπορούμε με τίποτε να τον αγγίξουμε, αλλά και τίποτε δεν μας εμποδίζει να ερχόμαστε σε επαφή με το φως του, να μας φωτίζει, να μας ζωογονεί, να μας αγκαλιάζει με τη θαλπωρή του. Και όπως άλλο είναι η ουσία του ήλιου και άλλο το φως του, έτσι και το φως που έλαμψε στη Μεταμόρφωση του Χριστού είναι η άκτιστη ενέργειά του και επ’ ουδενί η ουσία του.
Έτσι, ενώ ως προς την ουσία του ο Θεός είναι «υπερέκεινα πάσης ουσίας», «ο πάντων επέκεινα», πέρα και πάνω από όλα, ως προς τις ενέργειές του μπορεί να γίνει από όλους μεθεκτός, να ενωθούν οι πάντες μαζί του.
Ο Θεός λοιπόν είναι ταυτόχρονα προσιτός και απρόσιτος, ορατός και αόρατος, μεθεκτός και αμέθεκτος, καταληπτός και ακατάληπτος, γνωστός και άγνωστος. Μπορεί να γίνεται γνωστός σε μας, ως φως, αγάπη, αγαθότητα κ.λ.π., μέσα από τις άκτιστες ενέργειές του, αλλά παραμένει παντελώς άγνωστος ως προς την ουσία του. Ακόμα και το να μιλάμε για ουσία του Θεού είναι εντελώς σχετικό, αφού στην πραγματικότητα είναι απολύτως υπερούσιος.
Η μετοχή στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, η θέα του θείου φωτός, ονομάζεται θεοπτία. Οι απόστολοι που ήταν με τον Χριστό στο όρος Θαβώρ, «επόπται γενηθέντες της εκείνου μεγαλειότητος», επειδή είδαν με τα μάτια τους το θεϊκό του μεγαλείο, έγιναν θεόπτες (Β΄ Πέτρ. 1, 16). Αλλά και αυτοί είδαν τον Θεό στο βαθμό που τους επέτρεψε Εκείνος. Κατά τη συγκατάβασή του. Όχι δηλαδή όπως ήταν ο Θεός, αλλά όπως ήταν αυτοί που τον έβλεπαν. Ο Θεός αποκαλύπτει το πρόσωπό του στο βαθμό που αντέχουν οι θεατές του. Ανάλογα με την αδυναμία τους και με τον τρόπο που είναι πλασμένοι, για να μη θρυμματισθούν οι χοϊκές τους υπάρξεις από το βάρος της θεοφανείας, «μη φέροντες οράν το άστεκτον της» θεϊκής «ελλάμψεως».
Ας μας φωτίζει όλους ο Κύριός μας Ιησούς με το υπερκόσμιο φως της Μεταμορφώσεώς του!
(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, αρ. φ. 445, Αύγ. 2020)
π. Δημητρίου Μπόκου
Α ν τ ι ύ λ η
Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ. 26820-25861/23075/6980.898.504
e-mail: antiyli.gr@gmail.com
Σάββατο 31 Ιουλίου 2021
Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι σε τοιχογραφίες χριστιανικών ναών μαζί με αγίους!
Ποιοι μεγάλοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και συγγραφείς απεικονίζονται σε τοιχογραφίες χριστιανικών ναών και μονών και για ποιους λόγους – Μερικές από τις σπουδαίες μονές και εκκλησίες όπου βρίσκονται οι τοιχογραφίες αυτές – Απόδειξη της άμεσης σχέσης αρχαίας Ελλάδας και Ορθοδοξίας
Σε πολλά άρθρα μας με κάποιο θρησκευτικό περιεχόμενο, υπάρχουν πολλά σχόλια τα οποία κατηγορούν τον Χριστιανισμό και θεωρούν ότι υπήρξε η αιτία για την παρακμή της αρχαίας Ελλάδας ενώ θεωρούν ότι ο Χριστιανισμός ευθύνεται και για τη σημερινή κατάσταση του ελληνισμού, που σίγουρα είναι μάλλον αποκαρδιωτική.
Αναρωτιόμαστε όμως, επανερχόμενοι στο θέμα αρχαία Ελλάδα – Χριστιανισμός: γνωρίζουν αυτοί οι αναγνώστες τις προφητείες και τις αναφορές που υπάρχουν σε έργα ή ρήσεις αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και «φωτογραφίζουν» την έλευση του Ιησού Χριστού; Γνωρίζουν επίσης ότι σε πολλές και σημαντικές μονές, αλλά και ναούς της χώρας μας συναντάμε τοιχογραφίες στις οποίες συνυπάρχουν διαπρεπείς αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και συγγραφείς με αγίους της Ορθόδοξης εκκλησίας; Είναι τυχαία όλα αυτά; Ας εξετάσουμε το θέμα με περισσότερες λεπτομέρειες, γνωρίζοντας ότι οπωσδήποτε δεν μπορούμε να παραθέσουμε όλα τα μοναστήρια και τους ναούς με αρχαίους φιλοσόφους και αγίους.
Οι προφητείες των αρχαίων Ελλήνων για τον Ιησού Χριστό
Όπως αναφέρει, ιδιαίτερα εύστοχα κατά τη γνώμη μας, ο Λάμπρος Κ.Σκόντζος, δίκαια οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι θεωρούνται από την Ορθόδοξη εκκλησία ως «προ Χριστού Χριστιανοί» και εικονίζονται σε ναούς και μοναστήρια ως άγιοι μεταξύ αγίων.
Εκτός από έναν Θεό-δημιουργό, οι μεγάλοι Έλληνες σοφοί της αρχαιότητας γνώριζαν και προφήτευαν τον ερχομό του Ιησού Χριστού. Ο πρώτος που αναφέρεται στην κατάπτωση από το «χρυσό γένος» στο «σιδηρούν γένος» είναι ο Ησίοδος (8ος – 7ος π. Χ. αι.), που θεωρεί ότι οι άνθρωποι του «χρυσού γένους» ζούσαν ανάμεσα στους θεούς με ευδαιμονία, ενώ η πτώση στο «χρυσό γένος» έφερε τη δυστυχία στην ανθρωπότητα. Στα «Έργα και Ημέρες» ο Ησίοδος γράφει ότι το ζητούμενο είναι η επιστροφή στο «χρυσό γένος».
Ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος στο έργο του «Προμηθεύς Δεσμώτης», ευεργέτης και λυτρωτής των ανθρώπων, καρφωμένος από τους θεούς στον Καύκασο, προλέγει ότι ο λυτρωτής του θα γεννηθεί από τον Θεό και την παρθένα Ιώ. Μάλιστα ο Αισχύλος προβλέπει πότε θα γεννηθεί ο λυτρωτής: μετά από δεκατρείς γενιές. 450 χρόνια αφότου διδάχτηκε ο Προμηθεύς Δεσμώτης γεννήθηκε ο Ιησούς. Η έννοια της γενιάς, σχετικά με τη χρονική της διάρκεια, δεν είναι σταθερή. Για παράδειγμα σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι γύρω στα 30 έτη. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι ο Αισχύλος προέβλεψε κατά προσέγγιση το πότε θα γεννηθεί ο Χριστός.
Ο μεγάλος φιλόσοφος Σωκράτης, όπως είναι γνωστό, δεν άφησε κανένα γραπτό έργο. Έτσι στην «Απολογία Σωκράτους» του μαθητή του Σωκράτη Πλάτωνα, εκφράζει τη βέβαια προσδοκία του για τη σωτηρία από τον Θεό, ενώ στο έργο του Πλάτωνα «Αλκιβιάδης» σε ερώτηση του, επίσης μαθητή του, Αλκιβιάδη για το ποιος θα τον διδάξει πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε σε θεούς και ανθρώπους, Ο Σωκράτης απάντησε: «Αυτός ο οποίος φροντίζει και για σένα» και ότι θα έρθει «όχι μετά από πολύ χρόνο». Θυμίζουμε ότι ο Σωκράτης πέθανε πίνοντας το κώνειο το 399 π. Χ.
Αλλά και ο Πλάτωνας (427 – 347 π. Χ. αναφέρεται σ’ έναν μελλοντικό δίκαιο άντρα ο οποίος θα έρθει στη Γη και θα διδάξει δικαιοσύνη. Περιγράφει επίσης τα βασανιστήρια που θα περάσει αυτός, όχι βέβαια με απόλυτη ακρίβεια, ωστόσο μιλάει για το τέλος του που θα έρθει με ανασκολοπισμό. Ανάλογο με την προφητεία του Πλάτωνα στην «Πολιτεία Β» είναι και ένα κείμενο του Ησαΐα περί του «Πάσχοντος Δούλου».
Όσο αναφορά την Πυθαγόρεια παράδοση, ο Πυθαγόρας, ως ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες φιλόσοφους έλεγε ότι: «έστι τε Θεός και ούτος πάντων κύριος», «ένα και μόνον διδάσκει Θεόν είναι» κατά τον Ιάμβλιχον και Πορφύριον. Ο δε πυθαγόρειος Θεωρίδας στο περί φύσεως σύγγραμμά του γράφει: «Μια δ’ άρα των όντων αρχά μεν όντως αληθινά, μια κείνη γαρ εν αρχά τέ εστιν εν και μόνον». Στον ένα και μοναδικό Θεό, είχαν αναφερθεί επίσης ο Ηράκλειτος, ο Εμπεδοκλής, ο Πλούταρχος, ο Τίμαιος κ.ά.
Ο Μέγας Αθανάσιος (296 – 373) αναφέρεται σε μια σειρά από προφητείες σπουδαίων αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, όπως του Σόλωνα και του Αριστοτέλη. Ειδικά ο Σταγειρίτης φιλόσοφος (384 – 322 π.Χ.) γράφει τα εξής συγκλονιστικά: «Ακατάβλητη φύση θεού θα γεννηθεί, η οποία δεν έχει αρχή. Από αυτόν λοιπόν αποκτά ουσία ο παντοδύναμος λόγος». Αλλά και ο Σόλωνας (648 – 558 π. Χ.) εντυπωσιάζει: «Αυτός είναι ο οποίος ήρθε από τους ουρανούς, αφού υπέταξε το αθάνατο πυρ της φλογός. Αυτόν τρέμει ο ουρανός, η γη και η θάλασσα, η τάρταροι και οι υποχθόνιοι δαίμονες, τρισμακάριος ο ίδιος ο πατέρας».

Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου - Μεταμορφώσεως του Σωτήρος
Θα αναρωτηθεί εύλογα κάποιος. Πού βρίσκονται όλα αυτά; Οι αναφορές αυτές απαλείφθηκαν από τους φανατικούς παγανιστές (ειδωλολάτρες) των πρώτων χριστιανικών αιώνων για να μη δίνουν «τροφή» στους Χριστιανούς Απολογητές. Ωστόσο, ο Μέγας Αθανάσιος, βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, πρόλαβε και διέσωσε τις πολύτιμες αυτές μαρτυρίες. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε τον περίφημο βωμό που είχαν αφιερώσει οι αρχαίοι Αθηναίοι «τω αγνώστω θεώ» και βρήκε ο Απόστολος Παύλος όταν επισκέφτηκε την πόλη. Τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτού του κεφαλαίου προέρχονται από μία εξαιρετική μελέτη του Λάμπρου Κ. Σκόντζου.
Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και άγιοι σε ναούς και μονές
Ερχόμαστε τώρα στο θέμα το οποίο μας ώθησε να γράψουμε το σημερινό, διαφορετικό από τα συνηθισμένα, άρθρο. Γνωρίζουμε ότι στην ιερά μονή Μεγάλου Μετεώρου στα Μετέωρα συναντάμε τοιχογραφίες στις οποίες συνυπάρχουν αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς και φιλόσοφοι και άγιοι της εκκλησίας μας. Το ίδιο και σε κάποιες μόνες του Αγίου Όρους. Αναζητώντας περισσότερες λεπτομέρειες, ανακάλυψα στο διαδίκτυο τα εξής: οι τοιχογραφίες βρίσκονται στον προαύλιο χώρο της ιεράς μονής Μεγάλου Μετεώρου. Εικονίζονται ο Σόλωνας, η Σίβυλλα, ο Σωκράτης, ο Πυθαγόρας, ο Όμηρος, ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας, ο Πλούταρχος και δίπλα τους ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας του δεύτερου μ. Χ. αιώνα.
Αλλά και στο Άγιο Όρος υπάρχουν ανάλογες τοιχογραφίες. Στο νάρθηκα του παρεκκλησίου της Πορταϊτίσσης στην ιερά μονή Ιβήρων του Άθω εικονίζεται ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος. Σύμφωνα με την πατρολογία του Μέγα Αθανασίου, ο Χίλων είχε πει: «Άφθαρτος φύσις του θεού θα γεννηθεί, εξ αυτού δε ο ίδιος ως και λόγος».
