Πέμπτη 25 Απριλίου 2019

Ο Σταυρωθείς και Αναστάς Κύριος, η Μόνη Αλήθεια

Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη

Καθώς ο Κύριος πορεύε­ται στο εκούσιο Πάθος για μας και για την σωτηρία μας, οδηγείται και ενώπιον του Πιλάτου για ανάκρισι και τελική έγκρισι της θανατικής ποινής, που του επέβαλε το Συνέδριο των Ιουδαίων.
Ο Πιλάτος, άνθρωπος με φιλοσοφικές αναζητή­σεις, όταν άκουσε από τον Κύριο ότι η βασιλεία Του δεν είναι εκ του κόσμου τούτου και ότι ήλθε να μαρτυρήση «τη αληθεία», δη­λαδή να φανερώση την αλήθεια, ερώτησε: «Τι εστίν αλήθεια» (Ιωάν. ιη’ 38). 
Δεν περίμενε την απάντησι, προφανώς, γιατί ήξερε ότι κανένας φιλόσο­φος δεν μπόρεσε να δώση ικανοποιητική απάντησι. Πολλώ μάλλον δεν περίμε­νε την απάντησι από ένα υπόδουλο στους Ρωμαίους Εβραίο, που οι συμπατριώται του τον έκριναν ένοχο θανάτου. Αλλά και ο Ιησούς παρότι πολλές φο­ρές ωμίλησε για την απο­στολή Του να φέρη στον κόσμο την Αλήθεια, δεν απήντησε στον Πιλάτο.
Ο Πιλάτος δεν έλαβε απά­ντησι, γιατί δεν ερώτησε σωστά. 
Εάν ερωτούσε όχι «τι εστίν αλήθεια» αλλά «τίς εστίν Αλήθεια», θα ελάμβανε την απάντησι: «Εγώ ειμί η Αλήθεια» (Ιω­άν. ιδ΄ 6).

Γράφει ο π. Σωφρόνιος του Έσσεξ: 
«Η επιστήμη και η φιλοσοφία θέτουν στον εαυτό τους το ερώτη­μα «τί εστίν αλήθεια», ενώ η γνήσια χριστιανική συνείδηση αποτείνεται προς την αλήθεια ρωτώντας «τίς». 
Οι εκπρόσωποι της επιστή­μης και της φιλοσοφίας συ­χνά θεωρούν τους χριστια­νούς ονειροπόλους χωρίς βάθος, ενώ για τον εαυτό τους έχουν τη γνώμη πως πατούν σε στέρεη βάση και γι’ αυτό αυτοαποκαλούνται «θετικιστές». 
Κατά παρά­δοξο τρόπο δεν αντιλαμ­βάνονται τον αφηρημένο χαρακτήρα που έχει το «τί» τους. Δεν καταλαβαί­νουν πως η Αλήθεια, η συ­γκεκριμένη, η απόλυτη, μπορεί να είναι μόνο «τίς» και σε καμμία περίπτωση «τί». 
Γιατί η Αλήθεια δεν είναι ένας θεωρητικός τύ­πος ή μία αφηρημένη ιδέα, αλλά η Αυτοζωή, το «Εγώ ειμι» 
(Ιωάν. η΄ 58), («Αγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», σελ. 119).

Πράγματι, ο Κύριος δεν ενηνθρώπησε για να εισηγηθή μία νέα φιλοσοφική πρότασι για την αλήθεια ή έστω και μία νέα ηθική συ­μπεριφορά ή μία νέα μετα­ξύ άλλων θρησκεία, αλλά για να φέρη στον κόσμο σαρκωμένη την Αλήθεια, τον εαυτό Του. 
Εκτοτε για τους Χριστιανούς η Αλή­θεια είναι ο Χριστός. Κατά τον Αγιο Ιωάννη τον Θεο­λόγο και Ευαγγελιστή: «ο νόμος δια Μωϋσέως εδό­θη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιωάν. α΄ 17). Και επειδή ο Χριστός είναι η Αλήθεια, ελευθερώ­νει από την πλάνη και άγνοια και σώζει τον άνθρωπο: «γνώσεσθε την Αλήθειαν, και η Αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. η΄ 32). Υπάρχουν πολλές απόψεις για την αλήθεια, αλλά ένας μόνος είναι η Αλήθεια.

Αυτόν τον Χριστό – Αλή­θεια προεφήτευσαν οι Προφήται, εκήρυξαν οι Απόστολοι, ωμολόγησαν οι Μάρτυρες, εδογμάτισαν οι Πατέρες. Αυτός ο Χριστός είναι «φως εκ φωτός, Θεός αλη­θινός εκ Θεού αληθινού, ομοούσιος με τον Πατέ­ρα». Αυτός ο Χριστός ένωσε, τελικά και αδιάσπαστα, την θεία φύση με την ανθρώπι­νη φύσι στην υπόστασί Του, στο ένα πρόσωπό Του, στο πρόσωπο του Λό­γου.
Αυτός ο Χριστός είναι η Αλήθεια, γιατί με τον θάνα­τό Του νικά τον θάνατό μας και με την Ανάστασί Του μας χαρίζει την αιώνιο ζωή.

Αυτήν την Χριστοαλήθεια δεν μπορούμε να την συμβιβάσουμε με τις «αλήθειες» των άλλων θρη­σκειών και άλλων πίστεων. 
Ο Χριστός είναι όλη η Αλήθεια. Δεν είναι η μισή Αλήθεια, που πρέπει να συμπληρωθή από άλλες αλήθειες.
Έχοντας αυτήν την πίστι και ο μεγάλος Ντοστογιέφσκη έγραψε: «Πιστεύω ότι ο Χριστός είναι η Αλή­θεια, αλλά εάν με πείση κα­νείς ότι ο Χριστός δεν είναι αλήθεια, εγώ θα προ­τιμούσα να είμαι με τον Χριστό παρά με την αλή­θεια». 
Ο Ντοστογιέφσκη και όλοι οι άλλοι πιστοί Χρι­στιανοί πράγματι προτι­μούμε, πιστεύουμε στην προσωποποιημένη και σαρ­κωμένη Αλήθεια και όχι σε κάποιες απρόσωπες αλή­θειες, ιδέες. 

