Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

Ο Τρισάγιος ύμνος: «Άγιος ο Θεός ...» Η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου


«Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς».
(Άγιος ο Θεός ο Πατέρας, άγιος ισχυρός ο Υιός, άγιος αθάνατος το Άγιο Πνεύμα· ελέησέ μας.)

Η πίστη της Εκκλησίας είναι θεμελιωμένη στην προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. Μαζί με το Ευαγγέλιο, μαζί με τον Ιησού Χριστό Άγγελοι ήρθαν στη σύναξή μας· σ’ ένα χορό λοιπόν τώρα μαζί με τους Αγγέλους ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο. 
.
Ο Τρισάγιος Ύμνος είναι εκείνος που άκουσε ο προφήτης Ησαΐας να ψάλλουν ακατάπαυστα οι Άγγελοι γύρω από το θρόνο του Θεού· «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Ο ίδιος ύμνος, σε μια κάπως διαφορετική διατύπωση της Εκκλησίας, ψάλλεται τώρα, σαν ένα τέταρτο Αντίφωνο, πριν από την ανάγνωση των θείων Γραφών· «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς».
*
Ύστερα από το τελευταίο τροπάριο του τρίτου Αντιφώνου, ο λειτουργός ιερέας προσκαλεί σε προσευχή την ιερή σύναξη με γνωστά λόγια· 

«Του Κυρίου δεηθώμεν». 
Έπειτα ακολουθεί η ευχή και μετά την εκφώνηση ψάλλεται ο Τρισάγιος Ύμνος. Αλλά εδώ, για διάφορους λόγους, συμβαίνει μια ακαταστασία, που καταστρέφει τη φυσική σειρά των πραγμάτων. Πριν να διαβάσει την ευχή, ο ιερέας λέει την εκφώνηση, οι ψάλτες αρχίζουν να ψάλλουν τον ύμνο κι ο ιερέας διαβάζει μυστικά την ευχή. 
Έτσι γίνεται τάχα οικονομία χρόνου, αλλ’ όμως και η εκφώνηση δεν γίνεται στη θέση της και η γεμάτη ιερά νοήματα ευχή δεν ακούεται από τους πιστούς. 
Και η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου, σύμφωνα με τον γενικό τύπο των ευχών χωρίζεται σε δύο μέρη· στο πρώτο μέρος υμνείται η μεγαλοσύνη του Θεού και στο δεύτερο διατυπώνονται τα αιτήματα της εκκλησιαστικής σύναξης.
«Ο Θεός ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος, ο τρισαγίω φωνή υπό των Σεραφείμ ανυμνούμενος και υπό των Χερουβείμ δοξολογούμενος και υπό πάσης επουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος· ο εκ του μη όντος εις το είναι παραγαγών τα σύμ­παντα· ο κτίσας τον ανθρωπον κατ’ εικόνα σην και ομοίωσιν και παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας· ο διδούς αιτούντι σοφίαν και σύνεσιν και μη παρορών αμαρτάνοντα· ο καταξιώσας ·ημάς τους ταπεινούς και αναξίους δούλους σου και εν τη ώρα ταύτη στήναι κατ ενώπιον της δόξης του αγίου σου θυσιαστηρίου και την οφειλομένην σοι προσκύνησιν και δοξολογίαν προσάγειν». 

 Ως εδώ είναι το πρώτο μέρος της ευχής, που θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε κάπως έτσι. 
«Ο άγιος Θεός, εσύ που βρίσκεις ανάπαυση στους αγίους, που σε ανυμνούν τα Σεραφείμ με τον τρισάγιο ύμνο και σε δοξολογούν τα Χερουβείμ και σε προσκυνάει κάθε επουράνια δύναμη· που από το μηδέν δημιούργησες τα σύμπαντα· που έπλασες τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική σου και τον στόλισες με κάθε χάρισμά σου· που σε όποιον ζητάει δίνεις σοφία και φρονιμάδα και δεν παραβλέπεις όποιον αμαρταίνει, αλλά έβαλες να υπάρχει μετάνοια για να σωθεί· που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου σ’ αυτήν εδώ την ώρα να σταθούμε μπροστά στη δόξα της αγίας σου Τράπεζας και να προσφέρουμε την προσκύνηση και τη δοξολογία που σου πρέπει».

Προχωρούμε τώρα στο δεύτερο μέρος της ευχής
«Αυτός Δέσποτα, πρόσδεξαι και εκ στόμα­τος ημών των αμαρτωλών τον Τρισάγιον Υμνον και επίσκεψαι ημάς εν τη χρηστότητί σου· συγχώρησον ημίν παν πλημμέλημα εκούσιόν τε και ακούσιον αγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα· και δος ημίν εν οσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τας ημέρας της ζωής ημών πρεσβείαις της αγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, των απ’ αιώνος σοι ευαρεστησάντων». 

Μεταφράζομε και το δεύτερο αυτό μέρος της ευχής· 
«Εσύ Δέσποτα, δέξου κι από μας τους αμαρτωλούς τον Τρισάγιο Ύμνο, κι έλα κοντά μας μέσα στην καλωσύνη σου· συχώρεσέ μας κάθε αμάρτημα θελημένο ή αθέλητο· αγίασέ μας τις ψυχές και τα σώματα και δώσε μας καθαροί και άγιοι να σε λατρεύουμε σ’ όλη μας τη ζωή με τις πρεσβείες της αγίας Θεοτόκου κι όλων των Αγίων, που έκαναν το θέλημά σου από τότε που υπάρχει ο κόσμος». 
Ύστερα από την ευχή, φυσικά εδώ γίνεται η εκφώνηση· 
«Ότι άγιος ει ο Θεός ημών και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». 
Γιατί άγιος είσαι ο Θεός μας κι εμείς εσένα δοξάζομε, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες.
*
Η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου είναι από τις πιο χαρακτηριστικές ευχές της θείας Λειτουργίας και για το περιεχόμενό της και για την ιερότητα του λόγου. Ας επαναλάβουμε σε μια σύντομη περίληψη τα νοήματα της ευχής. 
Ο Θεός είναι ο άγιος, που χαίρει και βρίσκει ανάπαυση στους αγίους ανθρώπους, που τον υμνούν και τον δοξολογούν οι ουράνιοι άγγελοι. Είναι ο δημιουργός του κόσμου κι ο πλάστης του ανθρώπου· δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν κι έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική του, να είναι δηλαδή κι ο άνθρωπος πρόσωπο, όπως κι ο Θεός είναι πρόσωπο, και σαν πρόσωπο για να γίνει όμοιος με το Θεό. 
Ο Θεός στόλισε τον άνθρωπο με κάθε χάρισμα κι είναι εκείνος που μας αξίωσε και τώρα να τον δοξολογούμε. Αυτά όλα εξ’ ονόματος της σύναξης ο ιερέας τα λέει πρόσωπο προς πρόσωπο στο Θεό, για να προχωρήσει στα αιτήματα. Εσύ λοιπόν, Θεέ μας, δέξου από μας τον Τρισάγιο Ύμνο, συχώρεσέ μας τα αμαρτήματα, αγίασέ μας ψυχικά και σωματικά και αξίωσέ μας να σε λατρεύουμε σ’ όλη μας τη ζωή. Όλα τα αιτήματα αυτά η ιερή σύναξη τα ζητάει από το Θεό, προβάλλοντας όπως πάντα την πρεσβεία της Θεοτόκου κι όλων των Αγίων.
.
Οι χοροί των ψαλτών στην εκφώνηση του ιερέα απαντούν με το «Αμήν» κι αρχίζουν να ψάλλουν αντιφωνικά τον Τρισάγιο Ύμνο. «Άγιος ο Θεός, άγιος Ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς». 