Το Άγιο Όρος έχει όμως και πολλούς κρυμμένους θησαυρούς. Και σε άλλες μονές υπάρχουν τοιχογραφίες με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, όπως π. Χ. ο Πλάτωνας. Δεν αποκαλύπτονται όμως σε όλους τους επισκέπτες. Μία από αυτές τις μονές είναι η αρχαιότερη του Άθω, η μονή μεγίστης Λαύρας, ενώ «υψηλός επισκέπτης» προσκεκλημένος στη μονή Βατοπαιδίου μας εκμυστηρεύτηκε ότι είχε την χαρά και την τιμή να ξεναγηθεί σε χώρους με ανάλογες τοιχογραφίες…
Συζητήσαμε για το θέμα με μια εξαίρετη πανεπιστημιακό, μέχρι πριν λίγο καιρό,
την κυρία Βασιλική Σολωμού - Παπανικολάου, καθηγήτρια Φιλοσοφίας του
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Μας είπε πως, απ’ ό,τι γνωρίζει, δεν έχουν ασχοληθεί
πολλοί με το θέμα. Η άποψή της είναι ότι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι
θεωρούνταν κάτι σαν πρόδρομοι του Χριστιανισμού και γι’ αυτό απεικονίζονται σε
τοιχογραφίες ναών και μονών. Μας έδωσε επίσης μια πολύτιμη πληροφορία. Πως
ανάλογες τοιχογραφίες, υπάρχουν στη μονή Γόλας (Ζωοδόχου Πηγής ), της
Λακωνίας.

Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου Φιλανθρωπινών
Για όσους δεν γνωρίζουν, ειλητάρια είναι χαρτιά τυλιγμένα γύρω από έναν ξύλινο κύλινδρο που περιέχει λειτουργικά κείμενα. Η μονή ξανακτίστηκε και αποπερατώθηκε το 1632. Ως αγιογράφος της, φέρεται ο ξακουστός σε εκείνη την εποχή Δημήτριος Κακαβάς που ήταν επηρεασμένος από την Κρητική Σχολή.
Ευχαριστούμε θερμά για μία ακόμη φορά την κυρία Βασιλική Σολωμού -Παπανικολάου για τις πολύτιμες πληροφορίες που μας έδωσε. Η κυρία Σολωμού-Παπανικολάου μας είχε δώσει πληθώρα στοιχείων και φωτογραφία του αείμνηστου, πρόωρα χαμένου φιλοσόφου Σπύρου Κυριαζόπουλου(1932-1977), στο οποίο είχαμε αναφερθεί εκτενώς σε άρθρο μας στις 13/4/2019. Χαιρόμαστε αφάνταστα γιατί το άρθρο μας αυτό έγινε αφορμή να εκδηλωθεί έντονο ενδιαφέρον για τον αδικοχαμένο φιλόσοφο. Ήδη έχει λημματογραφηθεί στη Βικιπαίδεια ευχαριστούμε τον συντάκτη του άρθρου για την παραπομπή του σε μας), έγιναν εκπομπές στο ραδιόφωνο για αυτόν κλπ.
Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα του άρθρου μας. Μια άλλη μονή στις τοιχογραφίες της οποίας υπάρχουν αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι είναι η Μονή Αγίου Νικολάου, Φιλανθρωπινών ή ( Φιλανθρωπηνών ), στη δυτική όχθη του νησιού της λίμνης των Ιωαννίνων. Οι Φιλανθρωπινοί ήταν ονομαστή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης που εγκαταστάθηκαν στα Γιάννενα μετά το 1204 ( άλωση της Πόλης από τους Λατίνους σταυροφόρους). Η μονή χτίστηκε το 1272. Όταν λειτουργούσε, υπήρχε σ' αυτή σχολείο αρχαίων ελληνικών.
Τον 16ο αιώνα, η μονή ανακαινίστηκε και τοιχογραφήθηκε. Στις τοιχογραφίες της απεικονίζονται οι: Πλάτωνας, Απολλώνιος ο Τυανεύς (δείτε σχετικό άρθρο στις 13/2/2019), ο οποίος από κάποιους ταυτίζεται με τον Χριστό, ο Σόλωνας ,ο Αριστοτέλης, ο Πλούταρχος, ο Θουκυδίδης και ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος. Όλοι αυτοί, προφανώς θεωρούνται προάγγελοι του χριστιανισμού.
Μια ακόμα εκκλησία στην οποία εντοπίσαμε, διαδικτυακά, αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, είναι ο ιερός ναός Αγίας Παρασκευής στη Σιάτιστα του Νομού Κοζάνης. Όπως διαβάσαμε στο διαδίκτυο, δεξιά από το ιερό υπάρχει μια κρύπτη που πιστεύεται ότι «φιλοξενούσε» κρυφό σχολειό. Μεγάλη αξία για το σημερινό μας άρθρο όμως, έχει ο γυναικωνίτης του Ναού της Αγίας Παρασκευής.
Σ’ αυτόν υπάρχει μια αγιογραφία που θυμίζει έντονα απεικόνιση του ‘’bing bang,,! Σε άλλη αγιογραφία στον γυναικωνίτη, απεικονίζονται ο Πλούταρχος, ο Αριστοτέλης, ο Σόλωνας, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτωνας και η Σίβυλλα (για όσους δεν γνωρίζουν, οι Σίβυλλες ήταν μάντισσες του αρχαίου κόσμου που έδιναν χρησμούς σε κατάσταση έκστασης. Ζούσαν σε απομακρυσμένες σπηλιές αλλά και κοντά σε πηγές)
Και στη Ζάκυνθο όμως, υπάρχει κάτι ανάλογο, στον ιερό ναό του Πολιούχου και προστάτη του νησιού Αγίου Διονυσίου. Εκεί στον χώρο τον γυναικωνίτη, έχουν εικονογραφηθεί οι εξής: Πλούταρχος, Αισχύλος, Σοφοκλής, Αριστοτέλης, Σωκράτης, Πλάτωνας, Σόλωνας και Θουκυδίδης. Στην Ιερά Μονή Ευαγγελίστριας στα Άνω Πεδινά, ένα από τα ζαγοροχώρια του νομού Ιωαννίνων σε ένα από τα τέσσερα τόξα του τρούλου, υπάρχει φιλοτεχνημένη Σίβυλλα.
Στη Σιάτιστα πάλι, στον ιερό ναό του Προφήτη Ηλία, έχουμε απεικόνιση των Σόλωνα Αριστοτέλη, Πλάτωνα, Θουκυδίδη, Πλούταρχου και Σίβυλλας. Ο ναός ανεγέρθηκε το 1701 και αγιογραφήθηκε το 1744 από τον Αναστάσιο Ιωάννου Καλούδη, τον γιο και τον κουνιάδο του, από το Καπέσοβο, ένα από τα Ζαγοροχώρια του νομού Ιωαννίνων. Πιθανότατα υπάρχουν κι άλλοι ναοί ή μονές με παραστάσεις αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και συγγραφέων. Νομίζουμε ότι είναι ένα άκρως ενδιαφέρον θέμα που δεν είχε απασχολήσει όσο θα έπρεπε την Εκκλησία μας.
Τι συμβολίζει η παρουσία αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων και συγγραφέων σε τοιχογραφίες χριστιανικών ναών;
Η απεικόνιση αρχαίων Ελλήνων σοφών κυρίως στον νάρθηκα ναών και μοναστηριών, εμφανίζεται τον 10ο αιώνα και δεν περιορίζεται στον ελλαδικό χώρο αλλά υπάρχει και στην Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Οι μελετητές διαφωνούν για τον λόγο αυτής της απεικόνισης. Ο Α. Ξυγγόπουλος, θεωρεί ότι οι σοφοί εντάσσονται μέσα στο εικονογραφικό θέμα της «Ρίζας του Ιεσσαί» που αναπαριστά τη γενεαλογία του Ιησού.
Από τον 16ο αιώνα στη «Ρίζα του Ιεσσαί», συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα στους άμεσους προγόνους του Ιησού οι προφήτες και όσοι μίλησαν για τον ερχομό του Σωτήρος. Οι βυζαντινοί σε αυτούς, συμπεριλάμβαναν και τους αρχαίους Έλληνες σοφούς.
Ο Κ. Σπετσιέρης, θεωρεί ότι η απεικόνιση των Ελλήνων σοφών είναι πράξη καθαγιασμού τους και αναγνώριση της προσπάθειάς τους να υπερβούν την πολυθεΐα, διαμορφώνοντας μια υψηλότερη ιδέα περί πνευματικού Θεού, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για τη χριστιανική διδασκαλία. Τέλος ο Φ.Κ Βώρος θεωρεί ότι το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται ιδιαίτερα μεταξύ 16ου-18ου αιώνα και είναι έκφραση εθνικής αφύπνισης και προσπάθεια προβολής και ανασύνδεσης με την κλασική αρχαιότητα, που αποτελεί το παρελθόν μας (Πηγή: Καλλιόπη Μπόντα-Ντουμανάκη,‘’ Από την πολιτιστική κληρονομιά της Σιάτιστας: ΙΙ. Εκκλησίες - Αρχοντικά- Δημόσια Κτίρια).
Κατά την άποψή μας, η απεικόνιση αρχαίων Ελλήνων σοφών και συγγραφέων σε χριστιανικές τοιχογραφίες, διαψεύδει κατηγορηματικά όλους εκείνους που ισχυρίζονται ότι η αρχαία Ελλάδα και ο Χριστιανισμός δεν έχουν καμία απολύτως σχέση. Διαψεύδει επίσης και εκείνους που διαρκώς αναμοχλεύουν φαιδρός απόψεις περί «μη συνέχειας» του Ελληνισμού! Τι ήταν αυτοί που απεικόνιζαν τον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη σε χριστιανικούς ναούς; Τούρκοι; Σλάβοι; Βούλγαροι; Ας αφήσουν επιτέλους τις αστήρικτες ιδεοληψίες τους. Ναι, ο ελλαδικός χώρος δέχτηκε πολλές επιδρομές.
Ναι, υπήρξαν επιμειξίες με ξένους λαούς. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία όμως οι σύγχρονοι Έλληνες (όχι οι επήλυδες βέβαια), είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Είτε αρέσει σε κάποιους και κάποιες ,είτε όχι. Η επιστήμη, με πιο πρόσφατη τη γενετική το έχει αποδείξει περίτρανα. Τα καφενειακά επιχειρήματα όσων ισχυρίζονται το αντίθετο είναι παντελώς ανυπόστατα…
Πηγή: protothema, Μιχάλης Στούκας
Δευτέρα 21 Ιουνίου 2021
Σχόλιο στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος και της Πεντηκοστής
Προς Θεού, όχι αεροστεγείς!
Η λέξη «πνεύμα» σημαίνει φύσημα, άνεμος. Από τον πλούτο της πανανθρώπινης εμπειρίας και των ανθρώπινων γλωσσών, αυτό –το φύσημα, ο άνεμος– προκρίθηκε, για να σκιαγραφηθεί μια ύπαρξη ασύλληπτη, ελεύθερη, ασυμμάζευτη: το Άγιο Πνεύμα. Γιατί έτσι εμφανίζεται στην χριστιανική αφήγηση αυτή η θεϊκή υπόσταση: ως κάποιος που βρίσκεται παντού, γεμίζει τα πάντα, χαρίζεται σε όλους, αγγίζει όλους, μα… δεν αρπάζει κανέναν!
Παρόν παντού, κι ωστόσο μάστορας στην έκπληξη! Ίσως ακούγεται παράδοξο αυτό, γιατί κάτι που ήδη βρίσκεται εδώ, δεν αποτελεί έκπληξη! Μα ακριβώς αυτή η παραδοξολογία θέλει να δείξει πως για την πίστη το Πνεύμα δεν είναι μια απρόσωπη απεραντοσύνη (όπως είναι π.χ. το πέλαγος ή η ατμόσφαιρα ή η βαρύτητα), αλλά μια απεραντοσύνη με προσωπικότητα.
Είναι μάστορας στην έκπληξη, γιατί φέρνει απρόσμενες προοπτικές, οι οποίες δεν μπορούν να γεννηθούν από τη νομοτέλεια της φύσης και από την εντελέχεια του κόσμου. Χαρίζει στο σύμπαν δυνατότητες τις οποίες αυτό δεν τις έχει από μόνο του. Το προσκαλεί δηλαδή σε έναν νέο τρόπο ύπαρξης, όπου τον τελευταίο λόγο δεν τον έχει ο θάνατος. Είναι ο τρόπος ύπαρξης μιας συντροφιάς η οποία δονείται από την αγάπη, δίχως λήξη και δίχως πλήξη. Γιατί καθένας της συντροφιάς κινείται αδιάκοπα με πόθο προς τους άλλους, και ποτέ όλοι τους δεν γίνονται πολτός, ούτε κονιορτός. Τη συντροφιά αυτή οι χριστιανοί την λένε Αγία Τριάδα.
Θάνατος είναι το βιολογικό τέρμα, θάνατος είναι και η μισαλλοδοξία, θάνατος και οι μικροί ή μεγάλοι ολοκληρωτισμοί. Το Άγιο Πνεύμα λοιπόν φυσά στα μάτια για να καθαρίσει τη ματιά, φυσά στην καρδιά για να την αποτοξινώσει, φυσά απελευθέρωση, φυσά ώστε η ζωή να γίνει κοινωνία με την ουσιαστικότερη έννοια του κοινωνείν: ολόκληρη η ζωή να είναι ολονών, κι όχι να κατακερματίζεται σαν λεία που την μοιράζονται μεταξύ τους πειρατές. Και κάθε εταίρος αυτής της ζωής να είναι πρόσωπο διαφορετικό και μοναδικό, μα όχι μοναχικό – σαν τη συντροφιά που προανέφερα δηλαδή.