Στην Ρωσία, στα χρόνια του μαχητικού αθεϊσμού, κάποιος κομματικός παράγων προσπάθησε με μία «επιστημονική» ομιλία του να πείση το ακροατήριό του ότι η Ανάστασις του Χριστού είναι μύθος. Ενό­μισε ότι όλοι επείσθησαν. Όταν ερώτησε, εάν κάποι­ος έχη να ειπή κάτι, εζήτησε τον λόγο ένας ευσεβής Ρώσος, ο οποίος είπε δύο λέξεις μόνον: «Χριστός Ανέστη». Όλο το ακροα­τήριο εβροντοφώνησε: «Αληθώς Ανέστη». Η σαρ­κωμένη Αλήθεια, ο Χρι­στός, ενίκησε τις «αλήθει­ες» του κόσμου τούτου.
Οι σταυρωταί του Κυρίου προσπάθησαν να κρύψουν το γεγονός της Αναστάσε­ως και να συκοφαντήσουν τους μαθητάς ότι έκλεψαν τον Κύριο από τον Τάφο. Δεν μας είπαν όμως πώς αυτοί, οι κατ’ αυτούς απα­τεώνες μαθηταί, εκήρυξαν τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Κύριο σε όλο τον κόσμο και πώς για την αγάπη Του υπέστησαν διωγμούς, βασανιστήρια και φρικτούς θανάτους.
Η ιστορία επαναλαμβά­νεται. Σύγχρονοι σταυρω­ταί του Κυρίου συκοφα­ντούν τον Αναστάντα Κύ­ριο. Προσπαθούν να τον γελοιοποιήσουν, χρησιμο­ποιώντας τον τύπο, τα ρα­διόφωνα, τις τηλεοράσεις, το διαδίκτυο. 
Κυκλοφο­ρούν Dvd-video με βλάσφη­μες, ψευδείς και αναπόδεικτες κατηγορίες κατά του Κυρίου, που δια μεγάλων καθημερινών εφημερίδων και περιοδικών μπαίνουν σε κάθε σπίτι, ώστε μικροί και μεγάλοι να κλονίζωνται στην πίστι τους, αφού δεν υπάρχει και η δυνατότης να ακούσουν και την άλλη άποψι. Αυτόν τον στόχο εξυπηρετεί και η νεοποχίτικη πανθρησκειακή κίνησι του συγκρητιστικού Οικου­μενισμού, που προσπαθεί να εξισώση τον Θεάνθρω­πο Κύριο και την Αγία μας Ορθόδοξο πίστι με τις άλλες θρησκείες και άλλες ομολογίες.

Φοβεροί εχθροί της Εκκλησίας υπήρξαν οι αιρέσεις. Φοβερώτερος όλων είναι ο Συγκρητισμός, δηλαδή η ανάμιξις και σχετικοποίησις κάθε πί­στεως. Υποβαθμίζει, μειώ­νει, υποσκάπτει όχι κάποιο από τα δόγματα αλλά όλα τα δόγματα, δηλαδή όλη την Αλήθεια, τον Θεάν­θρωπο Κύριο, για να ανοίξη τον δρόμο στην Πανθρησκεία της Νέας Εποχής, με την πίεση των ισχυρών της γης.

Η απάντησίς μας σ’ αυτόν τον γενικευμένο πό­λεμο κατά της Αληθείας -Χριστού θα πρέπη να είναι η με παρρησία ομολογία μας ότι μόνος ο Χριστός είναι η μόνη Αλήθεια και γι’ αυτό ο Σωτήρ του κόσμου, και μόνον η Αγία Ορθόδο­ξος Εκκλησία είναι η αληθι­νή, αποστολική, ακαινοτόμητη συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής Εκκλη­σίας των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέ­ρων.
Ομολογούμε την πίστι μας, έστω και εάν γι’ αυτήν την ομολογία υφιστάμεθα ή θα υποστούμε στο μέλλον εντονώτερο κοινωνικό αποκλεισμό. Καιρός μαρτυρίας και μαρτυρίου για την ομολο­γία του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού, της Αυτοαληθείας και σωτη­ρίας μας.

Χριστός Ανέστη!
Αληθώς Ανέστη!

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Η Βαϊοφόρος – Ερμηνεία της εικόνας

Η σκηνή αναφέρεται στην Ευαγγελικά περικοπή που περιγράφει τη θριαμβευτική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, 
έξι ημέρες πριν από το Πάσχα. 
Για το περιστατικά αυτά μιλούν όλοι οι Ευαγγελιστές: Ματθ. 21: 1-11, Μαρκ. 11:1-10, Λουκ. 19: 29-38, Ιωάν. 12:12-15.

Η εικόνα της Βαϊοφόρου περιγράφει έντεχνα το ιστορικά γεγονός της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, αποκαλύπτοντας συχρόνως και το «κεκρυμμένο μυστήριο» καθώς και το βαθύτερο νόημα των συμβάντων. 
Είναι επίσης η πρώτη στη σειρά των εικόνων εκείνων που αναφέρονται στα Πάθη και την συναντούμε στην εκκλησιαστική τέχνη από τα πρώτα κιόλας χριστιανικά χρόνια, στις Σαρκοφάγους των Κατακομβών.
Στην εικόνα βλέπουμε τον Χριστό καθισμένο σε υποζύγιο και τους Μαθητές να ακολουθούν, με επί κεφαλής τον απόστολο Πέτρο. 
Η πομπή πορεύεται προς την πύλη της εισόδου της πόλεως, όπου Τον αναμένει πλήθος κόσμου, κρατώντας κλαδιά από βάγια και φοίνικες.
Τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι χαρούμενα κι ενθουσιώδη, καθώς θεωρούν ότι ο Χριστός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας που, κατά τις παραδόσεις του ιουδαϊκού λαού, θα ερχόταν Πάσχα στα Ιεροσόλυμα και θα ελευθέρωνε το υπόδουλο έθνος. Με το γεγονός της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα εκπληρώθηκε η προφητεία του προφήτη Ζαχαρία που λέει: 
«Χαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών˙ κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ˙ ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται σοι δίκαιος και σώζων αυτός, πραΰς και επιβεβηκός επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9:99).
Αριστερά και πίσω από το σημείο απεικόνισης του Χριστού ζωγραφίζεται βραχώδης τόπος. Έτσι προσδιορίζεται η ακτίνα της πορείας του Χριστού και των Μαθητών από τη Βηθφαγή, που ήταν προάστιο της Ιερουσαλήμ κοντά στο όρος των Ελαιών, προς το κέντρο της πόλεως.

Η σκηνή χαριτώνεται και πλουτίζεται με την παρουσία και τη χαρούμενη συμμετοχή των «ακάκων παίδων του Ισραήλ» τα οποία είτε ανεβασμένα στα δέντρα για το κόψιμο των κλάδων είτε στρώνοντας τα ιμάτιά τους στο δρόμο για την υποδοχή του Χριστού, εκπροσωπούν τις αγνές και άδολες ψυχές που υποδέχονται τον «Βασιλέα της Δόξης».