Αυτός ο ύμνος, καθώς γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «ο ουράνιος χορός των Αγγέλων και ο επίγειος χορός των ανθρώπων ενώνονται σε μια ακατάπαυστη δοξολογική ανύμνηση του Θεού». 
Ό,τι γίνεται στον ουρανό μιμείται η Εκκλησία στη γη· κάθε μέρα στην κάθε λειτουργική σύναξη της Εκκλησίας γίνεται η ίδια αδιάλειπτη Λειτουργία επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη.
Ο Τρισάγιος Ύμνος είναι από τους πιο γνωστούς και τους πιο αγαπητούς ύμνους της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε ποια ήταν η «σύμφωνος ευτονία», για την οποία γράφει ο άγιος Μάξιμος, γιατί εμείς τώρα μόνο κατά παράδοση ξέρουμε τη μουσική των εκκλησιαστικών ύμνων. 
Τα πιο παλιά χειρόγραφα της εκκλησιαστικής μουσικής δεν είναι παραπάνω από χιλίων χρόνων, μα κι αυτά δεν μπορούμε σίγουρα να τα διαβάσουμε. Όμως αυτό το «κατά παράδοσιν» που λέμε έχει μεγάλη αξία, γιατί η παράδοση είναι ζωντανή συνέχεια στην Εκκλησία, που πάντα σώζει μέσα της πολλή αλήθεια. 
Μόνο που θα πρέπει να φροντίζουμε η ψαλμωδία στην Εκκλησία να είναι όσο μπορεί πιο απλή και, θα λέγαμε, δωρική. Σχετικά με τον Τρισάγιο Ύμνο θα πρέπει να λείψουν οι μακρές και ολωσδιόλου αταίριαστες στην ορθόδοξη λατρεία φωνές και μελωδίες, που δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να δείξουν την καλλιφωνία και την τέχνη των ψαλτών.
*
Με τον Τρισάγιο Ύμνο συνδέονται κάποια όχι και πολύ αρχαία τελετουργικά έθιμα, που θα πρέπει κι αυτά να λείψουν, χωρίς το πράγμα να θεωρηθεί ασέβεια. Όλα αυτά, συνδεόμενα με την παρουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα στη θεία Λειτουργία, έκτος που δεν έχουν πια θέση, αλλά και ξοδεύουν ώρα, ώστε να μη μένει πια καιρός για το κήρυγμα και να μην υπάρχει άνεση χρόνου για τη θεία Λειτουργία. Γιατί η Λειτουργία καλά-καλά δεν άρχισε, αλλά βρισκόμαστε ακόμα στον πρόλογο. 
Ύστερα από την είσοδο του Ευαγγελίου με τον Τρισάγιο Ύμνο, προετοιμάζουμε την ανάγνωση των Γραφών, από την οποία αρχίζουν να κάνουν λόγο όλα τα αρχαία λειτουργικά κείμενα. 
Ο Τρισάγιος Ύμνος, που δεν ήταν από την αρχή, αλλά μπήκε μεταγενέστερα στη θεία Λειτουργία, είναι ο ύμνος που η Εκκλησία «κατά πάσαν έναρξιν ύμνου Θεού τούτον προ πάντων πλατεί στόματι καθηγείται». Στην αρχή κάθε Ακολουθίας, μετά το «Βασιλεύ ουράνιε…», μεγα­λόστομα υμνούμε πάντα την Αγία Τριάδα. «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς». Αμήν.

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»!

Ο άρχων του κόσμου τούτου είναι ο Μαμωνάς. Αυτός έχει καταλύψει με τις φτερούγες του τον κόσμο. Το σιχαμερό είδωλό του προσκυνιέται απ΄ όλους τους ανθρώπους, ακόμα κι΄ από κείνους που φαίνεται πως προσκυνάνε άλλα είδωλα. Ναι! Γιατί όλα τα είδωλα, στο βάθος παριστάνουνε τον Μαμωνά, κι΄ όλων των ειδών οι ειδωλολάτρες, αυτόν λατρεύουνε. 

Τα είδωλα της ματαιοδοξίας, της περηφάνειας, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της αιματοχυσίας, όλα δορυφορούνε το μεγάλο είδωλο του Μαμωνά, του αρχισατανά, του Παρά, που κυβερνά τα πάντα. 
Όλα αυτά τα σιχαμερά είδωλα θρέφουνται απ΄ αυτόν τον μέγαν εξουσιαστή, που τον έβαλε ο Χριστός αντίμαχο στον Θεό, λέγοντας πως ο άνθρωπος έναν από τους δυο μπορεί να λατρεύη, ή τον Θεό, ή τον Μαμωνά. 
Λοιπόν, αυτός σήμερα είναι ο βασιλέας της οικουμένης, κ΄ οι υποταχτικοί του, τα καταχθόνια πνεύματα, δουλεύουνε κάτω από τις προσταγές του, και μπαίνουνε στα μυαλά και στις καρδιές των ανθρώπων, και τους κάνουνε τρελλούς. Κι΄ αυτή η παραφροσύνη, σαν να είναι πια η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, τόσο, που να περνά για αφύσικο τέρας κανένας άνθρωπος που έχει ακόμα μέσα του τη βλογημένη φρονιμάδα και σεμνότητα με την οποία μας στόλισε ο Δημιουργός και που ανάβει στην ψυχή του το μυστικό καντήλι της συνέσεως. «Ο άνθρωπος, λέγει ο Δαυϊδ, ενώ πλάσθηκε τιμημένος, δεν το κατάλαβε. Ανακατεύθηκε με τα ζώα τα άλογα, κ΄ έγινε σαν και κείνα»: «Άνθρωπος, εν τιμή, ων, ου συνήκε. Παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις, και ομοιώθη αυτοίς». Αντί να κρύβονται από ντροπή, καυχιούνται για τις ανοησίες που κάνουνε αυτοί οι δαιμονισμένοι από το δαιμόνιο του Μαμωνά.

Πολλοί απ΄ αυτούς, σαν χορτάσουνε κολυμπώντας στα πετρέλαια και στις μπενζίνες, αλλάζουνε τα μαμωνάδικα παιχνίδια τους, κ΄ επιδίνουνται στο να μαζεύουνε ακριβά πετράδια, αρχαία δακτυλίδια και μονέδες, παλιά βιβλία και έργα της τέχνης. Μα πάντα πίσω απ΄ αυτά δεν υπάρχει καμμιά αγάπη, ούτε και η ψεύτικη αγάπη του λεγόμενου φιλότεχνου, αλλά πάντα ο πολυλατρεμένος Μαμωνάς. 
Προχθές διάβασα πως κάποιος αφέντης του παρά, ένας Έλληνας, που έχει πολλά παπόρια, αγόρασε μια ζωγραφιά, και την πλήρωσε με τόσα εκατομμύρια, όσα θα γλυτώνανε από τη μαύρη δυστυχία χωριά ολόκληρα με πεινασμένους ανθρώπους. Αυτή η ζωγραφιά ήτανε έργο ενός φημισμένου ζωγράφου που τον λέγανε Γκογκέν, και που ήτανε φραντσέζος, κ΄ έζησε μιαν ελεεινή ζωή, ως που στο τέλος πέθανε σ΄ ένα νησί του Ωκεανού, στο Ταϊτί, σαν σκύλος ψωριασμένος. 
Τότε, κανένας από τους τέτοιους ανόητους, δεν πλήρωνε πεντάρα για τα έργα του Γκογκέν, και για τον ίδιον, γιατί δεν είχε δώσει το σύνθημα η μυστική καμόρρα που διευθύνει αυτά τα πράγματα, και που βαφτίζει αριστουργήματα όσα έργα θέλει, ας είναι και τιποτένια. 
Τώρα όμως, αφού πέθανε στη ψάθα του Ταϊτί ο Γκογκέν, οι τέτοιοι καταχθόνιοι ψεύτες δώσανε το πιστοποιητικό πως τα έργα του είναι αριστουργήματα, για να τα πουλήσουνε στους μαμωνάδες και να τα φάνε. Κι΄ ο μέγας φιλότεχνος, αγόρασε ένα, το πιο ακριβό, κ΄ ίσως το χειρότερο, και γράψανε οι εφημερίδες, και ξακούσθηκε στην οικουμένη. 
Μάλιστα, μαζί με το αριστούργημα, πουλήθηκε κ΄ ένα γράμμα από κείνα που είχε γραμμένα ο ζωγράφος από το Ταϊτί, κλαιγόμενος για την φτώχια του, κι΄ αυτό το πεινασμένο γράμμα πουλήθηκε για χίλιες λίρες! Χαίρε βάθος αμέτρητον! Λοιπόν δεν είναι τρελλή η ανθρωπότητα; 
Κ΄ εμείς, οι λίγοι που δεν φθάσαμε σ΄ αυτή τη θαυμάσια κ΄ ένδοξη πνευματική κατάσταση, ήμαστε, για τους τέτοιους, κάποια απολιθώματα που απομείναμε μέσα στην εξέλιξη της σημερινής ζωής, είμαστε οι τρελλοί γι΄ αυτούς τους τρελλούς.