Μπορεί όλα αυτά να μοιάζουν αφηρημένες καλολογίες. Τι να κάνουμε όμως; Ακόμα κι όταν μιλάμε για τα αβυσσαλέα του έρωτα, πάλι ο λόγος μπορεί να ηχεί σαν φλυαρία. Μα, ποιον άλλο δρόμο έχουμε, εκτός του να σμιλεύουμε τις φράσεις μας με σεβασμό στις λέξεις, ώστε αυτές να μας παραπέμπουν σε νοήματα και σε πράγματα πέρα κι απ’ αυτές τις ίδιες; Αυτήν ή αυτόν που αγαπώ δεν έχει νόημα να τον αναλύσω χημικά. Τη φωτιά της αγάπης την συνδαυλίζει η ποίηση, όχι οι μικροβιολογικές απαντήσεις. Παρόμοια, δεν έχω να αναλύσω το Πνεύμα, έχω όμως να λέω για τις εκπλήξεις του και για τις ανατροπές του και για το αδάμαστό του. Έτσι, λοιπόν, το Άγιο Πνεύμα είναι σαν άνεμος (μα δεν είναι άνεμος), είναι σαν περιστέρι (μα δεν είναι περιστέρι), είναι σαν φωτιά (μα δεν είναι φωτιά)!
Πώς περιγράφει το ευαγγέλιο την εισβολή του Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής στο σπίτι όπου ήταν μαζεμένοι οι μαθητές του Χριστού; Σαν τη βουή που κάνει ο δυνατός άνεμος, και σαν γλώσσες φωτιάς. Και με την εισβολή του ανοίγει την παρέα εκείνη στην οικουμένη. Η αφήγηση μιλά για το άνοιγμα στην ετερότητα και στην πολυεθνικότητα, στους ανθρώπους από δεκαέξι διαφορετικούς λαούς που βρίσκονταν στην πόλη τότε, και οι οποίοι καταλάβαιναν τα λόγια των αποστόλων καθένας στη δική του γλώσσα. Αυτό κι αν είναι φώτιση! Εκείνο που είχε φέρει πριν από πενήντα μέρες ο Χριστός (δηλαδή η Ανάσταση, η θανάτωση του θανάτου) γίνεται τώρα δώρο και πρόσκληση προς όλη την οικουμένη.
Στην καθιερωμένη (βυζαντινή) εικόνα της Πεντηκοστής οι μαθητές δεν σχηματίζουν κύκλο, δηλαδή δεν συγκροτούν πια μια αυτάρκη παρεούλα ή μια περίλκειστη φράξια. Κάθονται έτσι ώστε να σχηματίζεται ημικύκλιο ή πέταλο, δηλαδή μια κοινότητα ανοιχτή. Δείτε ότι στο κάτω μέρος της εικόνας ζωγραφίζεται ανθρωπομορφικά, γενειοφόρος και με ανοιγμένα χέρια, ο κόσμος όλος. Στου κόσμου τα πάθια και τις αγωνίες μάς ανοίγει το Πνεύμα! Και θα ανταποκριθούμε, αν μείνουμε ασκεπείς την ώρα της επίσκεψής του, και αν γουστάρουμε τρελά να εκτεθούμε στον ανυπόταχτο άνεμο. Αναμαλλιασμένοι ναι, αεροστεγείς όχι!
Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, Αν. Καθηγητή της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθήνας, Διευθυντή του περιοδικού «Σύναξη»Εφημερίδα “Δήμος και Πολιτεία” Αρ. φύλλου 13
Αναστάσιος
Δευτέρα 10 Μαΐου 2021
Υπομονή: Η ξεχασμένη αρετή
Σύμφωνα μέ τό Λεξικό τοῦ Δημητράκου εἶναι ἡ κατάστασις καί τό ἀποτέλεσμα τοῦ ὑπομένω.
Καί σύμφωνα μέ τό τοῦ Σταματάκου Λεξικό ὑπομονή εἶναι ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ ἀνοχή, ἡ ἀντοχή. Προέρχεται δέ ἀπό τό ρῆμα ὑπομένω, πού σημαίνει μένω πίσω, καρτερῶ.
Μέσα στήν ψυχολογία ἡ ὑπομονή συνδέεται μέ τό τρίτο στάδιο τῆς ἀνθρώπινης ἡλικίας.
Στήν παιδική ἡλικία ὑπάρχει τό πεῖσμα.
Πεῖσμα, ἐπιμονή, ὑπομονή.
Τό πεῖσμα συμβαδίζει μέ τήν νηπιακή καί τήν παιδική ἡλικία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἐπιμονή εἶναι ἡ ἐξέλιξη τοῦ πείσματος, ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ ἐφηβεία εἶναι τό ἑπόμενο στάδιο στήν πορεία τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος. Αὐτοί πού ἦταν πεισματάρικα παιδιά, ἐξελίχθηκαν σέ ἐπίμονους.
Εἶναι πολλές οἱ συνθῆκες πού ἀπαιτοῦνται γιά τήν μετατροπή της σ’ ἐργαλεῖο, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι πρέπει νά ὑπάρχουν ἐξ ἀρχῆς ὅλες. Μία συνθήκη, ἡ σπουδαιότερη ἴσως, εἶναι ἡ ἀποδοχή. Ὅταν ἡ ἐπιμονή καταφέρνει ν’ ἀναγνωρίζει τήν ἀνοησία πού τήν διακρίνει, τότε ἔχει προοπτικές χρησιμότητας. Ὅταν ἡ ἐπιμονή ἀποδεικνύεται σέ καθημερινές πράξεις γιά τήν βελτίωση τοῦ ἴδιου τοῦ φορέα, τότε εἶναι ἡ σκάλα πού θά ὁδηγήσει στήν ὑπομονή.
Ἡ ὑπομονή. Πόσο παρεξηγημένη εἶναι αὐτή ἡ λέξη. Αὐτός πού τήν ἔχει θεωρεῖται μεγαλοπρεπής ἀλλά καί ἀνόητος. Αὐτός πού ἔχει καταφέρει νά ἀποδέχεται, γιατί ἡ ὑπομονή σημαίνει ἀποδοχή, θεωρεῖται μοιρολάτρης.
Ὑπομονή θά πεῖ...
Νά πονᾶς, ἀλλά νά μήν καταβάλλεσαι.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά μήν παραφέρεσαι.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά μήν μεμψιμοιρεῖς.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά μήν γκρινιάζεις.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά μήν γίνεσαι ἀντικοινωνικός.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά μήν γίνεσαι πρόβλημα στό περιβάλλον σου.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά μένεις ὄρθιος.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά χαμογελᾶς.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά δοξολογεῖς.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά προσφέρεις.
Νά πονᾶς, ἀλλά νά προσεύχεσαι.
..................
Καί πάλι· Τί εἶναι ἡ ὑπομονή;
Τί εἶναι ἡ ὑπομονή;
Τουναντίον, ὅπως τό γνωρίζουμε ὅλοι, πρόκειται γιά τήν ἐσωτερική ἐκείνη δύναμη, ἡ ὁποία τόν ἱκανώνει νά ἔχει ἐγκαρτέρηση στίς δυσκολίες, στίς ἀσθένειες, τή φτώχεια, τίς στερήσεις, τούς θανάτους… ................................
................................
Ἀναφέρει σχετικά πάλι ἕνας σύγχρονος Ἱεράρχης:
Πρῶτον.Ἡ ὑπομονή εἶναι:
ἡ πυρηνική δύναμη γιά τήν πνευματική μας ζωή,
ἡ θωράκισή μας στά δίσεκτα χρόνια καί στούς ἀποκαλυπτικούς καιρούς τῆς ἀποστασίας πού ζοῦμε,
ἡ συνισταμένη ὅλων τῶν ἀρετῶν. Τήν συνθέτει ἡ ἐμπιστοσύνη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ταπείνωση.
Τήν ὀνόμασαν:
δύναμη τῆς ψυχῆς,
κλειδί, πού ἀνοίγει ὅλες τίς πόρτες,
στόλισμα γενναίων ψυχῶν καί
βράχο, πάνω στόν ὁποῖο συντρίβονται ὅλοι οἱ πειρασμοί.
.......................................
Ἐάν ὅλα αὐτά εἶναι ἡ ὑπομονή, τότε τό ἀντίθετο τῆς ὑπομονῆς ἡ ἀνυπομονησία τί εἶναι; Εἶναι:
— Ἡ ἀνυπομονησία εἶναι τό ἆγχος τοῦ ἐγωϊσμοῦ ἤ ἡ κραυγή τοῦ πεινασμένου στομαχιοῦ του.
— Ἡ ἀνυπομονησία εἶναι καρπός ὑπαρξιακῆς ἀνασφάλειας καί μαρτυρία δαιμονικῆς ἀναμίξεως στίς ὑποθέσεις μας.
— Ἡ ἀστοχία καί ἀποτυχία στά μεγάλα θέματα τῆς ζωῆς μας.
— Ἡ ἀνυπομονησία εἶναι ἐχθρός τῆς εἰρήνης καί σύμβουλος τῆς ἐγκληματικότητος.
— Δειλία πού πολλάκις παρουσιάζεται μέ ἔνδυμα γενναιότητος.
— Εἶναι ὑπαρξιακή ἄρνησις τοῦ Σταυροῦ, πρόδρομος τῆς ἀπελπισίας.
— Πρόδρομος τοῦ θυμοῦ καί συνοδός μας στήν κόλασι.
— Ἡ ἀνυπομονησία γεννᾶ στεῖρα δάκρυα, ἀδιακρισία καί πνευματική τυφλότητα.
— Μικρή ἀνυπομονησία κηλιδώνει τίς μεγάλες ἀρετές καί μεγάλη τίς σκοτώνει.
— Ἡ ἀνυπομονησία μοιάζει μέ ὑστερική καί ἄτεκνη γυναῖκα, ἐνῶ ἡ ὑπομονή μοιάζει μέ χαριτωμένη καί πολύτεκνη μητέρα.
— Ἡ ἀνυπομονησία μοιάζει μέ τούς πολύγλωσσους ἀπατεῶνες τῆς σύγχρονης κοινωνίας· πότε ὁμιλεῖ μέ ψεύδη καί προφάσεις, πότε μέ κολακεῖες ἤ ἀπειλές, πότε μέ ὕβρεις καί συκοφαντίες, πότε μέ νοσηρούς συναισθηματισμούς καί ὑστερικότητες, πότε μέ διαπληκτισμούς καί ἐγκληματικότητες.
— Ἡ ἀνυπομονησία εἶναι ἡ πόρτα ἀπό τήν ὁποία ὑποχρεώνουμε τόν Κύριο νά φύγει ἀπό τή ζωή μας.
Χαριτώνει τόν ἄνθρωπο καί σώζει τήν οἰκογένεια
Παρασκευή 16 Απριλίου 2021
Η ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Οἱ Χαιρετισμοὶ εἶναι ἕνας μεγαλόπνοος ὕμνος πρὸς τὴν Παναγία. Τὴν ὑμνοῦμε μὲ τὰ λαμπρότερα λόγια τῆς ἀνθρώπινης γλώσσας γιὰ τὴν ἀνεπανάληπτη ὡραιότητα ποὺ περιβάλλει τὴν ὑπέροχη μορφή της. Ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἐγκώμια, ποὺ ὁ ποιητὴς τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ἀπευθύνει στὸ πρόσωπό της, εἶναι καὶ ὁ στίχος: «Χαῖρε δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα».
Ἡ Παναγία εἶναι ὁ μεγάλος πρέσβυς μας μπρὸς στὸν Θεό. Ἡ πρεσβεία της γιὰ τὸν κόσμο εἶναι ἀδιάκοπη. Καὶ εὐχαρίστως εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεό. Σὰν τὸ εὐωδιαστὸ θυμίαμα. Γιατί ὁ Θεὸς δέχεται τόσο εὐχάριστα τὴν πρεσβεία τῆς Παναγίας;
Ἀναφέρεται πὼς ὁ σοφὸς Σολομώντας, βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, μὲ τὸν μοναδικὸ πλοῦτο καὶ τὴ δύναμη ποὺ εἶχε ἀποκτήσει, ἔστησε γιὰ τὸν ἑαυτό του στὸ παλάτι του ἕνα χρυσὸ καὶ ψηλὸ θρόνο. Γύρω ἀπ’ αὐτὸν δορυφοροῦσαν οἱ φρουροί του. Ὅποιος ἤθελε νὰ μιλήσει στὸν βασιλιά, εἶχε δικαίωμα νὰ πλησιάσει μόνο μέχρι τὰ ἕξι μέτρα ἀπὸ τὸν θρόνο. Ὄχι περισσότερο. Μιὰ μέρα μπαίνει ἀναπάντεχα στὴν αἴθουσα τοῦ θρόνου ἡ μητέρα του. Ὅπως ἦταν καθιερωμένο, στέκεται στὰ ἕξι μέτρα ἀπ’ τὸν βασιλιὰ καὶ ἀρχίζει νὰ τὸν παρακαλεῖ γιὰ κάποιο ζήτημα. Τότε ὁ Σολομώντας σηκώνεται ἀμέσως ἀπὸ τὸν θρόνο του καὶ τὴν καλεῖ νὰ πλησιάσει κοντά του.
- Ἐσὺ εἶσαι ἡ μάνα μου, τῆς λέγει, ἡ σεβαστὴ καὶ μοναδικὴ μάνα μου. Γιὰ σένα δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀπαγόρευση. Ἀνέβα στὸν θρόνο καὶ ζήτησέ μου ὅ,τι θέλεις. Ἐσὺ δὲν εἶσαι σὰν τὸν λαό μου καὶ τοὺς ὑπηκόους μου. Στὶς προσταγές σου εἶναι καὶ ὁ βασιλιάς. Μὴ διστάζεις, μίλα ἐλεύθερα.