Ο Χριστός ζωγραφίζεται καθισμένος πλάγια πάνω στο υποζύγιο ευλογών. Έτσι φαίνεται σαν να είναι ένας ένθρονος και δοξασμένος ηγέτης, που επισκέπτεται τους υπηκόους Του. 
Στο άλλο Του χέρι κρατάει κλειστό ειλητάριο, σύμβολο του νόμου της Καινής Διαθήκης, που πρόκειται να συνάψει με τον άνθρωπο προσφέροντας ως λύτρο το Αίμα Του. 
Η ελαφρά προς τα πίσω στροφή της κεφαλής Του δίνει την εντύπωση ότι συνομιλεί με τον πρώτο της χορείας των Μαθητών, τον απόστολο Πέτρο. 
Ο αγιογράφος θέλει μ’ αυτό να επισημάνει ότι ο δοξαζόμενος από το πλήθος ηγέτης, αν και φαίνεται ως βασιλεύς, δεν είναι άλλος παρά ο «Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου».
Η όλη σκηνή, αν και περιγράφει στιγμές δόξης και θριάμβου, εμφανίζει κάτι το πολύ παράδοξο: Βλέπουμε το λαό να επευφημεί ως επίγειο Βασιλιά Εκείνον που είχε κατ’ επανάληψιν σαφώς διακηρύξει: 
«Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». (Ιωάν 12, 36).

alopsis

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

Χαίρε Χαριτωμένη!
Ρόδο αμάραντο, πύρινε θρόνε, Χαίρε!

Απόγευμα Παρασκευής! « Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος, και λόγον ερεύξομαι τη βασιλίδι Μητρί….
Στο μοσχολίβανο πνιγμένη η εκκλησία να σμίγει με τις τρίλιες των πουλιών και τις μοσχοβολιές της άνοιξης. 

Απ’ τα ψηλά παράθυρα μια δέσμη φωτεινή απ’ το στερνό φως της μέρας απλώνει στο πρόσωπό Της τη γλυκύτητα του γήινου αντάμα με το υπερκόσμιο, αυτό που δεν μπορούν να δουν τα μάτια.
Σε κείνο το βλέμμα που χαμογελά μέσα απ’ την χρυσοποίκιλτη κορνίζα, η πίστη, η ελπίδα, το θαύμα σμίγει με τα δάκρυα τα παρακαλεστικά που ελευθερώνονται απ’ τον πόνο.
Κρίνα απλώνουν το λευκό της αγνότητας δίπλα στ’ αναμμένα κεριά. 

Χρυσογραμμένα λόγια, ολόλαμπρα απάνω στα κρινόφυλλα: Χαίρε Κεχαριτωμένη! Χαίρε Παντάνασσα, Ελεούσα, Οδηγήτρα, Βαγγελίστρα, Φανερωμένη, Πύργε χρυσοπλοκότατε…. Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε!

Φεγγόβολη εκκλησιά απ’ των κεριών το φέγγος αρδεύει το φως της κατάνυξης και το μεταπλάθει σε άφατο λόγο για να φωτίσει τη γύμνια της ψυχής μας, να το αποδώσει αέναη προσευχή στον εγκώμιο ύμνο των Χαιρετισμών.
Πάθος εξαγνισμένο, άσπιλο κι αμόλυντο του λογισμού και του ονείρου, φως ιλαρό απ’ του Δημιουργού το ασίγαστο χέρι.
Κι Εκείνη, στέκεται άγρυπνος βιγλάτορας στην πόρτα της ψυχής μας να αφουγκράζεται τις μύχιες σκέψεις που ελευθερώνονται απ’ τον πόνο και γίνονται δακρυρροούσα αγάπη σ’ ένα αντιφέγγισμα της δικής μας μεταμόρφωσης. Έρχεται με το μικρό απόδειπνο να μας φιλέψει καλοσύνη και έγνοια όπως η μάνα μας.


Ανάξιοι εμείς κι αμαρτωλοί απαξιούμε κι αρνούμαστε την αγκαλιά Της αμφισβητώντας τη Χάρη Της, βουτηγμένοι στο εφήμερο των εγκοσμίων.


Απόγευμα Παρασκευής! Ο αέρας παίρνει την υμνωδία και τη γυρίζει πάνω απ’ την πόλη να την κάνει εαρινή ευωχία δοξαστική. Τούτο το εσπέρας γη και ουρανός ζούνε την ιερουργία μιας αμόλυντης πίστης που σμιλεύει τα ασίγαστα πάθη, τους κραδασμούς της ψυχής να τους κάνει γαλήνη, να μερώσει τους πειρασμούς του λόγου που μέσα μας παραδέρνουν, να αποδώσει βαθιά τη μετάνοια.

Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή! Μυστική ιστόριση της θείας παρουσίας. Η αλήθεια οικοδομείται τη λαμπρότητα του σύμπαντος κόσμου, τη ζωοποιό ενέργεια της θείας Χάριτος. Η φλόγα των κεριών τρεμοπαίζει! Φως ιλαρό των ψυχών. Χαμηλόφωνη η φωνή του ψάλτη στην ωραιότερη υμνογραφία. Μουσική των αγγέλων με λόγια αγίων υμνωδών. Άσπιλο, ανέγγιχτο δέος σε παρακινεί να σιγοψιθυρίσεις: "Υπεραγία Θεοτόκε… άσω γηθόμενος ταύτης τα θαύματα."


Στα βυζαντινά χνάρια οδηγεί η πίστη και οι ρίζες οι βυζαντινές στη ρωμιοσύνη.
Σκέπη του κόσμου πιο πλατιά απ’τον κόσμο…….. αγνό βιβλίο ζωντανό που το ‘χει σφραγισμένο το Πνέμα, Ρόδο αμάραντο, πύρινε θρόνε Χαίρε!
Κυρά μου Στρατηλάτισσα σε Εσέ τα νικητήρια, δικό σου είναι το θάμα, στεφάνι σου πλέκουμε με βάγια δοξασμένα ( Κ. Παλαμάς)

Να σκεπάζει ανάλαφρα τον ύπνο μας των λευκών χεριών Της η βοήθεια!

Αννίκα

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

Κυριακή της Ορθοδοξίας - Ιωσήφ Βρυεννίου

Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία·
οὐ ψευσόμεθά σου πατροπαράδοτον σέβας·
ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν, καὶ σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα·
εἰ δὲ καλέσει καιρός, καὶ μυριάκις ὑπὲρ σοῦ τεθνηξόμεθα.