Αυτό μου θυμίζει το παρακάτω παραμύθι, που έχει βαθύ νόημα: 
Μια φορά ήτανε ένας σουλτάνος, άνθρωπος γνωστικός και καλός, που αγαπούσε σαν πατέρας τον κόσμο πούχε στην εξουσία του. Είχε κι΄ έναν βεζίρη, σοφόν άνθρωπο, αστρολόγο, και δεν έκανε τίποτα ο σουλτάνος δίχως να πάρη τη γνώμη του. Μια μέρα, λέγει ο βεζίρης στον σουλτάνο: 
«Πολυχρονεμένε σουλτάνε, σε δυο-τρεις μήνες ο Αλλάχ θα βρέξη ένα τρελλό νερό, και πρέπει να το γνωρίζης, για να κάνης το χρέος σου από τώρα». 
«Και τι είν΄ αυτό το τρελλό νερό βεζίρ εφέντη;» τον ρώτησε ο σουλτάνος. «Αυτό το νερό, αποκρίθηκε ο βεζίρης, λέγεται τρελλό νερό, επειδή όποιος το πιη, ή άνθρωπος ή ζωντανό, θα τρελλαίνεται, και θα κάνη πράγματα παλαβά κι΄ ανάποδα απ΄ ό,τι δείχνει στον άνθρωπο η φρονιμάδα που τούδωσε ο Θεός, κ΄ έτσι θα πέση στον κόσμο μεγάλη ταραχή και δυστυχία. Κ΄ εμείς οι άρχοντές του, δεν θα μπορέσουμε πια να τον κυβερνήσουμε, γιατί μηδέ ο Αλλάχ δεν μπορεί να κυβερνήση τρελλούς ανθρώπους». «Το λοιπόν, τι θα κάνουμε, βεζίρ-εφέντη;» 
«Είναι ανάγκη πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, να μαζέψουμε από τώρα από τούτο το καλό νερό που πίνουμε, και να το φυλάξουμε, για να πίνουμε εμείς οι άρχοντες, ώστε να μην τρελλαθούμε κ΄ εμείς μαζί με τους άλλους, και να τους κυβερνούμε καλά και με δικαιοσύνη, αφού ο Αλλάχ τους κρέμασε στον λαιμό μας, και θα δώσουμε απολογία για τη ζωή τους». 
Ο Σουλτάνος το παραδέχθηκε, και πρόσταξε να μαζέψουνε καλό νερό στις στέρνες του παλατιού. Στον διωρισμένο καιρό, που είπε ο βεζίρης, έβρεξε αληθινά ένα νερό τρελλό, και πίνοντάς το, τρελλαθήκανε άνθρωποι και ζωντανά, και βγήκανε από τα φρένα τους, και τα βλέπανε όλα ανάποδα, το καλό το λέγανε κακό, το γνωστικό το λέγανε τρελλό, το τρελλό το λέγανε σωστό, το δίκιο, άδικο, το άδικο δίκιο. 
Ο σουλτάνος κι΄ ο βεζίρης πίνανε από το καλό νερό, κ΄ έτσι είχανε σωστά τα φρένα τους και κυβερνούσανε δίκαια και γνωστικά τον τρελλό κόσμο. Μα ο κόσμος, ενώ αγαπούσε πρωτήτερα τον σουλτάνο και τον βεζίρη, τώρα, με το στριμμένο μυαλό του, ένοιωθε το δίκιο για άδικο, και φώναζε καταπάνω τους, πως γινήκανε άδικοι και κακούργοι. 
Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες, περνούσε ο καιρός, κι΄ ο κόσμος ολοένα αγρίευε καταπάνω στον σουλτάνο. Τότε, βλέποντας ο σουλτάνος πως θα τον σκοτώνανε, φώναξε μια μέρα τον βεζίρη και του λέγει: 
«Βεζίρ-εφέντη, βλέπω πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε μ΄ αυτούς τους παλαβούς, και στο τέλος θα μας σκοτώσουνε. Το λοιπόν, ή πρέπει να περιμένουμε ένα τέτοιο τέλος κυβερνώντας τους δίκαια και καλά, ή θα πιούμε κ΄ εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε τρελλοί σαν κι΄ αυτούς και μ΄ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ο Αλλάχ να μας συγχωρέση που θα χαθή η αλήθεια, μ΄ αυτό που θα κάνουμε». 
Έτσι κ΄ έγινε. Ο σουλτάνος κι΄ ο βεζίρης ήπιανε από το τρελλό νερό και τρελλαθήκανε, και κάνανε κακουργήματα και παράλογα πράγματα, μα ο λαός τους δόξαζε και τους πολυχρόνιζε και τους έλεγε πατεράδες του και φύλακες της δικαιοσύνης και της αλήθειας. Άραγε, εμείς που δεν ήπιαμε το τρελλό νερό που έχουνε πιη οι σημερινοί άνθρωποι, και γι΄ αυτό μας έχουνε για τρελλούς, άραγε θα βαστάξουμε ή θα πιούμε κ΄ εμείς στο τέλος, να τρελλαθούμε, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε με τους άλλους τρελλούς, μέσα σε τούτο το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»!

Του Φώτη Κόντογλου

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Ο ασπασμός της αγάπης «Αγαπήσωμεν αλλήλους ...»

«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»
(Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο, για να ομολογήσουμε με ομόνοια.)
..........
Πιο συγκεκριμένα και με τρόπο πιο αισθητό πρέπει να δείξουμε τώρα την ειρηνευμένη κατάσταση της ψυχής μας· με μια πράξη, που είναι ο ασπασμός, το άγιο φίλημα της αγάπης· γι’ αυτό ο λειτουργός προτρέπει μεγαλόφωνα·
«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»·
ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, για να ομολογήσουμε με ομόνοια.
Η ίδια προτροπή του λειτουργού, στον αρχαιότερο τύπο της θείας Λειτουργίας ακούεται με αυτά τα λόγια, που είναι του αποστόλου Παύλου από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω», φιληθείτε μεταξύ σας με άγιο φίλημα.
Ο ασπασμός αυτός τώρα γίνεται μόνο μεταξύ των λειτουργών ιερέων, στην αρχαία όμως εποχή με τον ίδιο τρόπο έδιναν φίλημα αγάπης μεταξύ τους και οι πιστοί, χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι ο θειος αυτός ασπασμός φανερώνει «την πάντων προς πάντας και προς εαυ­τόν εκάστου πρότερον και τον Θεόν ομονοίας τε και ομογνωμοσύνης και αγάπης ταυτότητα»· ότι όλοι δηλαδή και πρώτα ο καθένας με το Θεό είναι δεμένοι μεταξύ τους με την αγάπη και την ομόνοια και με την ίδια γνώμη.