Ἂν ὁ σοφὸς Σολομώντας τίμησε τόσο τὴ μητέρα του, ὁ Βασιλιὰς τῶν Οὐρανῶν, ὁ Θεός, ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν τιμήσει τὴ δική του μητέρα, τὴν Παναγία; Αὐτὸς ποὺ ἔδωσε τὸν νόμο: «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου», ποὺ μερίμνησε γιὰ τὴν Παναγία ἀκόμα καὶ κατὰ τὴν τελευταία του στιγμὴ πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν παρέδωσε στὸν μαθητή του Ἰωάννη νὰ τὴ φροντίζει, συνέχισε καὶ στὸν οὐρανὸ νὰ τὴν τιμᾶ καὶ νὰ τὴ δοξάζει. Ἔφτιαξε θρόνο ὑψηλὸ στὸν οὐρανὸ καὶ τὴν ἔβαλε νὰ καθίσει στὰ δεξιά του. «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44, 10). Ἡ Παναγία ἔγινε Βασίλισσα τῶν ἀγγέλων, κάθεται πλάι στὸν Υἱό της καὶ τοῦ μιλάει συνέχεια γιὰ τὰ ὑπόλοιπα τέκνα της, τοὺς ἀνθρώπους. Πρεσβεύει, μεσιτεύει γιὰ μᾶς.
Καὶ ὁ Χριστός; Ἀκούει τὴ μητέρα του; Ἔχει ἀξία ἡ πρεσβεία της; Ἢ μάταια τὸν παρακαλεῖ;
Λέγει ὁ φωτισμένος διδάσκαλος τοῦ γένους μας Ἠλίας Μηνιάτης:
- Σ’ ὅλους τοὺς ἁγίους μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ πεῖ κάποτε ὄχι. Μόνο ἕνας ἄνθρωπος ὑπάρχει, στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς δὲν λέγει ποτὲ ὄχι. Ἡ Παναγία. Γιατὶ στοὺς ἁγίους λέγει: Ἔχετε χρέος νὰ παρακαλεῖτε. Ἐνῶ στὴν Παναγία λέγει: Ἐσὺ ἔχεις τὴ χάρη νὰ ζητᾶς. Ἄλλο τὸ χρέος κι ἄλλο ἡ χάρη. Ἡ Παναγία εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς ἁγίους. Οἱ ἄλλοι ἅγιοι εἶναι ἁπλῶς δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μάνα τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ κι ἔχουν χρέος νὰ παρακαλοῦν. Ἐνῶ ἡ Παναγία εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ καί, χωρὶς νὰ παρακαλέσει, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴ δύναμη νὰ κάνει ὅποιο θαῦμα θέλει.
Λοιπόν; Ὄχι μόνο ἀκούει τὶς πρεσβεῖες τῆς μητέρας του ὁ Χριστός, μὰ τῆς ἔχει δώσει τὸ ἐλεύθερο νὰ ζητάει ὅ,τι θελήσει.
Κι ἐμεῖς; Ἔχουμε καταλάβει τί σημαίνει γιὰ μᾶς ἡ Παναγία; Ἐμπιστευόμαστε τὴ ζωή μας στὰ χέρια της; Ἀξιοποιοῦμε τὴ μεγάλη δωρεὰ νὰ τὴν ἔχουμε μεσίτρια μπροστὰ στὸν Θεό; Καὶ μάνα μας;
Ἐκείνη μᾶς θεωρεῖ παιδιά της. Μᾶς θέλει κοντά της. Ὄχι μόνο γιὰ νὰ τῆς ὑποβάλλουμε τὰ αἰτήματά μας. Ἀλλὰ κυρίως γιὰ νὰ βλέπουμε τὴν ἁγία ζωή της. Καὶ νὰ βαδίζουμε στὰ ἴχνη της. Κατὰ τὴ μάνα, νὰ γίνονται καὶ τὰ παιδιά της. Αὐτὴ θά ΄ταν ἡ μεγαλύτερη τιμὴ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τῆς κάνουμε.
Κι αὐτὴ σὰν μάνα θὰ κάνει σίγουρα τὸ καλύτερο γιὰ τὰ παιδιά της. Θὰ καίει πάντα τὸ εὐωδιαστὸ θυμίαμα τῶν πρεσβειῶν της γιὰ μᾶς μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἂς μὴ σταματήσουμε λοιπὸν ποτὲ νὰ τῆς φωνάζουμε:
«Χαῖρε δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα».
«Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν».
Ἡ Χάρη της καὶ ἡ εὐχή της πάντοτε νὰ μᾶς ἀκολουθοῦν.
4 Ἀπριλίου 2008
π. Δημητρίου Μπόκου
«Ἀντιύλη» - Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Tηλ. 26820 23075 / 25861 / 6980 898 504. E-mail: antiyli.gr@gmail.com
Πέμπτη 15 Απριλίου 2021
Ὁ πάσχων Θεός, ὁ σύντροφος Θεός
Μία μέρα τά Ἔς-Ἔς ἀπαγχόνισαν τρεῖς ἑβραίους, δύο ἄντρες κι ἕνα ἀγόρι, μπροστά σ' ὅλους τους φυλακισμένους. Ἰδίως ἡ μοίρα τοῦ ἀγοριοῦ πάγωσε τούς παραταγμένους θεατές.
Τί μᾶς μεταφέρει ἐδῶ ὁ Βίζελ; Τήν ἀμηχανία, τό ἀδιέξοδο μπροστά στό ἀπόλυτο κακό. Τήν σπαραχτική ἀμηχανία πού ὁδηγεῖται στό ἐρώτημα: Τί κάνει ὁ Θεός μπροστά στόν ἀνυπόφορο πόνο καί στό ἀδιανόητο ἄδικο; Ἁπλά παρατηρεῖ;
Προδήλως ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού θεωροῦν βλάσφημο ἕνα τέτοιο ἐρώτημα. Καί ὅμως, ἄν πρόκειται γιά πραγματική κραυγή κι ὄχι γιά ρητορικό σχῆμα, τότε εἶναι ἐρώτημα πού μόνο πιστός μπορεῖ νά ξεστομίσει· ἄνθρωπος πού πιστεύει στόν Θεό καί τοῦ λείπει ὁ Θεός. Εἶναι ἐρώτημα βγαλμένο ἀπό τά ἔγκατα τῆς θρησκευτικῆς ἐμπειρίας, βιωμένο ἀπό ἀμέτρητους τυραννισμένους σέ ἀμέτρητες ἐποχές καί τόπους, τό ὁποῖο ὅμως τά ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης τό κατέστησαν ἐμβληματικό. Εἶναι ἡ κραυγή τοῦ Ἱερεμία καί ἡ κραυγή τοῦ Δαβίδ, πού θέτουν τό ἀρχαῖο ἐρώτημα γιά τήν ἀρχαία ἀγωνία:
Κύριε, ἐσύ εἶσαι δίκαιος. Πῶς μπορῶ νά διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον σου; Ὅμως θέλω νά σέ ρωτήσω κάτι σχετικά μέ τή δικαιοσύνη: Γιατί εὐτυχοῦν οἱ ἀσεβεῖς; [2]
Ὡς πότε, Κύριε, οἱ ἀσεβεῖς, ὡς πότε οἱ ἀσεβεῖς θά θριαμβεύουν; [...] Τσακίζουν, Κύριε, τό λαό σου, καταπιέζουνε ἐκείνους πού σου ἀνήκουν. Χῆρες καί ξένους ἐξοντώνουν, καί τά ὀρφανά δολοφονοῦν. Λένε: «Δέ βλέπει ὁ Κύριος· τίποτα δέν καταλαβαίνει ὁ Θεός τοῦ Ἰακώβ»[3].
Εἶναι τό περίφημο ἐρώτημα τῆς θεοδικίας: Πῶς συμβιβάζεται ἡ κυριαρχία τοῦ κακοῦ στόν κόσμο, μέ τήν ὕπαρξη ἑνός Θεοῦ πού εἶναι πανάγαθος καί παντοδύναμος; Ἀπαντήσεις ἔχουν δοκιμαστεῖ πάμπολλες. Ὅσο, ὅμως, συμπαγεῖς κι ἄν εἶναι, παραμένει, πέρα ἀπό κάθε θεολογική ἐκλογίκευση, κάτι ἐντελῶς δυσβάστακτο: Τό νά καλπάζει ἀνεμπόδιστη ἡ ἀνείπωτη ὀδύνη, καί ὁ Θεός νά φαίνεται ὄτι παρακολουθεῖ βουβός τήν ἀγωνία τῶν θυμάτων.
Τό ἐρώτημα τό συναντᾶμε κάπως καί στή Μεγάλη βδομάδα. Ὁ Χριστός ὁδεύει πρός τή σταύρωσή του. Περνᾶ μπροστά ἀπό τή μητέρα του, ἡ ὁποία σπαράζει: «Δός μοί λόγον, Λόγε. Μή σιγῶν παρέλθεις μέ»[4]. Μπορεῖ νά εἶναι ἡ κραυγή ὅλων τῶν μανάδων πού εἶδαν τά παιδιά τους νά πεθαίνουν πρίν ἀπό αὐτές. Ἀλλά ὁ Χριστός τήν προσπερνᾶ σιωπηρός. Λίγο ἀργότερα, ἐπί τοῦ σταυροῦ, ὁ ἴδιος κραυγάζει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μέ ἐγκατέλειψες;». Τό ἀξιοπαρατήρητο εἶναι ὅτι αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό τόν 22ο Ψαλμό, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπό δύο μέρη. Στό πρῶτο μέρος ὁ δίκαιος παραπονεῖται στό Θεό γιά ἐγκατάλειψη. Στό δεύτερο μέρος, ἀφήνεται στό Θεό μέ ἐμπιστοσύνη. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἐπί τοῦ σταυροῦ χρησιμοποίησε μόνο τό πρῶτο μέρος τοῦ Ψαλμοῦ· ἐξέφρασε μόνο τήν ἐγκατάλειψη[5]. Καί ἐνῶ στή βάπτιση εἶχε ἀκουστεῖ ἡ φωνή τοῦ Πατρός, καί ἐνῶ πρίν ἀπό τόν Μυστικό Δεῖπνο ὁ Πατέρας ἐπίσης διαβεβαίωσε ὅτι τό πάθος τοῦ Υἱοῦ θά ἦταν ὁ δοξασμός του, κατά τήν ἀγωνία ἐπί τοῦ σταυροῦ δέν ἔρχεται φωνή ἐξ οὐρανοῦ. Βρισκόμαστε στά ἔγκατα ἑνός μυστηρίου.
Ξαναγυρίζω στήν ἀφήγηση τοῦ Βίζελ καί συνεχίζω ἀπό τό σημεῖο ὅπου σταμάτησα, ἀπό τό ψιθυριστό ἐρώτημα, δηλαδή, «Ποῦ εἶναι τώρα ὁ Θεός;»:
Καί τότε ἄκουσα μέσα μου μία φωνή νά ἀπαντᾶ: «Ποῦ εἶναι; Ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι. Κρέμεται σ' αὐτές τίς ἀγχόνες»[6].
Τήν ἀπάντηση αὐτή μπορεῖ κάποιος νά τήν ἐννοήσει ὡς θανάτωση - ἐκμηδένιση τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὡς πραγματική ἀπόσυρση καί ἀπουσία του στό ἑξῆς ἀπό τήν ἀνθρώπινη ζωή. Ὁ ἴδιος ὁ Βίζελ βίωσε ἕναν τέτοιο μηδενισμό, ζώντας, σύν τοῖς ἄλλοις, τήν κατάρρευση καί ἐν τέλει τόν θάνατο τοῦ συγκρατούμενου πατέρα του, τόν ὁποῖο μάταια ὁ ἔφηβος Ἐλιέζερ πάσχισε νά βοηθήσει[7]. Ἀλλά καί μετά ἀπό πολλά χρόνια, ἦταν χαρακτηριστικός ὁ διάλογος πού καταγράφει ὁ Βίζελ στά ἀπομνημονεύματά του. Ρώτησε ὁ ἴδιος τόν ραβίνο: «Πῶς μπορεῖς νά πιστεύεις στόν Θεό μετά τό Ἄουσβιτς;». Καί ὁ ραβίνος τοῦ ἀπάντησε, «Πῶς μπορεῖς νά μήν πιστεύεις στόν Θεό μετά τό Ἄουσβιτς;», ἐξηγώντας ὅτι μόνο στόν Θεό μπορεῖ νά πιστεύει κανείς ἀπό τή ὥρα πού στό Ἄουσβιτς ἀχρειώθηκε καί ἡττήθηκε ἡ ἀνθρωπότητα. Ὁ Βίζελ δέχτηκε τά λόγια του ὡς ἄλλο ἕνα ἐρώτημα, τά ἀπέρριψε ὅμως ὡς ἀπάντηση[8].
Ὡστόσο, ἡ θανάτωση τοῦ Θεοῦ μπορεῖ πράγματι νά διαβαστεῖ διαφορετικά, καί νά ἀνοίξουν ἄλλοι ὁρίζοντες - χωρίς πάντως αὐτό νά σημαίνει ὅτι πρόκειται γιά εὔκολο ἐγχείρημα.