Όσιος Αλέξιος «Ο Άνθρωπος του Θεού»

Ανάμεσα στους δημοφιλέστερους αγίους των πρώιμων χριστιανικών χρόνων συγκαταλέγεται και ο τιμώμενος στις 17 Μαρτίου Άγιος Αλέξιος, ο οποίος διακρίθηκε για τη φιλόθεη βιοτή, τη βαθιά ευσέβεια και πίστη και την άκρα ταπείνωση, άσκηση και εγκράτεια. 
Η αφανής επίγειά του βιοτή, του εξασφάλισε κατά θεϊκή επιταγή τη θεόκλητη προσωνυμία «Ο Άνθρωπος του Θεού», αφού ο ίδιος ο Κύριος με τη φωνή Του τον αποκάλυψε, τον ονόμασε και τον υπέδειξε στον χριστιανικό λαό της Ρώμης.
♰♰♰♰♰♰♰♰♰
Η Κάρα του Οσίου βρίσκεται στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων.
♰♰♰♰♰♰♰♰♰
Ο Όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395 - 408 μ.Χ.) και Ονωρίου (395 - 423 μ.Χ.) από ευσεβείς και εύπορους γονείς. 
Ο πατέρας του Ευφημιανός ήταν συγκλητικός, φιλόπτωχος και συμπαθής, ώστε καθημερινά παρέθετε τρεις τράπεζες στο σπίτι του για τα ορφανά, τις χήρες και τους ξένους που ήταν πτωχοί. Η γυναίκα του ονομαζόταν Αγλαΐς και ήταν άτεκνη. 
Στη δέησή της να αποκτήσει παιδί, ο Θεός την εισάκουσε. Και τους χάρισε υιό. Αφού το παιδί μεγάλωσε κι έλαβε την κατάλληλη παιδεία, έγινε σοφότατος και θεοδίδακτος. Όταν έφθασε στη νόμιμη ηλικία, τον στεφάνωσαν με θυγατέρα από βασιλική και ευγενική γενιά. Το βράδυ όμως στο συζυγικό δωμάτιο ο Όσιος, αφού πήρε το χρυσό δακτυλίδι και τη ζώνη, τα επέστρεψε στην σύζυγό του και εγκατέλειψε τον κοιτώνα. 
Παίρνοντας αρκετά χρήματα από τα πλούτη του έφυγε με πλοίο περιφρονώντας την ματαιότητα της επίγειας δόξας. Καταφθάνει στην Λαοδικεία της Συρίας και από εκεί στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Εκεί ο Όσιος Αλέξειος μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς, ακόμη και τα ιμάτιά του, και, αφού ενδύθηκε με κουρελιασμένα και χιλιομπαλωμένα ρούχα, κάθισε στο νάρθηκα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως ένας από τους πτωχούς. 
Προτίμησε έτσι να ζει με νηστεία όλη την εβδομάδα και να μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή, ενώ μόνο τότε έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό.
Οι γονείς του όμως τον αναζητούσαν παντού και έστειλαν υπηρέτες τους να τον βρουν. Στην αναζήτησή τους έφθασαν μέχρι το ναό της Έδεσσας, χωρίς ωστόσο να τον αναγνωρίσουν. Οι δούλοι επέστρεψαν άπρακτοι στη Ρώμη, ενώ η μητέρα του Αλέξιου με οδύνη, φορώντας πτωχά ενδύματα, καθόταν σε μια θύρα του σπιτιού πενθώντας νύχτα και ημέρα. Το ίδιο και η νύφη, που φόρεσε τρίχινο σάκκο και παρέμεινε κοντά στην πεθερά της.

Ο Όσιος Αλέξιος για δεκαεπτά χρόνια παρέμεινε στο νάρθηκα του ναού της Θεοτόκου ευαρεστώντας το Θεό. Και μια νύχτα η Θεοτόκος παρουσιάστηκε στον προσμονάριο του ναού σε όνειρο και του ζήτησε να του φέρει μέσα στο ναό τον άνθρωπο του Θεού. Τότε ο προσμονάριος, αφού βγήκε από το ναό και δεν βρήκε κανένα παρά μόνο τον Αλέξιο, εδεήθηκε στη Θεοτόκο να του υποδείξει τον άνθρωπο, όπως κι έγινε. Τότε πήρε από το χέρι τον Όσιο Αλέξιο και τον εισήγαγε στο ναό με κάθε τιμή και μεγαλοπρέπεια.

Μόλις ο Όσιος κατάλαβε ότι έγινε γνωστός εκεί, έφυγε κρυφά και σκέφτηκε να πάει στην Ταρσό, στο ναό του Αγίου Παύλου του Αποστόλου, όπου εκεί θα ήταν άγνωστος. Αλλα όμως σχεδίασε η Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος άνεμος άρπαξε το πλοίο και το μετέφερε στη Ρώμη. Βγαίνοντας από το πλοίο κατάλαβε ότι ο Κύριος ήθελε να επανέλθει ο Αλέξιος στο σπίτι του.

Όταν συνάντησε τον πατέρα του, που δεν αναγνώρισε τον υιό του, του ζήτησε να τον ελεήσει και να τον αφήσει να τρώει από τα περισσεύματα της τράπεζάς του. Με μεγάλη προθυμία ο πατέρας του δέχθηκε να τον ελεήσει και μάλιστα του έδωσε κάποιο υπηρέτη για να τον βοηθάει. Κάποιοι δούλοι από την οικία τον πείραζαν και τον κορόιδευαν, όμως αυτό δεν τον ένοιαζε. Έδινε την τροφή του σε άλλους, παραμένοντας όλη την εβδομάδα χωρίς τροφή και νερό, και μόνο μετά την Κοινωνία των Θείων και Αχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο άρτο και νερό.