Ο ασπασμός της θείας Λειτουργίας γίνεται σύμφωνα με την εντολή του Ιησού Χριστού στην «επί του Όρους» ομιλία,
«Εάν πρόσφερες το δώρον σου επί το θυσιαστήριον και εκεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον και ύπαγε πρώτον και διαλλάγηθι τω άδελφώ σου· και τότε προσελθών πρόσφερε το δώρον σου».
Για να προσφέρουμε δώρα στο Θεό για τη θεία Λειτουργία, για να έχουμε θέση στην ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας και για να μπορούμε να πλησιάσουμε στο ποτήριο της θείας Κοινωνίας, είναι ανάγκη να είμαστε συμφιλιωμένοι πρώτα με το Θεό κι υστέρα με όλους τους ανθρώπους.
«Ουκούν το φίλημα διαλλαγή έστι», κατηχεί ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «και διά τούτο άγιον»· το φίλημα, που γίνεται στη θεία Λειτουργία, είναι σημείο πως μεταξύ μας δεν υπάρχει και δεν μας χωρίζει καμμιά έχθρα και διαφορά, γι’ αυτό και δεν είναι όπως τα συνηθισμένα φιλήματα, άλλα φίλημα άγιο.

Όταν από τους ιερείς μέσα στο άγιο Βήμα γίνεται ο ασπασμός της αγάπης, ο χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν» και ψάλλει·

«Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον»
Αυτή είναι μια σύντομη και επιγραμματική ομολογία της χριστιανικής πίστεως. Αλλά όταν γίνεται συλλείτουργο, και μάλιστα όταν λειτουργεί επίσκοπος, τότε ο χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «αγαπήσωμεν αλλήλους» και ψάλλει· «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου· Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου». Είναι ο πρώτος στίχος του δεκαεπτά ψαλμού, που με δικά μας απλά λόγια θέλει να πει· «Εσένα, Κύριε, αγαπώ και συ είσαι η δύναμή μου· εσύ με στηρίζεις, και στη δύσκολη την ώρα σε σένα καταφεύγω και συ με γλυτώνεις». Η μία απόκριση των ψαλτών είναι ομολογία πίστεως και η άλλη ομολογία αγάπης.

Αλλά μετά την γενική αυτή ομολογία θα ακολουθήσει τώρα το ιερό «Σύμβολο της πίστεως». Ο λειτουργός εκφωνεί «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμενί». Και ακολουθεί, καθώς πάλι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει, «η του θείου συμβόλου της πίστεως γινομένη παρά πάντων ομολογία».

Μετά την βεβαίωση της αγάπης η ομολογία της πίστεως· γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως πιστεύουμε στο Θεό, αν δεν έχουμε αγάπη μεταξύ μας· γιατί πιστεύω στο Θεό θα πει αγαπώ το Θεό. Μα πώς μπορείς να πεις πως αγαπάς το Θεό που δεν τον βλέπεις, όταν δεν αγαπάς τον αδελφό σου, που κάθε μέρα είναι μπροστά σου;


diakonima

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2016

Ὀπισθάμβωνος ευχή: Ο επίλογος της Θείας Λειτουργίας

Ονομάζεται η ευχή που μεγαλόφωνα και εμμελώς απαγγέλλει ο ιερεύς ενώπιον της εικόνας του Ιησού Χριστού στο τέλος της Θείας Λειτουργίας.
Ονομάστηκε «πισθάμβωνος ευχή» γιατί στους πρωτο-χριστιανικούς χρόνους η ευχή αυτή διαβαζόταν πίσω από τον Άμβωνα, που την εποχή αυτή βρισκόταν στο μέσον σχεδόν του ναού, που κατά τον Καβάσιλα σημαίνει 
«την βαθμιαίαν κατάβασιν του ιερέως από της μετά Θεού υψηλής συναντήσεως εις την των ανθρώπων και αύθις ομιλίαν και κοινωνίαν». 
Δηλαδή, ενώ ο ιερεύς βρισκόταν κοντύτερα με το Θεό μέσα στο άγιο Βήμα, τώρα στη μέση του ναού, κοντύτερα στους ανθρώπους. 
Η Ὀπισθάμβωνος ευχή ανακεφαλαιώνει όλα τα αιτήματα της Θείας Λειτουργίας και αποτελεί τον επίλογό της.
Μ. Βασιλείου
Ὁ θυσίαν αἰνέσεως καὶ λατρείαν εὐάρεστον, τὴν λογικὴν ταύτὴν καὶ ἀναίμακτον θυσίαν προσδεχόμενος παρὰ τῶν ἐπικαλουμένων σε ἐν ὅλῃ καρδίᾳ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ, Ἀμνὸς καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὁ μόσχος ὁ ἄμωμος, ὁ μὴ δεχόμενος ἁμαρτίας ζυγὸν καὶ τυθεὶς δι' ἡμᾶς ἑκών, ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, τοὺς δὲ ἐσθίοντας ἁγιάζων, ὁ εἰς ἀνάμνησιν τοῦ ἑκουσίου Πάθους σου, καὶ τῆς ζωοποιοῦ τριημέρου Ἐγέρσεώς σου, κοινωνοὺς ἡμᾶς ἀναδείξας τῶν ἀρρήτων καὶ ἀναδείξας τῶν ἀρρήτων καὶ ἐπουρανίων καὶ φρικτῶν σου Μυστηρίων, τοῦ ἁγίου σου Σώματος καὶ τοῦ τιμίου σου Αἵματος, τήρησον ἡμᾶς τοὺς δούλους σου, τοὺς διακόνους, τοὺς ἄρχοντας ἡμῶν, τὸν στρατόν, καὶ τὸν περιεστῶτα λαόν, ἐν τῷ σῷ ἁγιασμῷ. 
Καὶ δὸς ἡμῖν ἐν παντὶ χρόνῳ καὶ καιρῷ μελετᾶν τὴν σὴν δικαιοσύνην, ὅπως, πρὸς τὸ σὸν θέλημα ὁδηγηθέντες καὶ τὰ εὐάρεστά σοι ποιήσαντες, ἄξιοι γενώμεθα καὶ τῆς ἐκ δεξιῶν σου παραστάσεως, ὅταν ἐλεύσῃ κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. 
Τοὺς ἐν αἰχμαλωσίᾳ ἀδελφοὺς ἡμῶν ἀνάρρυσαι, τοὺς ἐν ἀσθενείᾳ ἐπίσκεψαι, τοὺς ἐν κινδύνοις θαλάσσης κυβέρνησον, καὶ τὰς προαναπαυσαμένας ψυχὰς ἐπ' ἐλπίδι ζωῆς αἰωνίου ἀνάπαυσον, ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, καὶ πάντων τῶν δεομένων τῆς σῆς βοηθείας ἐπάκουσον, ὅτι σὺ εἶ ὁ δοτὴρ τῶν ἀγαθῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
Ἀμήν.

Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ὁ εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντάς σε, Κύριε καὶ ἁγιάζων τοὺς ἐπὶ σοὶ πεποιθότας, σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου. 
Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σου φύλαξον, ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου. 
Σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκῇ σου δυνάμει καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ. 
Εἰρήνην τῷ κόσμῳ σου δώρησαι, ταῖς Ἐκκλησίαις σου, τοῖς ἱερεῦσι, τοῖς ἄρχουσιν ἡμῶν, τῷ στρατῷ καὶ παντὶ τῷ λαῷ σου. 
Ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρός τῶν φώτων, καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προσκύνησιν ἀναπέμπομεν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
Ἀμήν.