Ἡ ματιά μᾶς χρειάζεται νά στραφεῖ ἀκριβῶς σ' αὐτόν πού κρέμεται στήν ἀγχόνη ἤ, ἀλλιῶς, σ' αὐτόν πού κρεμᾶται ἐπί ξύλου. Εἶναι τό παράδοξό του Σταυροῦ. Γιατί ἄραγε ὄ Χριστός δέν ἔμεινε ἀπέθαντος; Ή, γιατί δέν πέθανε σέ βαθειά γηρατειά ἕναν θάνατο ἤρεμο καί τιμημένο, περίπου σάν αὐτόν ποῦ ὀνειρεύεται ὁ Βάρναλης στή «Μάνα τοῦ Χριστοῦ», περιτριγυρισμένος ἀπό ἀγαπημένα πρόσωπα;[9] Τό κλειδί ἴσως βρίσκεται ἀκριβῶς ἐδῶ: Ὁ Χριστός ἦρθε γιά πόλεμο. Ἦρθε γιά νά καταστρέψει τά ἔργα τοῦ διαβόλου[10]. Καί ἐνῶ εἶχε τήν ἐξουσία νά μήν πεθάνει καν, πεθαίνει θάνατο μέ τά πιό ἀκραία χαρακτηριστικά: θάνατο ὀδυνηρό, ἀτιμωτικό καί σέ ἐγκατάλειψη. Γιατί; Διότι αὐτή εἶναι ἡ ἀνθρώπινη κατάσταση. Ἄν ὁ Χριστός πέθαινε ἄλλον θάνατο, τότε ἡ ἐνανθρώπισή του δέν θά ἦταν πλήρης. Δέν θά εἶχε προσλάβει τήν πληρότητα τοῦ ἀνθρώπου, τίς ἐσχατιές τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τήν ἄβυσσο τοῦ παράλογου πού τυραννᾶ τόν ἄνθρωπο. Ὁ Χριστός φορτώθηκε ἑκούσια στόν ἑαυτό τοῦ τό τραγικό, γιά νά διανοίξει στό τραγικό μίαν ἐνδοχώρα, τήν ὁποία αὐτό ἀπό μόνο τοῦ δέν ἔχει. Ἄν τό τραγικό δέν τό συναντήσει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἄν ἐνδοχώρα δέν γίνει ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ, τότε τό τραγικό θά εἶναι τό τέρμα τῶν πάντων.
Ποιός, λοιπόν, κρεμάστηκε στόν σταυρό; Ποῦ σημαίνει, ποιός ἀναμετρήθηκε μέ τό τραγικό αὐτοπροσώπως; Ποιός ἔπαθε;
Ἡ ἀπάντηση πού συχνά δίνεται, εἶναι ὅτι ἐπί τοῦ σταυροῦ ὁ Χριστός ἔπαθε ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά ὡς Θεός ἔμεινε ἀπαθής, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει πάθος, ὀδύνη καί ἄρα μεταβολή στόν Θεό. Ἡ σκέψη αὐτή ἔχει πολύ παλιές ρίζες. Ἤδη τό ἀντάμωμα τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν ἑλληνορωμαϊκό κόσμο εἶχε δημιουργήσει μία ἔνταση, ἕνα ἐρώτημα, μία διελκυστίνδα.
Ἀπό τή μία, ὁ Θεός τῆς Βίβλου παρουσιάζεται ὡς ἕνας Θεός σέ κίνηση, σέ δράση, ἕνας Θεός ἐργαζόμενος καί ζηλωτής. Ἕνας Θεός πού σέ ἄλλα σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἐμφανίζεται νά ἔχει ἀμετάβλητες ἀποφάσεις, καί ἄλλοτε ἐμφανίζεται νά ἀλλάζει γνώμη - κι αὐτή ἡ ἀλλαγή (ἡ σπλαχνική, μάλιστα, ἀλλαγή) εἶναι ἀκριβῶς αὐτό πού θλίβει τόν Ἰωνά, ὅταν διαπιστώνει ὅτι ὁ Κύριος τελικά δέν θά καταστρέψει τούς Νινευίτες, ὅπως εἶχε προαναγγείλει[11]. Σέ κάθε περίπτωση, μέσα ἀπό ἕνα μπαράζ ποιητικῶν καί ἀνθρωποπαθῶν ἐκφράσεων ἡ Βίβλος δίνει τή διαβεβαίωση ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι μία οὐσία ἀδρανής καί ἄσχετη πρός τήν ἱστορία.
Ὁ Θεός τῶν φιλοσόφων, ἀπό τήν ἄλλη, ἑδραζόταν στήν ἰδέα ὅτι γιά νά εἶναι Θεός ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά γνωρίζει οἱαδήποτε κίνηση, ἀλλαγή, πάθος. Αὐτή ἡ φιλοσοφική ἀντίληψη φαινόταν νά ἐνισχύει τίς ὅποιες ἑβραϊκές τάσεις ὑπέρ ἑνός ἀπαθοῦς Θεοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ πρῶτος πού ἔγραψε πραγματεία περί τοῦ ἀμεταβλήτου του Θεοῦ ἦταν ὁ Φίλων ὁ Ἰουδαῖος (20 πΧ - 50 μΧ), ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν προσπάθησε νά συγκεράσει τήν ἑλληνιστική φιλοσοφία μέ τόν Ἰουδαϊσμό[12].
Ἔτσι, στό διάβα τῶν αἰώνων, συχνά τονίστηκε ἐξαιρετικά τό ἀπαθές του Θεοῦ, σέ ἀντιδιαστολή πρός τό παθητό τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ[13]. Σά νά λέμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς πάσχει, ὁ Υἱός ὅμως ἁπλῶς παρακολουθεῖ. Ἡ στατικότητα ἀναδεικνυόταν σέ κύριο χαρακτηριστικό του Θεοῦ, γιά νά ἐξασφαλιστεῖ ἡ πληρότητά του: τό ἀνενδεές καί τό ἀμετάβλητό του. Αὐτή ὅμως ἡ στατικότητα ἔφερε τόν Θεό σέ ἀγεφύρωτη ἀπόσταση ἀπό τόν ἄνθρωπο, καί ἰδίως σέ στιγμές ὅπου ἡ ἀνθρώπινη τραγικότητα κορυφωνόταν μέσα στό αἷμα, τόν πόνο καί τό παράλογο.
Μετά, λοιπόν, τήν ἐμπειρία τοῦ Ἄουσβιτς, καί ἀντιδρώντας στήν ἰδέα ἑνός ἀμέτοχου Θεοῦ, σημαντικοί θεολόγοι ὅπως οἱ ρωμαιοκαθολικοί Χέριμπερτ Μύλεν (1927 - 2006) καί Χάνς Κύνγκ (1928- ), οἱ προτεστάντες Γιοῦργκεν Μόλτμαν (1926- ) καί Τσόαν-Σέν Σόνγκ (1929- ), καί ἄλλοι, μίλησαν, μέ διαφορετικές ἐμφάσεις ὁ καθένας, γιά πάθος τοῦ Θεοῦ ἤ γιά πάθος τῆς θεότητας, ἀκόμα καί γιά μεταβολή τοῦ ἴδιου του Θεοῦ[14]. Σέ διάλογο μέ ὁρισμένους ἀπό αὐτούς ἀπό Ὀρθόδοξης πλευρᾶς ἦρθε ὁ π. Δημήτριος Στανιλοάε (1903-1993), σέ ἄλλα σημεῖα συμφωνώντας καί σέ ἄλλα διαφωνώντας, ὅπως θά δοῦμε παρακάτω. Ἀλλά ἄς ξεκινήσουμε μέ μία ψηλάφηση τῆς Ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας (ἡ ὁποία συχνά θολώνει σέ ἀλαζονεία).
Τό περισπούδαστο βιβλίο τοῦ Μόλτμαν ἐπιγράφεται Ὁ σταυρωμένος Θεός[15]. «Βλασφημία!», μοῦ εἶπε κάποιος εὐσεβής φίλος πρό καιροῦ, ὅταν τοῦ τό ἀνέφερα. «Ἐσταυρωμένος ἄνθρωπος ναί, ἐσταυρωμένος Θεός ποτέ»! Δέν τοῦ ζήτησα νά διαβάσει τό βιβλίο. Τοῦ ζήτησα μόνο νά σκύψει στή Ὀρθόδοξη παράδοση. Καί νά προσέξει ὅτι τή Μεγάλη Πέμπτη οἱ πιστοί ἀπευθύνονται στόν Χριστό περίπου μέ τόν τίτλο τοῦ βιβλίου τοῦ Μόλτμαν, λέγοντας: «Σέ τόν σταυρωθέντα Θεόν ἠμῶν ὑμνοῦμεν»[16]. Ἀκόμα παραπέρα: τή Μεγάλη Πέμπτη θά ἀκούσουμε τόν συγκλονιστικό ὕμνο: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν κρεμάσας». Ποιός, λέει ὁ ὕμνος, ὅτι κρεμᾶται ἐπί ξύλου; Ὁ ἄνθρωπος Ἰησοῦς; Ὄχι. Ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν κρεμάσας κάποτε, δηλαδή ὁ δημιουργός· ὁ Θεός. Καί πῶς ὀνομάζει, τή Μεγάλη Παρασκευή ἡ ὑμνολογία μας τήν ταφή τοῦ Χριστοῦ; Ταφῆ ἑνός ἄδειου κουφαριοῦ; Ὄχι! Τήν ὀνομάζει «θεοσωμόν ταφήν». Ἡ ὑμνολογία, δηλαδή, μιλᾶ γιά συμμετοχή τοῦ ἴδιου του Θεοῦ (τοῦ Υἱοῦ, δηλαδή) στό πάθος!
Μήπως, ὅμως, αὐτές οἱ ἐκφράσεις τῆς ὑμνολογίας δέν πρέπει νά ληφθοῦν ὑπόψη κυριολεκτικά; Μήπως λένε καί δύο λόγια παραπάνω, λόγω ποιητικῆς ἀδείας; Νομίζω πώς συμβαίνει τό ἀντίθετο! Οἱ ὕμνοι αὐτοί (καί εἶναι δεκάδες στίς μεγαλοβδομαδιάτικες ἀκολουθίες) ἀποτυπώνουν ὁλοζώντανα τήν καρδιά τοῦ μυστηρίου, ὅπως αὐτή ἔχει ἐκφραστεῖ σέ μία ἀπό τίς ἀρχαιότερες ὁμολογίες τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία παραδόθηκε στόν Παῦλο, ὁ ὁποῖος καί μᾶς τήν παρέδωσε κατόπιν: «Ὁ Χριστός πέθανε, σύμφωνα μέ τίς Γραφές, γιά τίς ἁμαρτίες μᾶς»[17].
Σέ σχέση μέ αὐτές τίς δύο ἀντίθετες τάσεις (ἀφ' ἑνός τή φιλοσοφική ἐννόηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀκίνητης οὐσίας, καί ἀφ' ἑτέρου σύγχρονες θεολογίες τοῦ οἰκουμενικοῦ χώρου πού μιλοῦν γιά ἕναν θεό προσωπικό μέν, ἀλλά ἀνολοκλήρωτο, ὁ ὁποῖος μεταβάλλεται καί εἶναι ἐν τῷ γίγνεσθαι), ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία καλεῖται νά διαλεχθεῖ, νά μαρτυρήσει καί νά γονιμοποιήσει δυναμικά στοιχεῖα τῆς παράδοσής της. Θά προσπαθήσω νά ἐπισημάνω κάποια.
Ἡ δογματική μας λέει ὅτι στήν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ ἡ ἕνωση τῶν δύο φύσεων (τῆς θεϊκῆς καί τῆς ἀνθρώπινης) εἶναι ὑποστατική. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι μία ὑπόσταση, ἕνα πρόσωπο, μέ δύο φύσεις. Ἐπί τοῦ σταυροῦ, λοιπόν, ἔπαθε ὁ Θεάνθρωπος - ὄχι ἁπλῶς ἕνας ἄνθρωπος ὀνόματι Ἰησοῦς. Ἔτσι, κατά ἕναν μυστήριο τρόπο, ὁ ἴδιος ὁ Θεός συμμετεῖχε στήν ὀδύνη καί τό πάθος, χωρίς ταυτόχρονα νά ὑφίσταται ἀλλοίωση ἡ θεία φύση του. Εἶναι ἕνα μυστήριο ἀσύλληπτο, τό ὁποῖο ὅμως διασφαλίζει τήν πληρότητα τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί τήν ἀληθινή συμμετοχή του στή ἱστορία.
Δέ τό χωράει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας ἀπό τόν Βιβλικό Θεό. «Ἔκστηθι φρίττων, οὐρανέ», ψάλλεται τό βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, «καί σαλευθήτωσαν τά θεμέλια της γής. Ἰδού γάρ, ἐν νεκροῖς λογίζεται ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν καί τάφω σμικρῶ ξενοδοχεῖται» [μτφρ: «Ἄλλαξε ὄψη, οὐρανέ, ἀπό τή φρίκη σου, καί τά θεμέλια της γής ἄς τρανταχτοῦν. Γιατί αὐτός πού σ' ἀπέραντα ὕψη κατοικεῖ, μ' ὅλους τους πεθαμένους λογαριάζεται καί σέ μικρό καί ξένο τάφο καταλύει»][18].