Έμεινε λοιπόν για δεκαεπτά χρόνια στον πατρικό οίκο χωρίς να τον γνωρίζει κανένας. 
Όταν έφθασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, τότε κάθισε κι έγραψε σε χαρτί όλο το βίο του, τους τόπους που πέρασε, αλλά και κάποια από τα μυστικά που γνώριζαν μόνο οι γονείς του. 
Κάποια Κυριακή, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία, ακούσθηκε φωνή από το Άγιο Θυσιαστήριο, που καλούσε τους συμμετέχοντες να αναζητήσουν τον άνθρωπο του Θεού. 
Την Παρασκευή ο Όσιος Αλέξιος παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας οι πιστοί βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος προσήλθαν στο ναό για να δεηθούν στο Θεό να τους αποκαλύψει τον άγιο άνθρωπο του Θεού. Τότε μια φωνή τους κατηύθυνε στο σπίτι του Ευφημιανού. Λίγο αργότερα οι βασιλείς μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο έφθασαν στο σπίτι του Ευφημιανού, προξενώντας μάλιστα την απορία της γυναίκας και της νύφης του για την παρουσία τους εκεί, και ρώτησαν τον Ευφημιανό . Όμως εκείνος, αφού ρώτησε πρώτα τους υπηρέτες, είπε ότι δεν γνώριζε τίποτα. 
Στην συνέχεια ο υπηρέτης που φρόντιζε τον Όσιο Αλέξιο, παρακινούμενος από θεία δύναμη ανέφερε τον τρόπο ζωής του πτωχού, τον οποίο εξυπηρετούσε. Τότε ο Ευφημιανός χωρίς να γνωρίζει ότι ο Όσιος είναι ήδη νεκρός, αποκάλυψε το πρόσωπο αυτού, που έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου. 
Στο χέρι του Οσίου μάλιστα είδε χαρτί, που δεν μπόρεσε να αποσπάσει. Στη συνέχεια ανέφερε στους επισκέπτες του ότι βρέθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Οι βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος τότε εδεήθησαν στον Όσιο να τους επιτρέψει να δουν το χαρτί που είχε στο χέρι του. Μόλις ο αρχειοφύλακας πήρε στο χέρι του το χαρτί, ο Ευφημιανός αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον υιό του, τον οποίο αναζητούσε χρόνια τώρα, και μεγάλο πένθος έπεσε στην οικογένειά του. Θρήνος μεγάλος και από την γυναίκα και τη νύφη του.

Ο βασιλεύς Ονώριος και ο Αρχιεπίσκοπος μετέφεραν το τίμιο λείψανο του Οσίου στο μέσο της πόλεως και κάλεσαν όλο το λαό για να έλθει να προσκυνήσει και να λάβει ευλογία. 
Όσοι προσέρχονταν και ασπάζονταν το τίμιο λείψανο, άλαλοι, κουφοί, τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, όλοι θεραπεύονταν. Βλέποντας αυτά τα θαύματα οι πιστοί δόξαζαν τον Θεό. 
Ήταν τόσος ο κόσμος που προσερχόταν για να δει το τίμιο λείψανο, που δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν στο ναό του Αγίου Βονιφατίου για να το ενταφιάσουν. Έριξαν ακόμη και χρυσό και άργυρο στον κόσμο για να του αποσπάσουν την προσοχή, αλλά μάταια. 
Όταν πια μεταφέρθηκε το τίμιο λείψανο στο ναό, για επτά μέρες γιόρταζαν πανηγυρικά και στην γιορτή συμμετείχαν οι γονείς και η νύφη. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε το τίμιο λείψανο σε θήκη φτιαγμένη από χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους. Αμέσως άρχισε να ευωδιάζει και να αναβλύζει μύρο, το οποίο έγινε ίαμα και θεραπεία για όλους.

Η Κάρα του Οσίου Αλεξίου δωρήθηκε στη Μονή Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων το 1398 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Μανουήλ τον Παλαιολόγο. Κατά την πυρπόληση της Μονής από τους Οθωμανούς το 1585 μ.Χ. διασώθηκε από δύο μοναχούς.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ ῥίζης ἐβλάστησας, περιφανοῦς καί κλεινῆς, ἐκ πόλεως ἤνθησας, βασιλικῆς καί λαμπρᾶς, Ἀλέξιε πάνσοφε· πάντων δ᾽ ὑπερφρονήσας, ὡς φθαρτῶν καί ῥεόντων, ἔσπευσας συναφθῆναι, τῷ Χριστῷ καί Δεσπότῃ. Αὐτόν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀλεξίου σήμερον τοῦ πανολβίου, ἑορτήν τήν πάνσεπτον, ἐπιτελοῦντες εὐσεβῶς, αὐτόν ὑμνήσωμεν λέγοντες· χαίροις Ὁσίων τερπνόν ἐγκαλλώπισμα.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τοὺς ἱδρῶτας καὶ πόνους τους σοὺς Σοφέ, νοερῶς θεωροῦντες πάντες πιστοί, πάσης κατανύξεως τὰς ψυχὰς ἐμπιπλάμεθα, καὶ πρὸς θείους ὕμνους καὶ δόξαν καὶ αἴνεσιν, τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων, παμμάκαρ Ἀλέξιε, πόθῳ ἐγκαρδίῳ, ἑαυτοὺς συγκινοῦμεν, ᾠδαῖς σε γεραίροντες, καὶ πιστῶς ἐκβοῶντές σοι, ὡς Κυρίου θεράποντι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τὶς τὰς σεπτάς σου ἀρετὰς ἀξίως εὐφημήσει, καὶ ἱκανῶς ὑμνήσει, Ἀλέξιε θεόφρον, τὴν σωφροσύνην, τὴν ὑπομονήν, τὴν πραότητα, τὴν ἐγκράτειαν, τὸν ἀκατάπαυστον ὕμνον, τὴν ἄκραν σκληραγωγίαν, καὶ ἄμετρον ταπείνωσιν, δι' ὧν Ἀγγέλοις ἐφάμιλλος γενόμενος. Πρεσβεύεις ἀεὶ ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντός· διὸ ἀκούεις Ὅσιε, νῦν παρὰ πάντων Πιστῶν. Χαίροις Ὁσίων τερπνὸν ἐγκαλλώπισμα.

Μεγαλυνάριον
Κλῆσιν τὴν οὐράνιον ἐσχηκώς, μόνος ἐν Ἁγίοις, Θεοῦ ἄνθρωπος θαυμαστός, Ἀλέξιε σὺ ὤφθης, τῷ ἰσαγγέλῳ βίῳ· διὸ τῆς τῶν Ἀγγέλων, χαρᾶς ἠξίωσαι.

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Η Παναγία των "Χαιρετισμών"

Η Παναγία του Ακαθίστου ή των "Χαιρετισμών"
Από τις πολυτιμότερες εικόνες της Παναγίας είναι και ή των «Χαιρετισμών» ή του «Ακάθιστου» πού βρίσκεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. 
Από τις πιο παλαιές χρονολογικά, στο δε Άγιον Όρος είναι η αρχαιοτέρα.
Είναι κατασκευασμένη από κηρομαστίχα και με μύρο περιρρεομένη. Στο πίσω μέρος σε αργυρά πλάκα, είναι τετυπωμένος ο Αυτοκράτορας Αλέξιος ο Γ ο Κομνηνός και ο Όσιος Διονύσιος ο κτήτορας της Μονής και είναι γραμμένο το εξής:

«Αυτή η είκών η Θαυματουργός εστί την οποίαν βάσταξέ
Σέργιος ο Πατριάρχης περιερχόμενος τα τείχη της
Κωνσταντινουπόλεως έδιωξε τους πολεμίους και την οποίαν ό
Αυτοκράτωρ Αλέξιος ιδιοχείρως εδώρησε τω Άγίω Διονυσίω».