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

«῾Υμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς... ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου» — Το αλάτι και το φως του κόσμου

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
13 ῾Υμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων.
14 ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη·
15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ.
16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
13 «Εσείς είστε το αλάτι της γης. Αν όμως το αλάτι αλλοιωθεί, με τι θα ξαναγίνει αλμυρό; Σε τίποτα δεν αξίζει πια παρά μόνο, αφού πεταχτεί έξω, να καταπατιέται από τους ανθρώπους.
14 Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δε δύναται πόλη να κρυφτεί, όταν βρίσκεται πάνω σε όρος.
15 Ούτε ανάβουν λύχνο και τον θέτουν κάτω από το μόδι, αλλά πάνω στο λυχνοστάτη και έτσι λάμπει σε όλους όσοι είναι μέσα στην οικία.
16 Έτσι ας λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς».

50 καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας ἄναλον γένηται, ἐν τίνι αὐτὸ ἀρτύσετε; ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς ἅλας καὶ εἰρηνεύετε ἐν ἀλλήλοις (Μκ 9,50).
34 Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται; 35 οὔτε εἰς γῆν οὔτε εἰς κοπρίαν εὔθετόν ἐστιν· ἔξω βάλλουσιν αὐτό. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω (Λκ 14,34-35).
ΦΩΣ ΚΑΙ ΑΛΑΤΙ
του ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ

«Υμείς εστε το άλας της γης...
υμείς εστε το φως του κόσμου»

(Ματθ. ε’ 13, 14).

1. Το φως δίνει πρώτα απ’ όλα ζωή. Είναι η αιτία της ζωής μέσα στη φύση. Το φως φωτίζει τον κόσμο, επιτρέπει να εργαζόμεθα, να βαδίζουμε, να δημιουργούμε. Χωρίς φως η ζωή σταματά ή διατηρείται σε υποτονικές καταστάσεις. Τα φυτά, πιο εκφραστικά από κάθε τι που έχει ζωή στον πλανήτη μας, μας φανερώνουν την αξία του φωτός, με το να στρέφονται συνεχώς σ’ αυτό και να το αναζητούν.
Το ηλιοτρόπιο λ.χ. είναι ο σιωπηρός κήρυκας της ανάγκης της ζωής για φως. Μετά τη ζωή όμως το φως είναι και η αιτία της γνώσεως. Τα 99% των γνώσεών μας αποκτώνται με τα μάτια. Δεν είναι δυνατόν ούτε να φαντασθούμε απλώς τη ζωή μας σε ένα συνεχές σκοτάδι, που θα αχρήστευε το οπτικό μας όργανο. Θα μας στερούσε τις περισσότερες γνώσεις μας και θα περιόριζε έτσι την πρόοδο του πολιτισμού μας.
Η επικοινωνία μας, έπειτα, με τους άλλους, και τον κόσμο γενικά, θα ήταν αδύνατη και η ζωή ουτοπία. Τέλος το φως δίνει ασφάλεια και σιγουριά. Ας φέρουμε στο νου μας ένα φάρο στο ταραγμένο πέλαγος και στη μαυρίλα της νύχτας. Δεν είναι περίεργο ότι για τον άνθρωπο που έχει τις προϋποθέσεις να ζει στο φως, το σκοτάδι είναι πάντα πηγή τρόμου και αβεβαιότητας. Η «νυκτερινή ζωή» είναι πάντα συνδεδεμένη με το κακό, την αμαρτία και το έγκλημα, παρ’ όλο που υπάρχει πάντα δυστυχώς δυνατότητα να γίνει το κακό και στο άπλετο φως της ημέρας.
Ποτέ όμως δεν βαδίζει κανείς με απόλυτη σιγουριά τη νύκτα, ποτέ δεν αισθάνεται απόλυτα ασφαλής μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Ζωή, γνώση, ασφάλεια. Να πάνω απ’ όλα, τί χαρίζει το φως στον άνθρωπο!

Τί εννοούσε όμως ο Χριστός, λέγοντας στους μαθητές του πως είναι φως του κόσμου; 
Κατ’ αρχήν είναι σημαντικό πως δεν τους λέγει ΓΙΝΕΣΘΕ ΦΩΣ, όπως αλλού θα τους πει ΓΙΝΕΣΘΕ ΤΕΛΕΙΟΙ ή ΑΓΙΟΙ. Τους λέγει ΕΣΤΕ! Είσθε το φως του κόσμου! Γιατί αν δεν είμασθε φως, δεν είμασθε χριστιανοί. Σε άλλο σημείο ο Χριστός ταυτίζει καθαρά τον εαυτό του με το φως (Ιωάν. α’ 4. 5. 9). Λέγοντας τώρα και στους μαθητάς του πως ΕΙΝΑΙ το φως, δηλώνει ότι δεν είναι μαθητής του, χριστιανός, όποιος δεν αντανακλά το (υπερφυσικό) φως του Χριστού στον κόσμο. Διότι ο Χριστός, ως Θεός, είναι η πηγή του Ακτίστου και αιωνίου φωτός. Αυτό το φως δέχεται και μεταδίδει ο αληθινά πιστός του, ο Άγιος.

Έτσι, λοιπόν, οι χριστιανοί αναλαμβάνουν το βαρύ έργο να είναι το πνευματικό φως των συνανθρώπων τους (πρβλ. Εφεσ. ε’ 8). Να είναι δηλαδή και να φαίνονται φωτεινοί, άρα χριστιανοί, και συνάμα να φωτίζουν το σκοτάδι και στο σκοτάδι των άλλων. Δηλαδή να είναι οδηγοί των άλλων και πνευματικοί ηγέτες στην κοινωνία, αλλά συνάμα και να αποτελούν κρίση για τη σκοτεινή ζωή του κόσμου της αμαρτίας. Τούτο πραγματοποιείται, όταν οι χριστιανοί πορεύονται «ως τέκνα φωτός» και όλα τα έργα τους αντέχουν στο φως. Όχι όμως μόνο υπαρξιακά (πρέπει να) είναι φώτα οι χριστιανοί, αλλά και δυναμικά. Δεν αρκεί να δέχονται φως. Χρειάζεται και να σκορπίζουν φως. Να μεταδίδουν το φως της Αλήθειας, της θείας γνώσεως. Αν δεν ξεκαθάριζαν το σκοτάδι της πλάνης οι Άγιοι Πατέρες σε συνόδους, και αν δεν επρόβαλλαν το φως της ευαγγελικής αλήθειας, δεν θα μπορούσαν να είναι φώτα. Δεν θα μπορούσαν να οδηγούν στο δρόμο της αληθείας. Γιατί τρίτη αποστολή του χριστιανού στον κόσμο είναι αυτή. Να είναι φάρος στον κόσμο, να δείχνει τον δρόμο της σωτηρίας.

2. Εξ ίσου όμως εκφραστική είναι και η έννοια του άλατος, για να δηλώσει την αποστολή του χριστιανού στην κοινωνία.
Το αλάτι έχει δυο βασικές ιδιότητες. Διατηρεί και έπειτα νοστιμίζει, δίνει ουσία στη γεύση. Όταν μιλούσε ο Χριστός μας, ο κόσμος δεν ήταν ουσιαστικά διαφορετικός από τον δικό μας. Σε κάθε εποχή ο άνθρωπος δεν παύει να είναι αυτός, που είναι, και η κοινωνία του το ίδιο. Με τις ίδιες αγωνίες και ανάγκες, τα ίδια προβλήματα και ανησυχίες. Η αύξηση και εξέλιξη των μέσων είναι εξωτερική. Η ψυχή μας μένει η ίδια. Και τότε, λοιπόν, υπήρχε ο ίδιος κλονισμός αξιών, η ίδια επικούρεια διάθεση, το ίδιο άγχος, η ίδια ηθική κατάπτωση, η ίδια καθίζηση της αξίας της ζωής και της ανθρώπινης προσωπικότητας. Αρκεί να υπενθυμίσουμε τη δουλεία, που σήμερα βέβαια κυκλοφορεί με άλλα ονόματα, την έκθεση των βρεφών και τις εκτρώσεις. Το έργο, λοιπόν, του χριστιανού σε ένα τέτοιο κόσμο είναι πρώτα να συντηρήσει, να συγκρατήσει από τη σήψη και την αποσύνθεση. Να προφυλάξει. Υπάρχει όμως και η θετική πλευρά. Να δίνει γεύση, να χαρίζει στη ζωή την πνευματική και ηθική της διάσταση. Όλη η ατομική και εκκλησιαστική ευσέβεια συγκεντρώνεται στη διπλή προσπάθεια να αφαιρείται κακό (άσκηση) και να προστίθεται καλό (έργα κοινωνίας και αγάπης). Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, γιατί ο Χριστός εχρησιμοποίησε τις δύο έννοιες του φωτός και του άλατος, για να χαρακτηρίσει μ’ αυτές τους μαθητές του.