Τή μυστήρια συμμετοχή τοῦ Θεοῦ στό πάθος τή φωτίζει κάπως ἕνα ἰδιαίτερο κεφάλαιο τῆς δογματικῆς παράδοσης: ἡ ἀντίδοση ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ[19].
Ἀντίδοση ἰδιωμάτων σημαίνει ὅτι οἱ ἰδιότητες καθεμιᾶς ἀπό τίς δύο φύσεις τοῦ Θεανθρώπου δέν μένουν περίκλειστες στήν ἀντίστοιχη φύση, ἀλλά τελούν σέ ὄσμωση, σέ ἀλληλοπεριχώρηση μεταξύ τους. Ἔτσι, «κάθε τί πού ἔκανε [ὁ Χριστός] ὡς ἄνθρωπος, ἦταν ἐξ ἴσου θεία πράξη, ἀλλά αὐτός πού ἐνεργοῦσε δέν ἦταν ἡ θεία φύση. Ἐνεργοῦσε τό συγκεκριμένο πρόσωπο· ἦταν ὅλα πράξεις τοῦ Υἱοῦ» [20].
Αὐτοῦ του εἴδους ὁ θεοπασχητισμός (ὁ Ὀρθόδοξος θεοπασχητισμός), λοιπόν, ἀφορᾶ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Θεός Υἱός ἔζησε τό πάθος, διότι εἶναι αὐτός πού ἐνανθρώπησε. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται καί ἀπό ἄλλες ἐκβολές τῆς δογματικῆς παράδοσης. Οἱ Πατέρες, λ.χ., ἐπέμειναν ὅτι αὐτός τόν ὁποῖο γέννησε ἡ Θεοτόκος δέν ἦταν μία ἀνθρώπινη ὑπόσταση, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Θεός Λόγος (τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας), ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ ὁποίου ἦταν ἀπό τό πρῶτο δευτερόλεπτο ἀδιαίρετα ἑνωμένη μέ τή θεότητά του. Ἀκριβῶς ὑπ' αὐτό τό πρίσμα ἡ Παναγία ἀποκαλεῖται «Θεοτόκος», καί αὐτοί πού σταύρωσαν τόν Χριστό ἀποκαλοῦνται «θεοκτόνοι».
Χαρακτηριστικός εἶναι ἕνας ἀπό τούς ἀναθεματισμούς τῆς 5ης οἰκουμενικῆς συνόδου (553): Ἀναθεματίζεται ὅποιος δέν ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ (δηλαδή τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας· ὄχι ὁ ἄνθρωπος τάχα Ἰησοῦς) ἔπαθε κατά τό ἀνθρώπινο καί σταυρώθηκε κατά τό ἀνθρώπινο καί γεύτηκε θάνατο κατά τό ἀνθρώπινο[21]. Ὅτι στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεός γεύτηκε τήν ἀνθρώπινη ὀδύνη καί ἐγκατάλειψη, τό ψάλλουμε ἀδιάκοπα σέ ὅ,τι πιό προσιτό καί καθημερινό γιά τόν πιστό· στή θεία Λειτουργία:
Ὁ μονογενής Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀθάνατος ὑπάρχων καί καταδεξάμενος διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν σαρκωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, ἀτρέπτως ἐνανθρωπήσας, σταυρωθεῖς τέ, Χριστέ ὁ Θεός, θανάτω θάνατον πατήσας, εἷς ὧν τῆς Ἁγίας Τριάδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίω Πνεύματι, σῶσον ἠμᾶς[22].
Στήν ὀπτική αὐτή, λοιπόν, πάσχει (τό ἐπαναλαμβάνω) ὁ Χριστός, δέν πάσχει ὅμως ἡ θεία φύση. Αὐτή τή θέση τή βρίσκουμε διαχρονικά, μέχρι καί σέ σύγχρονους Ὀρθόδοξους θεολόγους[23]. Ἡ θεία φύση ἐξ ὁρισμοῦ βρίσκεται πέρα ἀπό κάθε λογής περιορισμούς, στούς ὁποίους, ἀντίθετα, ὑπόκεινται τά κτιστά ὄντα. Ὁ τρόπος, λοιπόν, μέ τόν ὁποῖον ὁ Θεός βιώνει περιορισμούς (ἐδῶ: ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον συμμετέχει στήν ὀδύνη), εἶναι ἡ ἐλεύθερη καί ἠθελημένη ἀπόφασή του, μία πράξη δηλαδή ἀκραίας ἀγάπης· αὐτή πού τολμηρά ὁ Παῦλος ὀνόμασε ἑκούσια κένωση (Φιλιπ. 2: 7).
Αὐτό, ὡστόσο, μπορεῖ, ἄραγε, νά σημαίνει ὅτι ἡ προαιώνια ἐνδοτριαδική ζωή (ἡ θεία ζωή καθαυτήν, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ὕπαρξη τοῦ κόσμου) εἶναι ἄσχετη πρός τήν ἔννοια τοῦ πάσχειν ἤ, καλύτερα, πρός κάθε ἔννοια τοῦ πάσχειν; Ἐδῶ χρειάζεται μεγάλη διάκριση. Γνωρίζουμε τήν ὀδύνη τή σύμφυτη μέ τήν κτιστότητα, δηλαδή τήν ὀδύνη τῶν ὑπάρξεων πού ἀνά πάσα στιγμή ροκανίζονται ἀπό τή φθορά. Τό ἀντίθετό της, ὅμως, δέν εἶναι ἡ ἀδράνεια καί ἡ ἀναισθησία. Δέν εἶναι, μήπως, αἰωνίως ἀγάπη ὁ Θεός (1 Ἰω. 4: 8); Τό ὅτι εἶναι ἀγάπη, σημαίνει ὅτι καθαυτόν ὁ τρόπος ὕπαρξής του εἶναι ἡ ἠθελημένη ἀγαπητική κίνηση, τό ἀγαπητικό ἄνοιγμα, ἡ ἀγαπητική δεξίωση καθενός Προσώπου τῆς Τριάδας πρός τά ἄλλα. Ἐπειδή προαιωνίως εἶναι ἀγάπη, γι' αὐτό καί μᾶς ἀγαπᾶ - γι' αὐτό καί μᾶς δημιούργησε. Ἡ πρός ἐμᾶς ἀγάπη του, δηλαδή, δέν ἀποτελεῖ προσθήκη πάνω σέ μία ἀδρανῆ καί ἀναίσθητη θεία ὕπαρξη, ἀλλά συνιστᾶ ἔμπρακτο καί ἑκούσιο ξεχείλισμα τῆς ζωῆς τοῦ[24]. Ὑπ' αὐτή τήν ἔννοια, ἡ συμμετοχή τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρώπινη ὀδύνη (πού ψηλαφήσαμε παραπάνω) ἔχει τά ριζώματά της στήν ἐνδοτριαδική ζωή. Ὁ Πατήρ καί τό Πνεῦμα δέν σαρκώθηκαν μέν καί δέν γεύτηκαν θάνατο, συμμετέχουν ὅμως σέ ὅλο τό ἐγχείρημα τοῦ Χριστοῦ μέσω καί λόγω τῆς ἀγάπης τους, ἡ ὁποία κάνει, χαρακτηριστικά, τό Πνεῦμα νά μεσιτεύει στόν Πατέρα γιά μᾶς «μέ στεναγμούς πού δέν μποροῦν νά ἐκφραστοῦν μέ λέξεις» (Ρώμ. 8: 26). Νά τό ποῦμε αὐτό «ὀδύνη»; Νά τό ποῦμε «πάθος»; Νά τό ποῦμε, καλύτερα, «ἀπαθές πάθος»; Μποροῦμε νά τό ποῦμε μέ ὅποιον τρόπο δυνηθεῖ ἡ ἀδύναμη γλώσσα μας, ἀρκεῖ καλοπροαίρετα καί διαυγῶς νά συνομολογήσουμε τί παλεύουμε νά ψηλαφίσουμε[25]. Καί νά μή γινόμαστε, βέβαια, ἀστεῖοι, φανταζόμενοι ὅτι θά δυνηθοῦμε νά περιγράψουμε ἐπαρκῶς ἕνα μυστήριο... Ὁ Στανιλοάε φωτίζει κάπως τήν ἔννοια τοῦ «ἀπαθοῦς πάθους», ἀφ' ἑνός ὑπογραμμίζοντας τήν κινητικότητα τῆς ἐνδοτριαδικῆς ζωῆς, καί ἀφ' ἑτέρου ἀποσυνδέοντας τήν ἀπό τήν ἀγωνία ἡ ὁποία στοιχειώνει τήν ἀνθρώπινη κινητικότητα, ὡς ἀναμονή ἀνταπόκρισης τοῦ ἄλλου στήν ἀγάπη πού τοῦ ἐκπέμψαμε. Στόν Θεό, τόσο ἡ κίνηση πρός τό ἄλλο Πρόσωπο ὅσο καί ἡ ἀνταπόκριση τοῦ ἄλλου Προσώπου εἶναι ταυτόχρονες καί ἀκαριαῖες[26]. Δέν πρόκειται γιά πάθος σάν τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε ὅμως καί γιά ἀπάθεια σάν τοῦ ἀδρανοῦς θεοῦ τῶν φιλοσόφων.
Τίς ἀνθρωπομορφικές διατυπώσεις μας, πού ἀφοροῦν τόν Θεό, στό πλαίσιο ἑνός λόγου ἀφηγηματικοῦ, ποιητικοῦ καί παραβολικοῦ, τίς παρακολουθεῖ βεβαίως ὁ κίνδυνος στρεβλώσεων καί ἀπολυτοποίησης τῶν διαφόρων εἰκόνων. Ἀλλά ποιά ἀνθρώπινη διατύπωση εἶναι ἐλεύθερη ἀπό αὐτόν τόν κίνδυνο; Ἡ δογματική παράδοση, πού ψηλαφίσαμε παραπάνω, ἐκφράζεται κατά βάσιν μέ ὅρους ὀντολογίας. Ποιός κίνδυνος καραδοκεῖ ἐδῶ; Ὁ κίνδυνος, ἡ ἐπικέντρωσή μας στό «εἶναι» τοῦ Θεοῦ δίκην «χημικῆς» προσέγγισής του, νά ἐνισχύει τήν ἐννόησή του ὡς ἀδρανοῦς ὑπάρξεως, νά ἐμφανίζει τή συνάντησή μας μαζί του ὡς ἕνα εἶδος «χημικῆς ἕνωσης», καί νά ἀδυνατίζει τή δυναμική ἑνός Θεοῦ πού πράττει ἀπελευθερωτικά μέσα στήν ἱστορία. Ἡ δυναμική αὐτή συνέχει δίκην ραχοκοκαλιᾶς ὁλόκληρη τήν ἀποκάλυψη ἀνέκαθεν, δηλαδή ἀκόμα καί πρίν νά διατυπώσει ἡ Ἐκκλησία τούς λεπτούς Τριαδολογικούς καί Χριστολογικούς ὅρους της. Ἡ Ἐκκλησία ὑπῆρξε κάποτε καί χωρίς τίς διατυπώσεις αὐτές, δέν ὑπῆρξε ποτέ ὅμως χωρίς τήν ἐν λόγω δυναμική. Πολύ ζωντανά τή δυναμική αὐτή τήν ἀποδίδουν οἱ ἀνθρωπομορφικές βιβλικές ἐκφράσεις, οἱ ὁποῖες, ὅταν (ὅπως εἴπαμε) δέν ἀπολυτοποιοῦνται, ἀφήνουν χῶρο στό μυστήριο καί ὡς πρός τοῦτο συναντιώνονται μέ τήν ἀποφατική παράμετρο τῆς θεολογίας. Οἱ ὀντολογικές κατηγορίες, ἐν τέλει, οὔτε ἀχρηστεύουν οὔτε ὑποκαθιστοῦν τήν ἀφηγηματικότητα καί τήν παραβολικότητα. Ὅλων τῶν εἰδῶν τά λεξιλόγια εἶναι πολύτιμα, ἀλλά οὐδέν αὔταρκες.
Μετά ἀπό αὐτή τή δογματική παρέκβαση, τά ἐρώτημα, γιά ἀκόμη μία φορά, εἶναι τί συνεπάγεται ἡ πίστη γιά τήν καθημερινότητα, τήν ὀδύνη, τήν ἀδικία καί τό παράλογο πού λυσσομανᾶ μέσα στή ἱστορία. Ἡ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, τελικά, εἶναι ἁπλῶς κάτι πού ἔλαβε χώρα καί τελείωσε γιά νά τή διαδεχτεί ἡ Ἀνάσταση; Ἤ μήπως ἡ σταύρωση συνεχίζει καί ἀποτελεῖ μία πραγματικότητα τῆς ἱστορίας, ὅσο ἡ ἱστορία συνεχίζει νά εἶναι τό πεδίο ἀναμέτρησης τῶν φιλόθεων καί ἀντίθεων δυνάμεων;
Ἡ Ἀνάσταση εἶναι τό μέλλον μας. Εἶναι τό ἔσχατο πού εἰσβάλλει στήν ἱστορία. Ἀλλά τήν Ἀνάσταση τήν στοιχειώνει, τή συνοδεύει γιά πάντα ἡ σταύρωση, ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ἡ σταύρωση δείχνει τί λογής γεγονός εἶναι ἡ Ἀνάσταση: ὅτι δηλαδή δέν εἶναι οἱοδήποτε ξαναζωντάνεμα, ἀλλά εἶναι ἡ νίκη τῆς θυσιαστικῆς Ἀγάπης ἐπί τοῦ θανάτου. Ὑπ' αὐτή τήν ἔννοια, ἡ σταύρωση δέν εἶναι ἡ ἥττα, τήν ὁποία διαδέχεται ἡ νίκη, ἀλλά εἶναι ἡ νίκη, τήν ὁποία διαδέχεται ἡ νίκη. «Ἡ Ἀνάστασις», ἔχει ἐπισημάνει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «ἀποκαλύπτει [...] καί συνεχίζει τή νίκη ἐπί τοῦ Σταυροῦ [...]. Ἡ δύναμις τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἀκριβῶς "ἡ δύναμις τοῦ Σταυρού"»[27].