Είναι λοιπόν εκείνη την οποίαν ό Σέργιος κατά την ιστορική εκείνη βραδιά του 626 κρατώντας την περιήρχετο μαζί με κλήρο και λαό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και εμψύχωνε το λαό και τον ολιγάριθμο στρατό πού υπεράσπιζε την Πόλη. Είναι ιστορικά παραδεκτό ότι υπερφυσική δύναμη κατατρόπωσε τους πολυάριθμους Σκύθες και Αβαρούς. 
Δεν μπορεί διαφορετικά να εξηγηθεί αφού ό στρατός με τον Ηράκλειο είχε εκστρατεύσει προς την Περσία. Οι πολέμιοι με αρχηγό τον Χαγάνο έφθασαν επιθετικοί και με στρατό και στόλο πολιόρκησαν τα στενά και την ξηρά και απειλούσαν. Ποιος θα σώσει την Πόλη; 
Ό Χαγάνος παρασπόνδησε σε μια συνθηκολόγηση με την Πόλη για να λύσει την πολιορκία και με αυθάδεια και σαρκασμό ειρωνεύτηκε τους πιστεύοντας στο θεό Βυζαντινούς: «Μη σας γελάει ό θεός σας, εγώ αύριο θα είμαι κύριος της πόλεως σας».

Η απάντηση επηρέασε το ηθικό και έφερε ταραχή, φόβο και απελπισία στις καρδιές των πολιορκημένων. Το κλίμα της απαισιοδοξίας άρχισε να κυριαρχεί. 
Τη χαλύβδωση του ηθικού ήλθε να επιφέρει ή θαρραλέα παρουσία του γενναίου και αξιοτάτου Πατριάρχου Σεργίου: 
«Είναι κρίμα να απελπίζεστε. Σκέπτεστε σαν άνθρωποι πού δεν πιστεύουν στο Θεό και στο αποτέλεσμα του ιερού πολέμου. Στα χέρια της Παναγίας εμπιστεύθηκα την Πόλη και τον άμαχο πληθυσμό της. Στην Παναγία όλοι μας με θέρμη ψυχής ας προσευχηθούμε». 
Πραγματικός συναγερμός και ενθουσιασμός συνέβηκε τότε. Ο Πατριάρχης, ο Κλήρος και ο Λαός, μια φωνή μια ψυχή, ξεχύθηκε στους δρόμους και στα τείχη με τα ιερά κειμήλια στα χέρια, πού ήσαν ή Ζώνη της Παναγίας, ή Ιερά Εσθήτα Της, λείψανα αγίων, λάβαρα και εικόνες. Ο Πατριάρχης, ζωντανός και άκαμπτος, κρατούσε υπερυψωμένη τούτη την Εικόνα και έδινε δύναμη και θάρρος. 
Απ' όλων τις καρδιές αυθόρμητα έβγαιναν φωνές και ευχές πού φανέρωναν την εμπιστοσύνη του Λάου προς την Παναγία: 
«Φθάσε Παναγία μου, μη μας εγκαταλείπεις τώρα πού χανόμαστε, σώσε το λαό Σου και την Πόλη Σου».
Τότε συνέβηκε ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα και υπερφυσικά γεγονότα της πίστεως. Τρομαγμένοι οι επιτιθέμενοι εχθροί άκουγαν θόρυβο σαν χιλιάδες στρατός να επιτέθηκε εναντίον τους πού έφερνε όλεθρο και καταστροφή στις τάξεις τους. 
Ξαφνικά και απροσδόκητα, από διώκτες έγιναν διωκόμενοι. 
Χιλιάδες πτώματα στρώθηκαν στη γη, πανικόβλητοι όσοι είχαν απομείνει τράπηκαν σε φυγή για να σωθούν μακριά από την Πόλη, φωνάζοντας απεγνωσμένα μεταξύ τους: 
«Που βρέθηκε, που ήταν κρυμμένος τόσος στρατός;». 
Όμως στρατός δεν υπήρχε, όπως είπαμε, ή θεία τιμωρία τους κυνηγούσε, αφού προκλητικά και υπερήφανα τα έβαζαν με την Πόλη Πόλεων πού εντός της είχε πολλούς πιστούς πού με εμπιστοσύνη κατέφυγαν στη θεία προστασία. 
Ή ιστορική παράδοση ομιλεί για ένα ανεξήγητο μέγα θόρυβο και ανεμοστρόβιλο πού έφερε πανικό και καταστροφή. Εκτός από τα πτώματα νεκρών πού βρίσκονταν σκόρπια έξω από τα τείχη, συντρίμμια είχαν γίνει τα εχθρικά πλοία και πολλά πτώματα ναυτών φάνηκαν στην ακροθαλασσιά των Βλαχερνών.
Ιστορική πραγματικότητα το γεγονός τούτο. Τα δάκρυα πόνου, οδύνης και αγωνίας, ή οσμή θανάτου και αιχμαλωσίας πού είχε παγώσει στην κυριολεξία τους χιλιάδες εντός της Πόλεως Βυζαντινούς, μετεβλήθησαν σε ζητωκραυγές και αλαλαγμούς χαράς και δοξολογίας στο Θεό και την Παναγία Δέσποινα. 
Τότε ο Πατριάρχης Σέργιος μέσα σε ανέκφραστα χαρμόσυνα συναισθήματα βάδισε με τον κλήρο και το λαό προς την Παναγία των Βλαχερνών. Μέσα σε θρησκευτικό παραλήρημα χαράς και ιερού ενθουσιασμού, σε μια ατμόσφαιρα πού οι καρδιές σκιρτούσαν και τα μάτια έρεαν δάκρυα από άκρα συγκίνηση και θεία ευγνωμοσύνη, δοξολόγησαν και ευχαρίστησαν την Παναγία σε μέγεθος και βαθμό πού δεν πρέπει να έχει το όμοιο του. 
Με άλλα λόγια, μιλάμε για μια γενική ευχάριστη εικόνα χιλιάδων ανθρώπων πού είχαν στην κυριολεξία «μεθύσει» χριστιανικά. Μοναδικό το γεγονός σε πανανθρώπινη κλίμακα. 
Εκεί, εντός του Ναού, αλλά και εκτός, όπου βρέθηκαν οι πιστοί αρχής γενομένης από τον Πατριάρχη ό όποιος άρχισε να ψάλλει για πρώτη φορά το: 
«Τη Ύπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια κ.λπ.». 
Και στη συνέχεια, όλοι μαζί τη νύκτα εκείνη «ορθοστάδην τον ύμνο τη του Θεού Μητρί γηθοσύνως έμελπαν». Για αυτό το Θαυμάσιο αυτό πνευματικό άσμα των «Χαιρετισμών», ονομάσθηκε «Ακάθιστος Ύμνος».