3. Μέσα στη σημερινή περικοπή συμπυκνώνεται ολόκληρη η αποστολή της στρατευομένης Εκκλησίας, του σώματος των πιστών, στον κόσμο. Το πρόβλημα όμως παρουσιάζεται στην πραγμάτωση αυτής της αποστολής.
Πώς θα μείνει ο Χριστιανός και η Εκκλησία φως και άλας του κόσμου. Το ίδιο το Ευαγγέλιο ερωτά: «Εάν το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται». Αν το αλάτι χάσει την αλιστική του δύναμη τί θα του την ξαναδώσει; Αν ο χριστιανικός κόσμος χάσει τη δύναμή του να συγκρατεί και να νοστιμίζει, αν δηλαδή παύσει να παίρνει τα δώρα αυτά από τη πηγή τους, τον Χριστό, τί τον χρειάζεται ο κόσμος; Θα πεταχθεί ως άχρηστος και θα πατηθεί, συμπληρώνει το Ευαγγέλιο. Μία Ιεραρχία, που συμμαχεί με τον κόσμο του πονηρού, χάνει την αλιστική της δύναμη και, πέρα από το όνομα, δεν της μένει τίποτε κοινό με του Χριστού την Εκκλησία. Είναι καιρός να διερωτηθούμε. Μήπως κάτι τέτοιο συμβαίνει με όλους μας, όταν συντασσόμεθα με τις δαιμονικές δυνάμεις του κόσμου και εργαζόμασθε όχι για τον Χριστό, αλλά για εκείνες;

Έστω και αν τούτο γίνεται χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Θα συμφωνήσουμε όμως όλοι πως δεν διακονείται ο Χριστός, όταν διακονούμε «τον άρχοντα του κόσμου τούτου». Το ίδιο ισχύει και για τη φωτιστική δύναμη της Εκκλησίας. Για να μείνει φως, πρέπει να μείνει απρόσβλητη από το σκοτάδι του κόσμου. Όσο προχωρεί η εκκοσμίκευσή της, όσο περισσότερο σκοτάδι μπαίνει στους κόλπους της, τόσο προχωρεί το νερό στα ύφαλα του σκάφους της, με όλες τις αναπόφευκτες συνέπειες. Η εκκοσμίκευση δεν μπορεί ποτέ να φέρει την επέκταση και αύξηση εν Χριστώ της Εκκλησίας. Ο κόσμος δεν κερδίζεται με την εκκοσμίκευση, αντίθετα η Εκκλησία, όταν «εκκοσμικεύεται», χάνει την ταυτότητά της. Για να διατηρήσει η Εκκλησία την ουσία της, πρέπει να μείνει φως και άλας, όπως ο Χριστός την θέλησε, και όπως Εκείνος την ίδρυσε στον κόσμο.

Αδελφοί μου!
Έτσι όμως καταλήγουμε σε μια σπουδαία διαπίστωση. Με αυτό τον τρόπο εξηγείται η μικρή ακτινοβολία της Εκκλησίας μας, στην ανθρώπινη διάστασή της, σήμερα. Δεν ακτινοβολεί εκείνη, γιατί χάσαμε το φως μας εμείς οι χριστιανοί. Δεν αλλάζει την όψη του κόσμου εκείνη, γιατί εμείς μείναμε στυφοί και ανάλατοι.
Το έργο της Εκκλησίας βέβαια συνεχίζεται, και το αγιαστικό και το σωστικό. Ό,τι γίνεται όμως, γίνεται, γιατί η χάρη του Θεού δεν μας εγκατέλειψε (λ.χ. τα μυστήρια). Αν ο Χριστός όμως δεν φαίνεται στην κοινωνία, να διδάσκει, να φωτίζει, να θαυματουργεί, είναι γιατί εμείς διώξαμε τον Χριστό από μέσα μας.
Και η μεν (ποιμαίνουσα) Εκκλησία όλο και γίνεται περισσότερο κοσμική στη δομή και δράση της, εμείς δε ως άτομα όλο και περισσότερο συμμαχούμε και συσχηματιζόμεθα με τον κόσμο. Να γιατί σήμερα ίσως πολύ περισσότερο έχουμε ανάγκη να μιλούμε για τους Αγίους Πατέρες, που υπήρξαν και υπάρχουν σε κάθε εποχή το Φως του κόσμου και το άλας της γης.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ (Απάνθισμα κηρυγμάτων από την «ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ» των ετών 1980 και 1983)
ΠΡΩΤΟΠΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Μ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»


Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

Η Ανατρεπτική Αγάπη του Θεού - Ομιλία Ιωάννου Χρυσοστόμου (Μετάφραση - Κείμενο)

Ώ, Συ Νυμφίε, που ομορφαίνεις την ασχήμια της νύφης!
Το Zωντανό Iστολόγιο
Επιλογή (από P.G. 52, 404 Α-411 Β): +Παναγιώτης Νέλλας. 
Αναδημοσίευση από το περιοδικό ‘ΣΥΝΑΞΗ’ τεύχος αρ. 2, 1982
Πηγή: Αντιαιρετικό Εγκόλπιο 


Μετάφραση: Ελ. Μαϊνάς.

Πόρνη επιθυμούσε ο Θεός; Ναι πόρνη. Εννοώ τη δική μας φύση. Ήταν τρανός και αυτή ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση αλλά στη φύση. Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρευτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτινά, μένοντας απαράλλακτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών. Νικώντας τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, αδύνατο να τον δεις, μόνο να τον πιστέψεις … 

Έριχνε το βλέμμα του στη Γη και την έκανε να τρέμει … Ποτάμια έβγαζε στην έρημο … Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Για να την αναπλάσει από πόρνη σε παρθένα. Για να γίνει ο νυμφίος της. Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν στέλνει άγγελο στην πόρνη, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα χερουβείμ, δεν στέλνει τα σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.

Επεθύμησε πόρνη. Και τι κάνει;
Επειδή δεν μπορούσε να ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιό τρόπο έρχεται; Όχι με ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του. Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα.

Έπειτα λέγει.
- Δεν σε φύτεψα στον Παράδεισο;
- Του λέγει, ναι.
- Και πώς ξέπεσες από εκεί;
- Ήλθε και με πήρε ο Διάβολος από τον Παράδεισο.
- Φυτεύτηκες στον Παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να, σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει και ο λύκος δεν έρχεται πια.
- Αλλά είμαι, λέγει, αμαρτωλή και βρώμικη.
- Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός.

Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την πόρνη, όπως αυτή – το τονίζω – ήταν βουτηγμένη στη βρώμα. Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωρεί λάθη και παραπατήματα.

Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της Γης, ανάξια για τη Γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Και αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δεν βλέπει ασχήμια. Γι’ αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.
Την πήρε ως γυναίκα, και ως κόρη του την αγαπά, και ως δούλα του την φροντίζει, και ως παρθένα την προστατεύει, και ως παράδεισο την τειχίζει, και ως μέλος του σώματός του την περιποιείται. Τη φροντίζει ως κεφαλή της που είναι, τη φυτεύει ως ρίζα, την ποιμαίνει ως ποιμένας. Ως νυμφίος την παίρνει γυναίκα του, και ως εξιλαστήριο θύμα την συγχωρεί, ως πρόβατο θυσιάζεται, ως νυμφίος τη διατηρεί μέσα στην ομορφιά, ως σύζυγος φροντίζει να μην της λείψει τίποτα.
Ώ, Συ Νυμφίε, που ομορφαίνεις την ασχήμια της νύφης!
—- 
Ομιλία Ιωάννου Χρυσοστόμου
«Ότε της Εκκλησίας έξω ευρεθείς Ευτρόπιος …»

Ἀλλ᾿ ὅπερ ἔλεγον, ὁ τοσοῦτος καὶ τηλικοῦτος ἐπεθύμησε πόρνης...
.........
Πόρνης ἐπεθύμει ὁ Θεός; Ναί, πόρνης· τῆς φύσεως τῆς ἡμετέρας λέγω. Πόρνης ἐπεθύμει ὁ Θεός; Καὶ ἄνθρωπος μέν, ἐὰν ἐπιθυμήσῃ πόρνης καταδικάζεται, Θεός δὲ πόρνης ἐπιθυμεῖ; Καὶ πάνυ. Πάλιν ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ πόρνης, ἵνα γένηται πόρνος· Θεὸς δὲ ἐπιθυμεῖ πόρνης, ἵνα τὴν πόρνην παρθένον ἐργάσηται· ὥστε ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπώλεια τῆς ἐπιθυμουμένης· ἡ δὲ ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ, σωτηρία τῇ ἐπιθυμουμένῃ. Ὁ τοσοῦτος καὶ τηλικοῦτος ἐπεθύμησε πόρνης; Καὶ τί; Ἵνα γένηται νυμφίος. Τί ποεῖ; Οὐ πέμπει πρὸς αὐτὴν οὐδένα τῶν δούλων, οὐ πέμπει ἀρχάγγελον, οὐ πέμπει τὰ Χερουβίμ, οὐ πέμπει τὰ Σεραφίμ· ἀλλ᾿ αὐτὸς παραγίνεται ὁ ἐρῶν. Πάλιν ἔρωτα ἀκούσας, μὴ αἰσθητὸν νόμιζε. Ἔκλεγε τὰ νοήματα ἀπὸ τῶν λέξεων, καθάπερ ἀρίστη μέλιττα ἐφιπταμένη τοῖς ἄνθεσι, καὶ τὸ κηρίον λαμβάνουσα, τὰς δὲ βοτάνας ἐῶσα.
Ἐπεθύνησε πόρνης· καὶ τί ποεῖ; Οὐκ ἀνάγει αὐτὴν ἄνω· οὐ γὰρ ἐβούλετο πόρνην εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναγαγεῖν, ἀλλὰ καταβαίνει αὐτὸς κάτω. Ἐπειδὴ αὐτὴ οὐκ ἠδύνατο ἀναβῆναι ἄνω, αὐτὸς κατέβη κάτω. Πρὸς τὴν πόρνην ἔρχεται καὶ οὐκ αἰσχύνεται· ἔρχεται εἰς τὴν καλύβην αὐτῆς. Ὁρᾷ αὐτὴν μεθύουσαν. Καὶ πῶς ἔρχεται; Οὐ γυμνῇ τῇ οὐσίᾳ, ἀλλὰ γίνεται, ὅπερ ἦν ἡ πόρνη, οὐ τῇ γνώμῃ, ἀλλὰ τῇ φύσει γίνεται τοῦτο ἵνα μὴ ἰδοῦσα αὐτὸν πτοηθῇ, ἵνα μὴ ἀποπηδήσῃ, ἵνα μὴ φύγῃ. Ἔρχεται πρὸς τὴν πόρνην καὶ γίνεται ἄνθρωπος. Καὶ πῶς γίνεται; Εἰς μήτραν κυοφορεῖται, αὔξεται κατὰ μικρὸν καὶ ἔρχεται τὴν ὁδὸν τῆς ἡλικίας τῆς ἐμῆς. Τίς; Ἡ οἰκονομία, οὐχ ἡ θεότης· ἡ τοῦ δούλου μορφή, οὐχ ἡ τοῦ Δεσπότου· ἡ σὰρξ ἡ ἐμὴ, οὐχ ἡ οὐσία ἐκείνου· αὔξεται κατὰ μικρόν, καὶ μίγνυται ἀνθρώποις· καίτοι εὑρίσκει αὐτὴν ἐλκῶν γέμουσαν, ἐκτεθηριωμένην, ὑπὸ δαιμόνων πεφορτισμένην· καὶ τί ποιεῖ; Προσέρχεται αὐτῇ. Εἶδεν ἐκείνη καὶ ἔφυγε.
Καλεῖ μάγους. Τί φοβεῖσθε; Οὔκ εἰμι κριτής, ἀλλ᾿ ἰατρός· «οὐκ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ιω 12, 47). Καλεῖ εὐθέως μάγους. Ὠ καινῶν καὶ παραδόξων πραγμάτων. Αἱ ἀπαρχαὶ εὐθέως μάγοι. Κεῖται ἐν φάτνῃ ὁ τὴν οἰκουμένην βαστάζων, καὶ ἐσπαργάνωται ὁ πάντα περιέπων. Κεῖται ὁ ναός καὶ ἐνοκεῖ ὁ Θεός. Καὶ ἔρχονται μάγοι, καὶ προσκυνοῦσιν εὐθέως· ἔρχεται τελώνης καὶ γίνεται εὐαγγελιστής· ἔρχεται πόρνη καὶ γίνεται παρθένος· ἔρχεται Χαναναία καὶ ἀπολαύει φιλανθρωπίας. Τοῦτο ἐρῶντος, τὸ μὴ ἀπαιτῆσαι εὐθύνας ἁμαρτημάτων, ἀλλὰ συγχωρῆσαι παρανομήματα πλημμελημάτων. Καὶ τί ποιεῖ; Λαμβάνει αὐτήν, ἀρμόζεται αὐτήν. Καὶ τί αὐτῇ δίδωσι; Δακτύλιον. Ποῖον; Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Λέγει Παῦλος· «ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν Θεός, ὁ σφραγισάμενος ἡμᾶς, καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος» (Β´ Κορ. 1, 21-22). Πνεῦμα αὐτῇ δίδωσιν. 

Εἶτα φησίν· οὐκ εἰς παράδεισόν σε ἐφύτευσα; 
Λέγει, ναί. 
Καὶ πῶς ἐξέπεσες ἐκεῖθεν; 
Ἦλθεν ὁ διάβολος καὶ ἔλαβέ με ἀπὸ τοῦ παραδείσου. 
Ἐφυτεύθης ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἔβαλέ σε ἔξω· ἰδοὺ φυτεύω σε ἐν ἐμαυτῷ, ἐγὼ σε βαστάζω. 
Πῶς; Οὐ τολμᾷ ἐμοὶ προσελθεῖν. Οὐδὲ εἰς τὸν οὐρανόν σε ἀνάγω· ἀλλὰ μεῖζον ἐνταῦθα τοῦ οὐρανοῦ· ἐν ἐμαυτῷ τῷ Δεσπότῃ τοῦ οὐρανοῦ βαστάζω σε. Ποιμὴν βαστάζει καὶ ὁ λύκος οὐκέτι ἔρχεται· μᾶλλον δὲ ἀφῶ αὐτὸν καὶ προσελθεῖν. Καὶ βαστάζει τὴν ἡμετέραν φύσιν· καὶ προσέρχεται ὁ διάβολος καὶ ἡττᾶται. Ἐφύτευσά σε ἐν ἐμαυτῷ. Διὰ τοῦτο λέγει «ἐγὼ ἡ ρίζα καὶ ἡμεῖς τὰ κλήματα»· καὶ ἐφύτευσεν αὐτὴν ἐν ἑαυτῷ. 
Καὶ τὶ λοιπόν; Ἀλλὰ ἁμαρτωλός εἰμι καὶ ἀκάθαρτος. 
Μὴ σοι μελέτω, ἰατρός εἰμι. Οἶδα τὸ σκεῦος τὸ ἐμὸν, οἶδα πῶς διεστράφη. Πήλινον ἦν πρὸ τούτου καὶ διεστράφη. Ἀναπλάττω αὐτὸ διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας καὶ παραδίδωμι τῷ πυρί.

Αναδημοσίευση: hnzals.blogspot

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Τὸ ἀγαθό, κατά Μ. Βασίλειο

ΠΟΛΛΑ ἐστιν͵ ἃ ὁ Θεὸς θέλει· τὰ μὲν ἐν μακροθυμίᾳ καὶ χρηστότητι͵ ἅπερ ἀγαθά ἐστί τε καὶ λέγεται, τὰ δὲ κατ΄ ὀργὴν διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν͵ ἅπερ κακὰ ὀνομάζεται. Ἐγὼ γάρ εἰμι͵ φησίν͵ ὁ ποιῶν εἰρήνην καὶ κτίζων κακά. Κακὰ δὲ οὐχ ὑπὲρ ὧν κολαζόμεθα͵ ἀλλὰ δι΄ ὧν παιδευόμεθα. Τὰ δὲ παιδεύοντα͵ καὶ διὰ τῆς κακώσεως εἰς ἐπιστροφὴν ἄγοντα͵ γίνεται εἰς ἀγαθόν.

Ὅσα μὲν οὖν μακροθυμῶν καὶ χρηστευόμενος θέλει ὁ Θεός͵ ταῦτα καὶ ἡμᾶς καὶ θέλειν καὶ μιμεῖσθαι ἀναγκαῖον. 
Γίνεσθε γάρ͵ φησίν͵ οἰκτίρμονες͵ καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστίν. Καὶ ὁ Ἀπόστολος δέ͵ Γίνεσθε͵ φησί͵ μιμηταὶ τοῦ Θεοῦ͵ ὡς τέκνα ἀγαπητά καὶ περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ͵ καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς. Ὅσα δὲ κατ΄ ὀργὴν διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐπάγει͵ ταῦτα κακὰ λεγόμενα͵ ὡς εἶπον͵ τῷ λόγῳ τῆς κακώσεως͵ οὐ πάντως καὶ ἡμῖν ἔξεστι ποιεῖν. Οὐ γὰρ ἐπειδὴ θέλημα Θεοῦ ἐστι͵ λιμῷ πολλάκις͵ ἢ λοιμῷ͵ ἢ πολέμῳ͵ ἢ ἄλλῳ τινὶ τοιούτῳ διαφθαρῆναι ἀνθρώπους͵ τῷ θελήματι τούτῳ ἐξυπηρετεῖσθαι ἡμᾶς χρή. 
Πρὸς γὰρ τὰ τοιαῦτα καὶ ὑπηρέταις κακοῖς ὁ Θεὸς κέχρηται͵ κατὰ τὸ εἰρημένον͵ ὅτι Ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτοὺς ὀργὴν θυμοῦ αὐτοῦ͵ θυμὸν καὶ ὀργὴν͵ καὶ θλίψιν͵ ἀποστολὴν δι΄ ἀγγέλων πονηρῶν. Οὐκοῦν πρῶτον μὲν ζητεῖν δεῖ͵ τί τὸ ἀγαθὸν θέλημα τοῦ Θεοῦ· εἶτα͵ ὅταν γνωρίσωμεν τὸ ἀγαθόν͵ ἐξετάζειν͵ εἰ τὸ ἀγαθὸν τοῦτο καὶ εὐάρεστον τῷ Θεῷ ἐστιν. Ἔστι γάρ τι ὃ τῷ μὲν ἰδίῳ λόγῳ καὶ θέλημα Θεοῦ ἐστι καὶ ἀγαθόν ἐστιν· ὅταν δὲ ἢ παρὰ πρόσωπον ἢ παρὰ καιρὸν γένηται͵ οὐκέτι καὶ εὐάρεστον Θεῷ ἐστιν. Οἷον͵ θέλημα Θεοῦ ἦν καὶ ἀγαθὸν ἦν τὸ θυμιᾷν Θεῷ͵ ἀλλ΄ οὐκ ἦν εὐάρεστον Θεῷ τοὺς περὶ Δαθὰν καὶ Ἀβειρὼν* τοῦτο ποιεῖν. Καὶ πάλιν͵ θέλημα Θεοῦ ἐστι͵ καὶ ἀγαθόν ἐστι τὸ ἐλεημοσύνην ποιεῖν· ἀλλὰ τὸ ἕνεκεν τοῦ δοξασθῆναι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ποιεῖν͵ οὐκέτι καὶ εὐάρεστον Θεῷ ἐστι.
Καὶ πάλιν͵ θέλημα Θεοῦ ἦν καὶ ἀγαθὸν ἦν τὸ τοὺς μαθητάς͵ ὃ πρὸς τὸ οὖς ἤκουσαν͵ κηρύξαι ἐπὶ τῶν δωμάτων· ἀλλὰ τὸ πρὸ καιροῦ τι εἰπεῖν οὐκέτι καὶ εὐάρεστον ἦν τῷ Θεῷ· Μηδενὶ γὰρ εἴπητε͵ φησί͵ τὸ ὅραμα τοῦτο͵ ἕως οὗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ. Καὶ καθόλου πᾶν θέλημα Θεοῦ ἀγαθὸν τότε καὶ εὐάρεστόν ἐστιν͵ ὅταν πληρωθῇ ἐπ΄ αὐτῷ τὸ ὑπὸ τοῦ Ἀποστόλου εἰρημένον· Πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε· καί͵ Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω. Πάλιν δέ͵ ὅταν καὶ θέλημα Θεοῦ ᾖ τι, καὶ ἀγαθὸν ᾖ͵ καὶ εὐάρεστον ᾖ͵ οὐδ΄ οὕτως ἀμεριμνεῖν χρή͵ ἀλλ΄ ἀγωνιᾷν καὶ φροντίζειν͵ ὅπως τέλειον καὶ ἀνελλιπὲς τοῦτο ᾖ· ἐν μέτρῳ ποτὲ μὲν τοῦ γινομένου͵ εἰ κατὰ τὸ προστεταγμένον γίνεται͵ ποτὲ δὲ τῆς τοῦ ποιοῦντος δυνάμεως. Ἀγαπήσεις γάρ͵ φησί͵ Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς δυνάμεώς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν· καθὼς καὶ ὁ Κύριος ἐν τῷ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίῳ ἐδίδαξε. Καὶ πᾶσαν δὲ ἐντολήν͵ καθὼς γέγραπται· Μακάριος γὰρ͵ φησίν͵ ὁ δοῦλος͵ ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ͵ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως.

* Αμφισβητήσαντες την θεοκλησία του Μωυσή

Πλάτωνας

Ο Πλάτωνας δίδαξε πως το Αγαθό είναι ο ύστατος στόχος της Γνώσης και η επιδίωξη της αληθινής σοφίας γίνεται με τη χαλάρωση των δεσμών που συνέχουν την ψυχή με το σώμα.
Επίσης, ότι το Ένα βρίσκεται πίσω από τα πολλά και πως ό,τι υπάρχει στον κόσμο είναι άτεχνα και πρόσκαιρα αντίγραφα των Ιδεών που απορρέουν από το Ένα. 

Και ο τρόπος να προσεγγίσει ο άνθρωπος το Ένα, δηλαδή να ανεβεί από τα πολλά στο Ένα, είναι να οράται τις Ιδέες, δηλαδή το Δίκαιο, το Καλό, το Ωραίο.

Η ύψιστη Ιδέα του Αγαθού είναι ένα με τη Θεία Αρχή.