Ναί. Ἡ ἱστορία εἶναι ἕνας πόλεμος μέχρις Ἐσχάτων. Καί μέσα σ' αὐτό τόν πόλεμο, συχνά ὁ Χριστός «ἡττᾶται» καί κάνει ζωή τοῦ τήν ὀδύνη, τό παράλογο, τήν ἐγκατάλειψη. Μέχρι τήν τελική νίκη τῶν ἐσχάτων, ὅσο ἀκόμη μανιάζει τό δαιμονικό καί ἡ ἀπανθρωπιά, ὁ Χριστός ὄχι μόνο εἶναι μέ τά θύματα τῆς ἱστορίας, ἀλλά γίνεται ἕνα θύμα τῆς ἱστορίας. Τό δόγμα τοῦ πάσχοντος Θεοῦ (τοῦ πάσχοντος αὐτοπροσώπως μέσα στήν ἱστορία) δίνει τή βάση γιά μία πολιτική θεολογία (πολιτική μέ τήν εὐρεία ἔννοια, τῆς ἔγνοιας καί τῆς εὐθύνης ἀπέναντι στόν κοινό βίο), ἡ ὁποία ὀφείλει νά πεῖ εὐθαρσώς: Ὁ κόσμος αὐτός δέν εἶναι θέλημα Θεοῦ. Ὁ κόσμος αὐτός ὀφείλει νά ἀλλάξει[28].
Οἱ Χριστιανοί, εἶχε πεῖ ὁ Φλωρόφσκυ, «πρέπει νά κατανοοῦν πώς ἡ κοινωνική ἀθλιότητα εἶναι ἡ συνεχιζόμενη ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ, πού ὑποφέρει ἀκόμη στό πρόσωπο τῶν μελῶν τοῦ»[29]. Καί ὁ Στανιλοάε προχώρησε ἀκόμη παραπέρα, καί μίλησε γιά τή συμμετοχή τοῦ Χριστοῦ στήν ὀδύνη ὄχι μόνο τῶν μελῶν του, ἀλλά κάθε ἀδικημένου: Ὁ Χριστός «ἐξισώνει τήν ἀξία τῶν ἀνθρώπων πού πάσχουν, μέ τήν δική του ἀξία [...]. Δείχνει ὅτι αὐτός ὁ ἴδιος πάσχει μέ τούς πάσχοντες»[30]. Αὐτό τό εἶχε ἐκφράσει περίφημα ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής στό ἔργο τοῦ «Μυσταγωγία», στό ὁποῖο ἑρμηνεύει τή θεία Λειτουργία. Ἀντίθετα πρός μονιστικές, ἐσωστρεφεῖς θεωρήσεις τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, ὁ Μάξιμος κλείνει τήν ἑρμηνεία του μέ ἕναν ὕμνο γιά τό ἄνοιγμα στό πρόσωπο τοῦ ἀδικημένου, ἕναν ὕμνο πρός τήν ἀλληλεγγύη: Ὡς τό τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς ὁ Χριστός ὑποφέρει μυστικά τίς ὀδύνες τῶν ἀδυνάτων καί καλεῖ τούς πιστούς νά τόν μιμηθοῦν, νά διακονήσουν τό πάθος τῶν ἀνθρώπων πάσχοντας οἱ ἴδιοι. Ὁ Μάξιμος συνδέει τήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνο μέ τή μυστηριακή ζωή ἤ ἕναν ἐσωτερισμό (ὅπως συνήθως κάνουν πολλοί), ἀλλά μέ τήν φιλάνθρωπη πράξη (τήν ὁποία, ἀντίστοιχα, ἀπαξιώνουν πολλοί). Καί ταυτόχρονα μιλᾶ ρητά γιά μυστική ὀδύνη τοῦ Θεοῦ μέχρι τό τέλος τῆς ἱστορίας.
Τίποτα δέν εἶναι τόσο ἐπιτήδειο γιά τή θέωση καί γιά τήν προσέγγιση τοῦ Θεοῦ, ὅσο τό ἔλεος πού προσφέρεται ἀπό τό βάθος τῆς ψυχῆς μέ ἱκανοποίηση καί χαρά σέ ὅσους τά ἔχουν ἀνάγκη. Ὁ Λόγος ἔδειξε ὅτι εἶναι Θεός αὐτός πού ἔχει ἀνάγκη νά εὐεργετηθεῖ [...]. Κι ἄν εἶναι Θεός ὁ φτωχός ἀπό συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε φτωχός γιά μας καί δέχεται μέ ἀγάπη ἐπάνω στόν ἑαυτό τοῦ τά πάθη τοῦ καθενός κι ὡς τό τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς ἀνάλογα πρός τό πάθος καθενός πάντα θά ὑποφέρη μυστικά ἀπό ἀγάπη, εἶναι φανερό κατά φυσικό λόγο ὅτι περισσότερο θεός θά εἶναι αὐτός, πού μιμητής τοῦ θεοῦ, θεραπεύει ὅπως ὁ Θεός τῶν ἄλλων τά πάθη ἀπό φιλανθρωπία μέ δικό του πάθος καί δείχνει πώς ἔχει μέσα τοῦ κατ' ἀναλογία τήν ἴδια μέ τό Θεό δύναμη σωστικῆς πρόνοιας. [31]
Σύγχρονα θεολογικά κείμενα συνήθως νοοῦν τή συσταύρωση τοῦ πιστοῦ μέ τόν Χριστό μονάχα ὡς καταπολέμηση τῶν παθῶν τοῦ πιστοῦ. Δέν εἶναι ὅμως μόνο αὐτό. Εἶναι καί ἡ συμμετοχή σέ ἕνα ἀπελευθερωτικό ἔργο μέσα στήν ἱστορία. Στήν πραγματικότητα ἀμφότερα (ἡ καταπολέμηση τῶν παθῶν καί ἡ στροφή πρός τόν ἄλλον) εἶναι παράμετροι τοῦ ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἔργου. Ἡ ἀπελπισία πού ἀποτυπώνει ὁ Βίζελ ρέπει πρός τόν θάνατο. Ἀφήνει τόν ἄνθρωπο νά τερματίσει στήν ὀδύνη. «Σ' αὐτό τό μέρος», εἶχε πεῖ ὠμά καί ρεαλιστικά ἕνας συγκρατούμενος στόν μικρό Βίζελ, συμβουλεύοντας τόν νά μή μοιράζεται τή μερίδα του μέ τόν ἑτοιμοθάνατο πατέρα του, «δέν ὑπάρχει πατέρας, ἀδερφός, φίλος. Καθένας μᾶς ζεῖ καί πεθαίνει μοναχός του».[32] Ἀντίθετα, ἡ πίστη παλεύει νά μεταμορφώσει τήν ὀδύνη σέ κάτι ἄλλο, τό ὁποῖο καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στά οὐσιώδη. Νά τή μεταμορφώσει σέ ἀλληλεγγύη. Πράγματα δύσκολα, πολύ δύσκολα...
Ὅλη ἡ προοπτική πού προσπαθήσαμε νά ψηλαφίσουμε, δέν δίνει μία εὔκολη ἀπάντηση, δέν σταματᾶ ἐδῶ καί τώρα τόν ἀνυπόφορο πόνο, δέν αἴρει τόν πειρασμό τοῦ παράλογου. Εἶναι ὁ δύσκολος δρόμος τῆς διάνοιξης ἐνδοχώρας ἐκεῖ πού ὅλα δείχνουν νά τερματίζουν. Τή Μεγάλη Τρίτη ἡ Κασσιανή θά μᾶς θυμίσει ὅτι κάποτε οἱ ἄνθρωποι ἄκουσαν στόν παράδεισο τά βήματα τοῦ Θεοῦ καί κρύφτηκαν. Μετά την θυσία τοῦ Χριστοῦ, ὁ Θεός βαδίζει μαζί μέ τούς ἀνθρώπους, γίνεται συνοδοιπόρος τούς ἕως ἐσχάτου της γής, γίνεται ὄχι μόνο ὁμοτράπεζος, ἀλλά καί συγκακουχούμενος, γίνεται σύντροφος τοῦ ἀνθρώπου καί συναγωνιστής του σέ ἕναν ἀγώνα κατά τοῦ δαιμονικοῦ μέσα στήν ἱστορία. Τήν Ἀνάσταση την διακονεῖ αὐτός πού συσταυρώνεται μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος -ναί! - βρίσκεται ἐδῶ, καί κρέμεται στίς ἀγχόνες.
Πηγή: Περιοδικό «Σύναξη»
* Ἐπεξεργασμένο κείμενο εἰσήγησης στήν ἡμερίδα «Ὁ Θεός πάσχει», διοργανωμένη ἀπό τόν ἄν. καθηγητή τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ ΕΚΠΑ Σωτήριο Δεσπότη, στό Δουρούτειο Πνευματικό Κέντρο τῆς ἐνορίας Ἄγ. Ἀσωμάτων Θησείου & Ἄγ. Γεωργίου (Χατζηκώστα), τό Σάββατο 20 Ἀπριλίου 2013.
-
Ellie Wiesel, Night (μτφρ. ἀπό τά γαλλικά: Marion Wiesel), Hill &
Wang, New York 2006, σσ. 64-65 [ἀπόδοση δική μου· στά ἑλληνικά ἔχει
κυκλοφορήσει ὡς Ἐλί Βιζέλ, Ἡ Νύχτα (μτφρ. Γιῶργος Ξενάριος), ἔκδ.
Μεταίχμιο, Ἀθήνα 2007, ἀλλά δέν ἔχω κατορθώσει νά βρῶ]. Τό βιβλίο
πρωτοεκδόθηκε σέ ἐκτεταμένη μορφή στή γερμανοεβραϊκή γλώσσα γίντις τό
1954, καί πολύ συντομευμένο στά γαλλικά τό 1958. Αὐτή, ἡ δεύτερη μορφή
του, εἶναι ἐκείνη πού στή συνέχεια καθιερώθηκε (καί χρησιμοποιῶ). Ἔχει
προκαλέσει διεθνῶς μεγάλες συζητήσεις, ἀναλύσεις, ἐπαίνους, ἀλλά καί
ἀμφισβητήσεις, ἀκόμη καί περιστατικῶν πού μνημονεύει. Αὐτό πάντως πού
μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ δέν εἶναι ἡ ἱστορική ἀκριβολογία, ἀλλά ἡ ὀπτική τήν
ὁποία καταθέτει ὁ Βίζελ καί ἡ ὁποία μπορεῖ νά τροφοδοτήσει περαιτέρω
προβληματισμούς, ὅπως, λ.χ. συνέβη μέ τόν χριστιανό θεολόγο Jurgen
Moltmann, The Crucified God (μτφρ. R. A. Wilson & John Bowden), SCM Press, 22001, σ. 283. Γιά τή συζήτηση πού πυροδότησε, βλ. ἐνδεικτικά Thomas G. Weinandy, Does God suffer?, University of Notre Dame Press, Notre Dame, Indiana 2000, σσ. 3-4, καθώς καί: https://en.wikipedia.org/wiki/Night_%28book%29#Writing_and_publishing (22-2-2014). - Ἱερ. 12:1. Τή μετάφραση τῶν βιβλικῶν κειμένων τήν παίρνω ἀπό τίς ἐκδόσεις Ἡ Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση ἀπό τά πρωτότυπα κείμενα, καί Ἡ Καινή Διαθήκη. Τό πρωτότυπο κείμενο μέ μετάφραση στή δημοτική, ἔκδ. Ἑλληνικῆς Βιβλικῆς Ἐταιρίας, Ἀθήνα 1997 καί 1989 ἀντίστοιχα.
- Ψάλμ. 94 (93): 3-7.
- Μ. Πέμπτη ἑσπέρας, ὁ οἶκος.
-
Σάββας Ἀγουρίδης, «Τά πάθη τοῦ Χριστοῦ κατά Ματθαῖον», στοῦ ἰδίου,
Θεολογία καί κοινωνία σέ διάλογο, ἔκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 1999, σ.
279.
Γιά τήν ἀκρίβεια, στά εὐαγγέλια τοῦ Ματθαίου (27: 46-50) καί τοῦ Μάρκου (15: 34-37), ἀμέσως μετά ἀπό αὐτό τό παράπονο ὁ Χριστός ἔβγαλε μία δυνατή κραυγή καί ξεψύχησε, μένοντας χωρίς ἀπάντηση. Στό Λουκᾶ (23: 46) ὁ Ἰησοῦς ὁμοίως ἀπευθύνεται στόν Πατέρα μέ τή φράση «Στά χέρια σου παραδίνω τό πνεῦμα μου» καί ξεψυχᾶ ἐπίσης χωρίς νά λάβει ἀπάντηση, στόν δέ Ἰωάννη (19: 30) λέει ἁπλῶς «τετέλεσται». Ἡ ἀπουσία ἀπάντησης ὑπογραμμίζει τό τραγικό, δέν σημαίνει ὅμως ἀπουσία τοῦ Πατρός ἤ προοπτικῆς (πρβλ. Πράξ. 2: 32, 1 Κόρ. 15: 15). Τό «τετέλεσται» στόν Ἰωάννη σημαίνει ὅτι ὅλες οἱ προφητεῖες ἐκπληρώθηκαν καί ὅτι ἡ ἀποστολή ἐκτελέστηκε Ὑπ' αὐτό τό πρίσμα, ἡ ἐν λόγω ἑκούσια πρόσληψη τῆς τραγικότητας συνιστᾶ νίκη. Βλ.