Ο άγνωστος ποιητής των «Χαιρετισμών» έπλεξε το καλύτερο εγκώμιο και γενικά ότι ανώτερο έχει γραφεί για την Υπέρμαχο Στρατηγό. Έχει χαρακτήρα διηγηματικό, θεολογικό και δοξαστικό. Κυρία υπόθεση έχει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και, γενικότερα, την ενανθρώπιση του Χριστού και, ακόμη, γίνεται λόγος για το ηθικό και πνευματικό μέγεθος και ύψος της Παναγίας και των προσφορών της στον κόσμο. 
Το Κοντάκιο «Τη Υπερμάχω», δεν έχει σχέση με τον ποιητή του Ύμνου, είναι δημιούργημα της ημέρας εκείνης. Σ' αυτό ακούγεται λυτρωτικός και νικητήριος προς τη Μητέρα του Θεού παιάνας πού ως πνευματικός Στρατηγός έχει ακατανίκητη τη δύναμη και οι πιστοί παρακαλούν να ελευθερώνει «εκ παντοίων κινδύνων».
Πλέον στους αιώνες και σήμερα οι Χαιρετισμοί, ο Ακάθιστος Ύμνος ο τόσο λαοφιλής συγκινεί βαθιά την πιστεύουσα ψυχή και ιδιαιτέρως τον ορθόδοξο Ελληνισμό, ό όποιος στον ύμνο αυτό και στο πρόσωπο της Θεοτόκου βλέπει συνδεδεμένες εκκλησιαστική και εθνική παράδοση και ζωή Πίστη και Πατρίδα φαίνεται ότι συσφίγγονται έναρμονίως γύρω από ύμνο αυτό. Διαχρονικός και λαοφιλέστατος, ηλεκτρίζει πολλές ψυχές όποιες την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής τρέχουν να τον ακούσουν τω από τους θόλους των Ναών. 
Για αιώνες και μάλιστα στην 400χρονη σκλαβιά, ήταν ό Εθνικός Ύμνος του Γένους. Απ' όλα αυτά εξάγεται αβίαστα και ή σημασία της Εικόνας αυτής. Δικαιως οί πιστοί Έλληνες μπρος σ εικόνα αυτή αισθάνονται έντονα την παντοδυναμία της Παναγίας και εθνική έξαρση.

Ένα από τα εξαίσια γεγονότα της Εικόνας, αφ' ότου τον 13ο αι. δόθηκε στη Μονή Αγίου Διονυσίου, είναι το εξής: Το 1592, ό Αλγερινός πειρατής Ιφ Αρταβάν Αλφα, ξεκινώντας από τη νήσο Σκύρο, ήλθε με πολλούς δικούς του στην Ί. Μ. Διονυσίου προκειμένου να αρπάξει τους θησαυρούς της. Γνώριζε ότι υπήρχε εκεί και μια πολύτιμη εικόνα της Παναγίας. Αφού απεβίβασε κάπου 200 άνδρες οπλισμένους, απειλούσε. 
Ό Ηγούμενος αφού συσκέφθηκε αποφάσισε να προσφέρει γενναία δώρα στον πειρατή για να σώσει τους Μοναχούς και τη Μονή. Ένας Μοναχός, από το παράθυρο, φώναξε προς τον Αρταβάν: «Ας τα κανονίσουμε φιλικά για μη χυθεί αίμα. Αποφασίσαμε να σας δώσουμε 50.000 φλουριά, λάδι κι κρασί». 
Ό πειρατής του απάντησε: 
«Καλόγηρε, σύμφωνοι αλλά θα πάρουμε και ένα αντικείμενο από τα κειμήλια σας κατά εκλογή μου». 
Ό Ηγούμενος πού ήταν πλησίον του Μονάχου συμφώνησε, αλλά στο Μοναστήρι θα περάσει αυτός μόνο με δέκα δικούς του. αφού εισήλθαν και ό Ηγούμενος μέτρησε τα χρήματα και τους παρέδωσε λάδι και κρασί, ό αρχιπειρατής είπε σε έναν δικό του πού γνώριζε από άλλη φορά την εικόνα (του Ακάθιστου) και σε ποιο σημείο υπήρχε και τους κάλεσε εκεί. αφού έφθασαν ό πειρατής πήγε να πάρει την εικόνα, ενώ ό Ηγούμενος και οι Μονάχοι έμειναν άναυδοι. Αυτό το παληόξυλο διάλεξες, είπε στον Αρταβάν υποκριτικά. Αυτό αξίζει μιλιούνια, απάντησε εκείνος. 
«Άφησε την στη θέση της, είπε ό Ηγούμενος, οι εικόνες έχουν αξία μόνο για μας τους Χριστιανούς, πάρτε κάτι άλλο». Όχι, αυτό θα πάρω, είπε πεισματικά ό Ιφ. Προτιμώ να ταφώ κάτω από τα ερείπια της Μονής, παρά να την πάρετε, είπε και προσπάθησε να τον εμποδίσει. Ο Ιφ όμως τον έσπρωξε φωνάζοντας και απειλώντας: «Θα πεθάνετε όλοι σας». Πάνω στην αγανάκτηση του πρόλαβε ό Ηγούμενος να τους πει: «Έτσι πού φέρεστε, πηγαίνετε αλλά μαζί με την κατάρα μου».

Αμέσως εξαφανίστηκαν προς τη θάλασσα και έφυγαν με προορισμό Σκύρο. Το βράδυ, ενώ ταξίδευαν, είδε στον ύπνο του την Παναγία πού τους είπε απειλητικά: «Γιατί πονηρέ με πήρες; Πήγαινε με πίσω, εκεί πού εμένα ήσυχη και ειρηνική». Ξύπνησε έντρομος ό Αρταβάν, μα δεν κάμφθηκε Σε λίγο ξέσπασε ξαφνικά μεγάλη τρικυμία, ώστε έκλυδωνίζοντο και κινδύνευαν τα πλοία να καταποντιστούν. Πάνω στον αναπάντεχο κίνδυνο, θυμήθηκε το όνειρο και πήγε προς την Εικόνα και βλέπει το κιβώτιο πού την είχε τοποθετήσει κομματιασμένο και ή εικόνα γεμάτη μύρο πού ευωδίαζε Κατάλαβε αμέσως ότι ή τρικυμία είναι τοπική τιμωρία της Μητέρας του Χριστού. 
Μόλις την πήρε στα χέρια του σταμάτησε ή τρικυμία. Σε επαφή τους δικούς του φώναξαν όλοι, να γυρίσουμε πίσω γιατί θα μας πνίξει Θεός των Χριστιανών.
Έπειτα από αρκετές ώρες, επέστρεψαν στον όρμο της Μονής Διονυσίου Ό Σαρίφ έστειλε στη Μονή πειρατή, ό όποιος είπε στον Ηγούμενο: «Άνθρωπε του Θεού, ξέρω ότι κάναμε κακό, ό αρχηγός μου σε περιμένει κατέβεις να πάρεις την εικόνα και να μας απαλλάξεις από την κατάρα π μας έδωσες». Αφού κατέβηκαν στο λιμάνι οι Μοναχοί, ό Αρταβάν έδειξε το κομματιασμένο κιβώτιο και τα ρούχα πού είχε τυλίξει την εικόνα που ήταν μουσκεμένα από το θείο μύρο. Συγκινημένοι οί Μοναχοί παρέλαβαν την Εικόνα.
Το σπουδαιότερο από αυτή την υπόθεση, είναι ότι μερικοί πειρατές μετανόησαν, άφησαν τη ζωή αυτή και έμειναν στη Μονή και αφού κατηχήθηκαν έγιναν Χριστιανοί!

Διαπιστώνει εδώ κανείς με πόσους κόπους και θυσίες έχουν διατηρηθεί οι τόσοι πνευματικοί θησαυροί του Αγίου Όρους.
Ένα άλλο μέσα στα πολλά θαύματα της Παναγίας του "Ακάθιστου Ύμνο είναι και τούτο: 
Το 1753 δίδασκε στην Αθωνιάδα Σχολή ό σοφός διδάσκαλος και επίσκοπος Ευγένιος Βούλγαρης. Αρρώστησε βαρεία από φοβερό έλκος. 'Η ασθένεια ήταν θανατηφόρος, οί πόνοι δριμύς ώστε ζητούσε το θάνατο. Τον μετέφεραν στη Μονή Διονυσίου προκειμένου να, τον περιποιηθεί σπουδαίος νοσοκόμος της Μονής με γνώσεις ιατρικής, πλην ουδέν κατόρθωσε παρά τις προσπάθειες. Τότε, οί παρευρεθέντας είπαν στον στενάζοντα Ευγένιο για τη θαυματουργό Εικόνα του Ακάθιστου. Παρακάλεσε να τον μεταφέρουν κλινήρη προ αυτής. εκεί, γενομένης παρακλήσεως μέσα στους οξείς πόνους του, ικέτευσε την Κεχαριτωμένη. Τότε εκεί ξαφνικά αισθάνθηκε το φοβερό εκείνο βουβώνα ότι υποχώρησε και τους οξείς πόνους καταπραυνομένους, τα δε δάκρυα του να σταματούν. Το έλκος εκείνο αυτόματα διεράγηκε και σε λίγα λεπτά είχε εντελώς θεραπευτεί. Τότε, ό σοφός κατασυγκινημένος πήρε την πέννα και αμέσως έποι σε τους εξής ιαμβικούς στίχους:
«Ζωής δότην φέρουσα Σής ύπ' αγκάλης,ζωοίς φέροντα θάνατον μ' ύπαί μάλης».
Δηλαδή, εσύ πού φέρεις τον δοτήρα της ζωής μέσα στην αγκαλιά σου δίνεις ζωή σε μένα πού φέρω τον θάνατον κάτω από τη μασχάλη.
Για την ωφέλεια πού προέρχεται στις ψυχές όσων διαβάζουν τους Χαιρετισμούς - εκτός φυσικά από τις καθιερωμένες παρασκευές στο Ναούς - ή ιδία ή Παναγία φανείσα σε Αγίους είπε: 
«θα αγαπώ, θα προστατεύω, θα φυλάττω κάθε πιστόν ό οποίος θα με χαιρετίζει άπαξ της ημέρας ει δυνατόν με τους ωραίους ύμνους των Χαιρετισμών Μου, και θα ζει σύμφωνα με τον νόμον του Θεού. Κατά δε την τελευταία ημέραν της ζωής αυτού, θα τον υπερασπισθώ και ενώπιον του Υιού Μου».

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

«οὐδείς εἰσῆλθε μετ’ ἀνέσεως στόν παράδεισο»

Ὅσο πιό σκληρόκαρδος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιό βαθιά θά εἶναι ἡ πτώση του.Ἕνα αὐγό σπάει καί ἀπό ὕψος 30 πόντων.
Ὅμως ἕνας βράχος πρέπει νά ἀνέβει πολύ ὑψηλά καί νά πέσει γιά νά συντριβεῖ.
Ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει πολύ σκληρή καρδιά, θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά πετύχει κάποια πράγματα:
Νά ἀνέβει ψηλά καί κατόπιν νά πέσει βαρύγδουπα γιά νά συντριβεῖ, νά μαλακώσει, νά σπάσει.
«Κάθε ἐμπόδιο γιά καλό»
Ὅμως ὁ μαλακός ἄνθρωπος, ὁ εὐαίσθητος, ὁ πονόψυχος μπορεῖ νά μήν ἔχει μεγάλες κοσμικές ἐπιτυχίες, νά βρίσκει ὅλο ἐμπόδια, αὐτό ὅμως τόν προστατεύει ἀπό μεγάλες πτώσεις, τίς ὁποῖες ἡ εὐαίσθητη καρδιά του δέν θά ἀντέξει.
Νά λοιπόν, πού τά ἐμπόδια στή ζωή μας εἶναι ἡ προστασία μας καί ὄχι ἡ κατάρα μας καί ἡ δοκιμασία μας.
Ἔτσι, ὅταν ὁ Θεός θέλει νά μᾶς γλιτώσει ἀπό ἐγωιστικά στραπατσαρίσματα βάζει ἐμπόδια στά σχέδιά μας.
Δηλαδή, τό ἐμπόδιο εἶναι ἡ προστασία ἀπό ἐγωιστικές πτώσεις.

Γι’ αὐτό ὁ λαός λέει:
«Κάθε ἐμπόδιο γιά καλό» καί κατ’ ἀναλογία «κάθε ἄνεση γιά κακό!»
Λέγουν οἱ Πατέρες «οὐδείς εἰσῆλθε μετ’ ἀνέσεως στόν παράδεισο».
Ὡς ἐκ τούτου πρίν ἀπό κάθε πτώση, προηγεῖται ἐγωιστική ἄνεση καί πρίν ἀπό κάτι ὄμορφο, συντριβή καί ταπείνωση.
Γέροντας Πορφύριος
Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τὴς Μέλιας»
.
ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ, ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ
ΕΤΟΣ ΙΓ΄ – ΤΕΥΧΟΣ 55 – ΑΠΡΙΛΙΟΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2013
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