Σάββας Ἀγουρίδης, Τό κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο. Β΄κέφ. 13-21, ἔκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2005, σσ. 251-252. - Wiesel, Night, ο.π., σ. 65.
- Βλ. Elie Wiesel's Night. Bloom's Modern Critical Interpretation (Harold Bloom, ed.), Infobase Publishing, New York 2010. Ἀπό αὐτό, βλ. ἰδίως Frederick Downing, ''Elie Wiesel and Post-Holocaust Theological Reflection'', σσ. 147-168.
- Elie Wiesel, All Rivers Run to the Sea: Memoirs, Schocken Books, New York 1995, σ. 403.
- Κώστας Βάρναλης, «Ἡ μάνα τοῦ Χριστοῦ», στοῦ ἴδιου, Τό φῶς πού καίει, ἔκδ. Κέδρος, Ἀθήνα χ.χ., σ. 71.
- 1 Ἰω. 3: 8.
- Ἴων. 3: 10, 4: 1-3.
- Weinandy, ο.π., σ. 19. Πρβλ. Hans Kung, Incarnation de Dieu, σσ. 565-566, ὅπως παρατίθεται στό π. Δημήτριος Στανιλοάε, Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη (μτφρ. Νίκος Ματσούκας) ἔκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 100: «Στήν ἑλληνική μεταφυσική ἡ γνώση καί ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου ἀποδείκνυαν ἤδη μία ἔλλειψη τῆς θεότητας. Γι' αὐτό ὑπέθεσαν ὅτι γνώση καί ἀγάπη ἑνός ἄλλου ἤ τοῦ ἑαυτοῦ τῆς ἔπρεπε ν' ἀποκλειστοῦν ἀπό τή θεότητα [...]. Τό γίγνεσθαι γενικά σήμαινε ἔλλειψη. Γι' αὐτό μέ κανέναν τρόπο δέν μποροῦσε νά νοηθεῖ γίγνεσθαι στή θεότητα».
- Βλ. Στανιλοάε, Ἀγάπη, ο.π., σ. 33, Moltmann, ο.π., σσ. 235-265.
- Βλ. Weinandy, ο.π., Στανιλοάε, Ἀγάπη, ο.π., καθώς καί Choan-Seng Song, The Compassionate God; An Exercise in the Theology of Transposition, SCM Press, Orbis Books, Maryknoll, New York 1982.
-
Ὁ Μόλτμαν εἶδε τήν ἀφήγηση τοῦ Βίζελ ὡς ἔκφανση τῆς ραβινικῆς
θεολογίας περί αὐτοταπείνωσης τοῦ Θεοῦ καί, ὡς χριστιανός ὁ ἴδιος,
τόνισε ὅτι «κάθε ἄλλη ἀπάντηση [σσ. πλήν τοῦ ὅτι ὁ Θεός κρέμεται στίς ἀγχόνες] θά ἦταν βλασφημία. Δέν μπορεῖ νά δοθεῖ ἄλλη χριστιανική ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτοῦ του βασανισμοῦ. Τό νά κάνουμε λόγο γιά ἕναν Θεό πού δέν θά μποροῦσε νά ὑποφέρει, θά ἔκανε τόν Θεό δαίμονα» (Moltmann, ο.π., σ. 283). - Μ. Πέμπτη ἀπόγευμα, ἀντίφωνο ἰέ'.
- 1 Κόρ. 15: 3. Βλ. Σωτήριος Δεσπότης, «Ὁ ἐκκεντημένος Μεσσίας», εἰσήγηση στήν ἡμερίδα πού ἀναφέραμε στήν ἀρχή (πρόκειται νά δημοσιευτεῖ στήν Ἐπετηρίδα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν).
- Μ. Παρασκευή ἀπόγευμα, Ὠδή ἡ΄, ὁ εἱρμός. Ἡ μετάφραση εἶναι ἀπό τό Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα (ἀπόδοση Γιάννης Σούκης), ἔκδ. Ἁρμός 22007, σ. 407.
- Ἐπίσης, τήν ἀπουσία διάκρισης οὐσίας καί ἐνέργειας στόν Θεό ὁ Στανιλοάε τή θεωρεῖ αἰτία τῆς δυσκολίας τῆς δυτικῆς θεολογίας «νά ἐκφράσει μέ ἱκανοποιητικό τρόπο τή σχέση ἀνάμεσα στή θεία στάση καί στή θεία κίνηση». Στανιλοάε, Ἀγάπη, ο.π., σσ. 19-20, 35.
- John Zizioulas, Lectures in Christian Dogmatics, T & T Clark, London 2008, σ. 116 (μτφρ. δική μου).
- 12ο ἀνάθεμα: «Εἰ τίς οὔχ ὁμολογεῖ τόν τοῦ Θεοῦ Λόγον παθόντα σαρκί καί ἐσταυρωμένον σαρκί καί θανάτου γευσάμενον σαρκί γεγονότα τέ πρωτότοκον ἐκ ὧν νεκρῶν, καθό ζωή τέ ἐστι καί ζωοποιός ὡς Θεός, ἀνάθεμα ἔστω». Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Ἡ Πέμπτη οἰκουμενική σύνοδος (εἰσαγωγή, πρακτικά, σχόλια), Ἀθῆναι 1985, σσ. 471-472. Γιά τή διαμόρφωση τῆς ὀρθόδοξης στάσης βλ. Aloys Grillmeier & Theresia Hainthalter, Christ in Christian Tradition, 2.2: The Church of Constantinople in the 6th c., Mowbray, London & Westminster John Knox Press, Louisville 1995, σσ. 317-343. Εὐχαριστίες ἐκφράζω στόν φίλο π. Δημήτριο Μπαθρέλλο γιά τίς πολύτιμες ἐπισημάνσεις τοῦ πάνω στό δακτυλόγραφό μου.
- 2ο ἀντίφωνο θ. λειτουργίας Ι. Χρυσοστόμου.
- Βλ. χαρακτηριστικά Ἰωάννης Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβής της Ὀρθοδόξου πίστεως (κείμ. - μτφρ. Νίκου Ματσούκα), ἔκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 220-225, 320. Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ὁ ἀόρατος πόλεμος, ἔκδ. ΧΕΕΝ, Ἀθῆναι 1977, σ. 190. Στανιλοάε, Ἀγάπη, ο.π, σσ. 61-62. Zizioulas, ο.π., σσ. 109-110. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «Ἐπί τοῦ ξύλου τοῦ σταυροῦ» (μτφρ, Στάμ. Χατζησταματίου), στοῦ ἴδιου, Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἔκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1973, σσ. 65, 68-70. Νίκος Ματσούκας, Δογματική καί συμβολική θεολογία, ἔκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 277-279. Μέγας Λ. Φαράντος, Ἡ περί Θεοῦ Ὀρθόδοξος διδασκαλία, Ἀθῆναι 1985, σσ. 258, 565, 571-572.
- Μεταφέροντας αὐτό στό πεδίο τῆς σχέσης οὐσίας - ἐνεργειῶν, ὁ Στανιλοάε σημειώνει ὅτι, παρ' ὅλο πού οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ δέν ταυτίζονται μέ τήν οὐσία του, «ὁ Θεός, ὡς πρόσωπο, ἐκφράζει κάτι ἀπό τή θεία οὐσία του στίς ἴδιες τίς ἐνέργειες. [...] Ἡ θεία οὐσία δέν παραμένει αὐστηρά ἔξω ἀπό τούτη τήν κίνηση πού εἶναι οἱ πράξεις τοῦ Θεοῦ καί [...] οἱ πράξεις αὐτές δέν εἶναι οὔτε ἐξωτερικές οὔτε ἀντίθετες πρός τή θεία οὐσία ἀλλά ριζώνουν σ' αὐτή· εἶναι σάν ἐλεύθερες ἀκτινοβολίες». Βλ. Ἀγάπη, ο.π., σ. 23.
- Ο Moltmann, ο.π., σ. 237, συνδέει τήν ταυτότητα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀγάπης μέ τήν ἔννοια ἑνός ἰδιαίτερου εἴδους πάσχειν, καί σημειώνει: «Ἄν ὁ Θεός θά ἦταν ὑπό οἱαδήποτε ἔννοια, δηλαδή ἀπολύτως, ἀδύνατον νά ὀδυνᾶται, τότε θά ἦταν ἀδύνατο καί νά ἀγαπᾶ».
-
«H ἀγάπη εἶναι προσφορά ἑνός "ἐγώ" σ' ἕνα ἄλλο, καί ἡ ἀναμονή τῆς
ἀνταπόκρισης: ἡ ὁλοκληρωτική προσφορά τοῦ ἄλλου. Γι' αὐτό, μόνο στήν
ἄμεση καί πλήρη ἀνταπόκριση ὁ ἀγαπημένος ἑνώνεται μέ αὐτόν πού τόν
ἀγαπᾶ καί ἡ ἀγάπη γίνεται ὁλοκληρωμένη. Ὁ χρόνος εἶναι ἡ διάρκεια τῆς
ἀναμονῆς τούτης [...]. Ἐκφράζει τήν πνευματική ἀπόσταση μεταξύ τῶν
προσώπων. [... Ὅμως] στό Θεό ἡ ἀναμονή γιά ἀνταπόκριση στήν ἀγάπη
εἶναι
μηδενική, γιατί ἡ ἀγάπη μεταξύ τῶν προσώπων τῆς Τριάδας εἶναι τέλεια». Στανιλοάε, Ἀγάπη ὅ.π., σ. 48. Τά εἰσαγωγικά στό «ἐγώ» τά πρόσθεσα ὁ ἴδιος, γιά νά διευκολυνθεῖ ἡ κατανόηση τοῦ κειμένου. - Φλωρόσφσκυ, ο.π., σ. 71. Πρβλ. Στανιλοάε, Στό φῶς τοῦ σταυροῦ καί τῆς ἀναστάσεως (μτφρ. Σωτήρης Γουνελᾶς), σ. 53: "Ὁ Σταυρός ἐξακολουθεῖ νά μεταδίδει τή δύναμή του μέσα ἀπό τόν Ἀναστημένο Χριστό στόν κόσμο», .
-
«Σίγουρα ὑπάρχει ἕνας παράδεισος, στόν ὁποῖο εἰσέρχονται οἱ ψυχές τῶν
πιστῶν μετά θάνατο. Ἀλλά μπορεῖ νά ὑπάρχει ἕνας ἐν ἐξελίξει
παράδεισος καί ἐδῶ στή γῆ, ἀποκατάσταση τοῦ ἀρχικοῦ παραδείσου. Μπορεῖ νά ἐξελιχθεῖ διά τοῦ σταυροῦ, πού ὑψώνεται στό μέσο τῆς γής καί πού οἱ ἄνθρωποι τόν ἀποδέχονται ὡς κανόνα τῆς ζωῆς τους [...]. Τελικά ὁ ἐν ἐξελίξει ἐπίγειος παράδεισος, θά γίνει μετά τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων, ὁ τέλειος καί αἰώνιος παράδεισος. Ἀλλά χωρίς τήν προσπάθεια νά κάνουμε τή γῆ, σ' ἕνα κάποιο βαθμό, παράδεισο, δέν προχωροῦμε πρός τό παράδεισο τοῦ ἐπέκεινα. Γι' αὐτό τό σκοπό ὁ Χριστός μένει μαζί μας ὡς τό τέλος τοῦ κόσμου". π. Δημήτριος Στανιλοάε, Στό φῶς τοῦ σταυροῦ, ο.π., σ. 29. - π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «Τό κοινωνικό πρόβλημα στήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», στοῦ ἴδιου, Χριστιανισμός καί Πολιτισμός (μτφρ. Ν. Πουρναρά), ἔκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 169.
- π. Δημήτριος Στανιλοάε, «Ἡ χριστιανική ἀντίληψη γιά τό αἴσθημα εὐθύνης» (μτφρ. Ἑλένη Ταμαρέση - Παπαθανασίου), Σύναξη 118 (2011), σ. 8.
- Μυσταγωγία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (μτφρ. Ἰγνάτιος Σακαλής), ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθῆναι 1973, σσ. 247, 249 (Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, PG 91, 713A-B). Βλ. τό ἡμέτερο, «Χαμένοι στήν ἠθική. Στάσεις τῆς σύγχρονης Ὀρθόδοξης θεολογίας», Ἡ ἐπιστροφή τῆς ἠθικῆς. Παλαιά καί νέα ἐρωτήματα (ἐπιμ. Σταῦρος Ζουμπουλάκης), ἔκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθήνα 2013, σσ. 308-309.
- Wiesel, ο.π., σ. 111.
2014-09-12 10:28, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου
Διαβάστε περισσότερα: Ἁγίου Νικολάου Βονίτσης
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι













