Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»

Ὁ μακαρισμός τῆς καθαρότητας τῆς καρδιᾶς εἶναι πολύ σημαντικός καί ἀποτελεῖ τό κέντρο ὄχι μόνον τῶν μακαρισμῶν, ἀλλά καί ὅλης τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τόν Θεό, βλέπει τόν Θεό.
Ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά γνωρίση τόν Θεό, εἶναι τό κέντρο τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καί μάλιστα τῆς λεγομένης νηπτικῆς-ἡσυχαστικῆς θεολογίας, ὅπως τήν ἐξέφρασαν ἰδίως ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί οἱ Πατέρες τῆς Φιλοκαλίας, οἱ λεγόμενοι Φιλοκαλικοί Πατέρες.

Κατ’ ἀρχάς, αὐτός ὁ μακαρισμός ἔχει ἰδιαίτερη σημασία, γιατί ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δέν κλέπτουν οὔτε ἁρπάζουν τήν περιουσία τῶν ἄλλων, ἴσως μάλιστα ἐλεοῦν, ἐφαρμόζοντας τόν προηγούμενο μακαρισμό: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες», ἀλλά εἶναι ἀκάθαρτοι στήν καρδιά καί διαπράττουν διάφορες σαρκικές ἁμαρτίες. Ἔτσι τό σπουδαιότερο ἀπό ὅλα εἶναι ὁ ἄνθρωπος νά ἔχη καθαρή καρδιά.

Πολύ συχνά στήν Ἁγία Γραφή γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Δέν νοεῖται ἡ σωματική καρδιά, ἀλλά ἡ λεγομένη «βαθεῖα καρδία», ὅπως λέγει ὁ Ψαλμωδός (Ψαλμ. 63΄, 7). 
Μάλιστα δέ πολλές φορές στούς Ψαλμούς τοῦ Δαυίδ γίνεται λόγος γιά τήν καρδιά, ὅτι "ἐθερμάνθη", "ἐξηρεύξατο", "ηὐφράνθη" κλπ.

Μελετώντας τά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί συζητώντας τό θέμα αὐτό μέ ἐμπειρικούς μοναχούς, διαπίστωσα ὅτι αὐτό πού λέγεται καρδιά ἴσως εἶναι τό παθητικό μέρος τῆς ψυχῆς καί αὐτή 
ἡ πνευματική καρδιά εἶναι στό βάθος τῆς σωματικῆς καρδιᾶς. 
Οἱ Πατέρες, ἀκολουθώντας στό σημεῖο αὐτό τήν φιλοσοφική διαίρεση τῆς ψυχῆς, κάνουν λόγο γιά τό λογιστικό, τό ἐπιθυμητικό καί τό θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς. Τό λογιστικό, πού συνίσταται στούς λογισμούς, ἐνεργεῖ στόν ἐγκέφαλο, καί τό ἐπιθυμητικό καί θυμικό μέρος τῆς ψυχῆς ἐκδηλώνεται στό σωματικό ὄργανο τῆς καρδιᾶς. 
Ὅταν ἀγαπᾶ κανείς ἤ ὀργίζεται, τότε αὐτό εἶναι ἔκδηλο στό σωματικό ὄργανο τῆς καρδιᾶς, ἀφοῦ ἐπιταχύνεται ὁ ρυθμός της, ἀνεβαίνει ἡ πίεση καί προκαλοῦνται καί πολλές ἄλλες ἐκδηλώσεις. Ἔτσι, ὅταν οἱ νηπτικοί Πατέρες κάνουν λόγο γιά κάθαρση τῆς καρδιᾶς, κατά βάση ἐννοοῦν τήν μεταστροφή τῆς ἀγάπης καί τοῦ θυμοῦ ἀπό τά κτίσματα στόν Θεό.
Ὁ ἄνθρωπος, συνήθως, ἀγαπᾶ ἐμπαθῶς τήν κτίση καί τούς ἀνθρώπους, πράγμα πού συνιστᾶ τήν ἀκαθαρσία τῆς καρδιᾶς, γιατί τότε ὁλόκληρη ἡ καρδιά διακρίνεται ἀπό ἐμπάθεια. 
Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, πού ἀγωνίζεται νά ζῆ κατά Θεόν, νά ἐφαρμόζη τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, αὐτός ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀποκτᾶ τόν θεῖο ἔρωτα καί, βεβαίως, ἀγαπᾶ καί ὅσα ἀγαπᾶ ὁ Θεός. Αὐτό σημαίνει κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπό τά πάθη. 
Ἀπό τήν πνευματική ἰατρική τῶν Πατέρων γνωρίζουμε ὅτι τά πάθη δέν εἶναι μερικές κακές δυνάμεις τῆς ψυχῆς πού πρέπει νά ξεριζωθοῦν, ἀλλά οἱ φυσικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς πού ἔχουν διαστραφῆ καί μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν δική μας προσπάθεια πρέπει νά μεταμορφωθοῦν καί νά στραφοῦν πρός τόν Θεό.
Ἔτσι, ἄλλο εἶναι ἡ λογική καί ἄλλο εἶναι ἡ καρδιά. 
Ἡ λογική ἐπεξεργάζεται τίς σκέψεις πού λέγονται λογισμοί, γιατί πρέπει νά παραμένουν ἐκεῖ καί βοηθοῦν τόν ἄνθρωπο νά κινῆται, νά σκέπτεται, νά ἐργάζεται, νά συμπεριφέρεται ἀνάλογα, ἐνῶ ἡ καρδιά ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀλλά καί τήν κτίση μέσα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Στήν λογική ἀναπτύσσεται ἡ ἐπιστήμη, ἡ φιλοσοφία, καί στήν καρδιά βιώνεται ὁ Θεός. 
Γι’ αὐτό λέμε ὅτι οἱ καρποί τῆς ἐπιστήμης εἶναι ἀνακαλύψεις τῆς λογικῆς καί ἡ ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στήν καθαρή καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή στήν καρδιά πού ἔχει ἀπαλλαγῆ ἀπό λογισμούς καί ἐμπαθεῖς πράξεις καί προσφέρεται ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.
Κάνει, ἐπίσης, ἐντύπωση ὅτι ὁ Χριστός στόν μακαρισμό αὐτό δέν κάνει λόγο ὅτι ἡ καθαρή καρδιά θά γνωρίση τόν Θεό, ἀλλά θά δῆ τόν Θεό. 
Στήν καρδιά, κατά τούς νηπτικούς Πατέρες, ὑπάρχει ἕνας πνευματικός ὀφθαλμός, πού βλέπει τόν Θεό, εἶναι ἕνας πνευματικός καθρέπτης στόν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ὁ ἀληθινός Θεός ὡς Φῶς, εἶναι ὁ νοῦς, πού εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς. 
Πάντοτε, ὅταν ἐμφανίζεται ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους, Τόν βλέπουν ὡς Φῶς. Αὐτό ἔγινε στό ὄρος Θαβώρ, αὐτό ἔγινε στήν περίπτωση τοῦ ἀρχιδιακόνου καί πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Αὐτό τό Φῶς προχεόταν ἀπό τόν Χριστό, ὅταν ἐμφανίσθηκε στόν Ἀπόστολο Παῦλο, αὐτό τό Φῶς ἔβλεπε ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος καί πολλοί ἅγιοι.
Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ὡς Φῶς προσφέρει τήν πνευματική γνώση καί αὐτή ἡ γνώση εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία. Γι’ αὐτό, ἄλλο εἶναι ἡ ἀκαδημαϊκή-λογική θεολογία καί ἄλλο εἶναι ἡ χαρισματική-ἐμπειρική θεολογία, πού συνδέεται μέ τήν πνευματική καρδιά.
Θά πρέπει συνεχῶς νά παρακαλοῦμε τόν Θεό, ὅπως ἔγραψε ὁ Δαυίδ στόν πεντηκοστό ψαλμό: «καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. ν΄, 12).

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται»

Ὅπως ἔχουμε πεῖ ἐπανειλημμένως, στήν ἀνάλυση τῶν μακαρισμῶν ὑπάρχει μιά ἀλληλουχία καί ἀλληλοδιαδοχή μεταξύ τους. Ἔτσι, ὅποιος εἶναι ταπεινός, ὅποιος μετανοεῖ καί ἔχει πραότητα, ὅποιος πεινᾶ καί διψᾶ τήν δικαιοσύνη, αὐτός εἶναι καί ἐλεήμων. 
Πρόκειται γιά μιά διαρκῆ ἐξέλιξη πρός τήν ἀρετή, μιά διαρκῆ πορεία πρός τήν κατά Θεό ζωή, μιά συνεχῆ ἀνάβαση στό ὄρος Σινᾶ καί τό ὄρος Θαβώρ.

Ἔτσι, ἡ ἐλεημοσύνη συνδέεται στενά μέ τήν δικαιοσύνη, καί ἡ δικαιοσύνη μέ τήν ἐλεημοσύνη. Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ἔχη μεγάλο ζῆλο γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά αὐτό μπορεῖ νά γίνεται χωρίς τό ἔλεος, χωρίς τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία. 
Κατά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας συνδέεται πολύ στενά ἡ δικαιοσύνη μέ τήν ἀγάπη καί μερικές φορές ταυτίζονται μεταξύ τους. Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε γιά νά ἀποκατασταθῆ ἡ ἀδικία μέ τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί αὐτή ἡ ἀποκατάσταση ἔγινε μέ τήν ἀγάπη καί τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.
Ἄν διαβάσουμε προσεκτικά τά γεγονότα τά σχετικά μέ τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, τότε θά διαπιστώσουμε ὅτι ὁ διάβολος χρησιμοποίησε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ νά μή φάγουν ἀπό τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, ἀλλά καί τήν παρερμήνευσε παρουσιάζοντας τόν Θεό ὡς ἄδικο. Ἔτσι, ὁ διάβολος διέπραξε τήν μεγάλη ἀδικία νά αἰχμαλωτίση τόν ἄνθρωπο πού ἀνῆκε στόν Θεό, ἀφοῦ ὁ Θεός τόν δημιούργησε, καί ἀπέκτησε κάτι πού αὐτός δέν δημιούργησε καί δέν τοῦ ἀνῆκε. Αὐτό ἦταν ἀδικία. 
Ὁ Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἀποκατέστησε αὐτήν τήν ἀδικία μέ ἀγάπη, φιλανθρωπία, ἀλλά καί δικαιοσύνη. Προσέλαβε ἑκουσίως θνητό καί παθητό σῶμα, μέσα στό ὁποῖο τοποθετήθηκε τό ἄγγιστρο τῆς θεότητος καί ἔτσι παραπλάνησε τόν διάβολο, ἀποκατέστησε τήν ἀδικία, ἐλευθέρωσε τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν δυναστεία τοῦ διαβόλου, τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας. Αὐτό ἔγινε μέ ἀγάπη καί δικαιοσύνη.
Ὅποιος εἶναι ἐλεήμων θά δεχθῆ τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων, γιατί ἰσχύει ὁ πνευματικός νόμος, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἐπιστρέφεται στόν ἄνθρωπο ὅ,τι κάνει στούς ἄλλους, ἀλλά συγχρόνως θά ἐλεηθῆ περισσότερο ἀπό τόν Θεό.
Δέν φθάνει, λοιπόν, νά εἴμαστε μόνον δίκαιοι, ἀλλά πρέπει νά εἴμαστε καί ἐλεήμονες, νά ἔχουμε ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Οὔτε φθάνει νά ἔχουμε ἀγάπη καί φιλανθρωπία, ἄν δέν εἴμαστε δίκαιοι. Αὐτό σημαίνει ὅτι συνδέεται πολύ στενά ἡ δικαιοσύνη μέ τήν ἐλεημοσύνη, τήν φιλανθρωπία.
Ἡ ἐλεημοσύνη, ὅμως, τήν ὁποία ἐπαινεῖ καί μακαρίζει ὁ Χριστός εἶναι ποικιλότροπη, δέν εἶναι μόνον ἡ προσφορά μερικῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί τροφίμων. Κυρίως, πρέπει νά τονισθοῦν τρεῖς τρόποι μέ τούς ὁποίους ἐκφράζεται ἡ ἐλεημοσύνη.
Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι νά γίνεται ἡ ἐλεημοσύνη μέ χρήματα καί γενικά μέ ὑλικά ἀγαθά. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού στεροῦνται πολλά ὑλικά ἀγαθά, καί μάλιστα τά ἀπαραίτητα, σέ μιά ἐποχή πού εἶναι αὐξημένη ἡ ἀνεργία καί ὀλιγοστεύουν τά εἰσοδήματα τῶν ἀνθρώπων. Σέ τέτοιες καταστάσεις πρέπει νά ἐντοπίζωνται οἱ ἀνάγκες καί νά βοηθοῦμε στόν βαθμό πού μποροῦμε.

Ὁ δεύτερος τρόπος γιά νά γίνεται ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι ἡ προσφορά λόγου ἀγαθοῦ στούς ἀνθρώπους. Πολλοί ἀνθρωποι δέν στεροῦνται ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλά στεροῦνται ἀγάπης, στεροῦνται ἑνός ἀγαθοῦ λόγου. Σήμερα ἡ κακία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων περισσεύει, οἱ ἄνθρωποι ἀκοῦν σκληρούς λόγους, ἡ ψυχή τους πληγώνεται βαθύτατα καί χρειάζονται ἕναν λόγο πού τίς ἐπουλώνει. Πολλοί ἀπό μᾶς εἴμαστε ἕτοιμοι νά δώσουμε κάτι ὑλικό στούς ἄλλους, ἀλλά εἴμαστε ἐντελῶς ἀνίκανοι νά τούς προσφέρουμε ἕναν λόγο παρηγοριᾶς, ἐλπίδας καί ζωῆς.
Κυρίως, ὅμως, οἱ ἄνθρωποι σήμερα ἔχουν ἀνάγκη τόν θεολογικό λόγο, πού κινεῖται πέρα ἀπό τόν κοινωνικό, τόν ψυχολογικό, τόν οὑμανιστικό λόγο. Πολλά θαύματα σήμερα γίνονται μέ προσφορά θεολογικοῦ λόγου. Ὑπάρχουν ἅγιοι οἱ ὁποῖοι δέν θαυματουργοῦν, δηλαδή δέν θεραπεύουν τίς σωματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά θεολογοῦν, προσφέρουν τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί αὐτός ὁ θεολογικός λόγος θεραπεύει τά ψυχικά τραύματα τῶν ἀνθρώπων. Αὐτό ἔχει περισσότερη ἀνάγκη ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος.
Ὅποιος εἶναι ἐλεήμων θά δεχθῆ τήν ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων, γιατί ἰσχύει ὁ πνευματικός νόμος, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἐπιστρέφεται στόν ἄνθρωπο ὅ,τι κάνει στούς ἄλλους, ἀλλά συγχρόνως θά ἐλεηθῆ περισσότερο ἀπό τόν Θεό μετά τήν κοίμησή του καί κατά τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. 
Ὅποιος προσφέρει ἔλεος καί ἀγάπη στούς ἄλλους, θά δεχθῆ πλουσίως τό ἔλεος καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δέν εἶναι ἄδικος καί ἐνεργεῖ περισσότερο σέ αὐτούς πού ἀγαποῦν, συγχωροῦν, εὐεργετοῦν.
Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται»

Ὁ τέταρτος μακαρισμός τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται στήν πείνα καί τήν δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δικαιοσύνη χορταίνει τόν ἄνθρωπο.
Ξέρουμε τί σημαίνει πείνα καί δίψα τοῦ σώματος. Εἶναι ἀφόρητες καταστάσεις γιά τόν ἄνθρωπο. Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά κάνη τίς διεργασίες πού εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ζωή, πρέπει νά δεχθῆ τίς κατάλληλες τροφές. Ὅπως ἐπίσης χρειάζεται καί τά ἀπαραίτητα ὑγρά γιά νά κινηθῆ ὁ ὀργανισμός του, ὁ ὁποῖος στό μεγαλύτερο ποσοστό του ἀποτελεῖται ἀπό νερό. Ὅταν ὁ ὀργανισμός στερῆται τῶν καταλλήλων τροφῶν καί ὑγρῶν, τότε ἀντιδρᾶ, δημιουργώντας τό αἴσθημα τῆς πείνας καί τῆς δίψας.

Στόν μακαρισμό αὐτόν δέν μακαρίζονται ἡ σωματική πείνα καί δίψα, ἀλλά ἡ ψυχική πείνα καί δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν δικαιοσύνη.
Ἡ δικαιοσύνη μπορεῖ νά νοηθῆ μέ πολλούς τρόπους, ἤτοι ἡ γενική ἀρετή, διά τῆς ὁποίας ἑνώνεται κανείς μέ τόν Θεό, ἤ ἀκόμη ἡ μερική δικαιοσύνη πού εἶναι ἀντίθετη μέ τήν πλεονεξία καί τήν ἀδικία.
Καί στίς δύο περιπτώσεις τό ἀποτέλεσμα εἶναι τό ἴδιο, ἤτοι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους.
Ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι συνέχεια καί ἀποτέλεσμα τῶν προηγουμένων μακαρισμῶν, ἀφοῦ ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, αὐτός πού μετανοεῖ καί διακρίνεται γιά τήν πραότητα, πεινᾶ καί διψᾶ γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης πάνω στήν γῆ.
Ἀλλά ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι καί προάγγελος τοῦ ἑπομένου μακαρισμοῦ στόν ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν ἐλεημοσύνη. Αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί πρῶτα πρέπει νά εἶναι κανείς δίκαιος καί στήν συνέχεια νά εἶναι ἐλεήμων.
Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί εἶναι ἐνδεχόμενο κάποιος νά εἶναι πλεονέκτης, νά εἶναι ἄδικος, νά συγκεντρώνη τόν πλοῦτο μέ παράνομους τρόπους, νά εἶναι εὔπορος διαπράττοντας διάφορες ἀδικίες καί στήν συνέχεια νά παρουσιάζεται καί ἐλεήμων, δωρητής, δῆθεν γιά τό καλό τῆς κοινωνίας καί τῶν ἀνθρώπων.
Ὅμως, πάνω ἀπό ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά εἶναι δίκαιος, νά μή παρανομῆ, νά μήν ἀδικῆ τούς ἀνθρώπους, νά μή πλουτίζη σέ βάρος τους.
Νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί πρέπει νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε γιά τόν Θεό.

Ἐκεῖνο πού κάνει ἐντύπωση στόν μακαρισμό αὐτό εἶναι ὅτι δέν μακαρίζεται αὐτός πού εἶναι δίκαιος, ἀλλά αὐτός πού πεινᾶ καί διψᾶ τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Καί οἱ Φαρισαῖοι αἰσθάνονταν ὅτι ἦταν δίκαιοι, ἀφοῦ δέν ἀδικοῦσαν τούς ἄλλους, ἀλλ᾿ ὅμως δέν ἀγαποῦσαν τούς ἀνθρώπους.
Ἔτσι, ἐδῶ δέν ἐπαινεῖται ἁπλῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ δικαίου, πού πολλές φορές εἶναι νόμιμη, ἡ ὁποία, ὅμως, στερεῖται ἠθικῆς. Ἐπαινεῖται ἡ πείνα καί ἡ δίψα τῆς δικαιοσύνης, τό νά ἐνδιαφέρεται ὁ ἄνθρωπος γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης μέ μεγάλη ἐπιθυμία καί νά αὐξάνεται καθημερινῶς ἡ διάθεσή του γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης.
Ἡ πείνα καί ἡ δίψα γιά τήν δικαιοσύνη εἶναι ἡ ψυχική ἀνάγκη πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἐπικράτηση τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ Θεοῦ στίς κοινωνίες. Πέρα ἀπό τίς σωματικές ἀνάγκες, ὑπάρχουν καί οἱ ψυχικές ἀνάγκες καί, δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι δίνουν μεγάλη σημασία στίς ἀνάγκες τοῦ σώματος καί λιγότερη ἤ καθόλου σημασία στίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν καί δέν πρέπει νά περιορίζεται ἁπλῶς στό σῶμα.
Στήν ἐποχή μας ὑπάρχει μιά ἀνισορροπία στό θέμα αὐτό, γιατί οἱ ἄνθρωποι δίνουν προτεραιότητα στά ὑλικά πράγματα, στίς βιολογικές ἐπιθυμίες, καί ἀγνοοῦν τίς ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς γιά τόν Θεό, γιά τήν εἰρήνη καί τήν δικαιοσύνη, γιά τήν ἀγάπη καί τό νόημα τῆς ζωῆς.
Γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνικανοποίητος, παρά τήν ἱκανοποίηση τῶν σωματικῶν ἀναγκῶν, καί αἰσθάνεται ὅτι κάτι τοῦ λείπει.
Ὁ χορτασμός γιά τόν ὁποῖο γίνεται λόγος στόν μακαρισμό αὐτό εἶναι ψυχοσωματικός, δηλαδή εἶναι ἡ ψυχοσωματική ὑγεία πού χορταίνει τόν ἄνθρωπο, τοῦ δίνει νόημα ζωῆς.
Ὅμως, αὐτός ὁ χορτασμός δέν εἶναι μιά στατική κατάσταση. Αὐτό πού συμβαίνει στό σῶμα, ὅτι χορταίνει, ἀλλά μετά τήν μεταποίηση τῆς τροφῆς πάλι ἐμφανίζεται ἡ πείνα καί ἡ δίψα, πολύ περισσότερο συμβαίνει καί στά πνευματικά ζητήματα.
Ὁ χορτασμός ἀπό τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης δημιουργεῖ ἀκόμη μεγαλύτερη πείνα καί δίψα, εἶναι «ὁ ἀχόρταγος χορτασμός» τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ διαρκής πορεία πρός τήν τελειότητα πού εἶναι ἀτέλεστη.
Ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ μακαρισμοῦ εἶναι μεγάλη, γιατί στήν κοινωνία μας, παρά τήν ὕπαρξη πολυνομίας, ὑπάρχει μεγάλη ἀδικία καί ἀνισότητα.
Γι’ αὐτό θά πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης. Ἐπειδή, ὅμως, οἱ κοινωνίες ἀποτελοῦνται ἀπό ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διακατέχονται ἀπό διάφορα πάθη καί ἀγωνίζονται γιά τήν ἱκανοποίησή τους, γι’ αὐτό πάνω ἀπό τήν λεγομένη ἀνθρώπινη καί κοινωνική δικαιοσύνη –τήν ὁποία καί αὐτή δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε– πρέπει νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί πρέπει νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε γιά τόν Θεό.
Χωρίς τόν Θεό καί τήν Χάρη Του θά εἴμαστε διαρκῶς πνευματικά πεινασμένοι καί διψασμένοι.

Ἡ ἁγία Παρασκευή, πού ἑορτάζεται σήμερα, αὐτήν τήν δικαιοσύνη πεινοῦσε καί διψοῦσε. Ἀγάπησε πολύ τόν Χριστό, διέθεσε ὅλη τήν περιουσία της στούς πτωχούς καί ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν μέχρι μαρτυρίου. Νά τήν ἔχουμε διαρκῶς ὡς ὑπόδειγμα ἀληθινῆς ζωῆς.

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καἰ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοί κληρονομήσουσι τήν γῆν

«Μακάριοι οι πραείς», είπε ο Κύριος, «ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην». Μακάριοι κι ευτυχισμένοι είναι όσοι συγκρατούν το θυμό τους κι είναι πράοι, γιατί αυτοί θ’ απολαύσουν από τη γη αυτή τα αιώνια αγαθά. 
Νωρίτερα ο Κύριος είχε μακαρίσει εκείνους που πενθούν για τις αμαρτίες τους, τώρα μακαρίζει και τους πράους. 

Γιατί οι πράοι μακαρίζονται αμέσως μετά απ’ αυτούς που πενθούν; 
Επειδή η πραότητα είναι καρπός και συνέπεια της συντριβής, του πένθους για τις αμαρτίες και τις πτώσεις μας. 
Η θλίψη για τις αμαρτίες σου σε κάνει καλοσυνάτο και πράο σαν αρνάκι. Κι όπου υπάρχει πραότητα και καλοσύνη, εκεί υπάρχει ηρεμία και μακαριότητα. 
Υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο κι ευλογημένο από την πνευματική γαλήνη κι ηρεμία; Τί περισσότερο ζητάμε στον κόσμο από την ηρεμία; Δεν υπάρχει πιο δυστυχισμένος άνθρωπος από εκείνον που δεν είναι ειρηνικός και ήρεμος, που βρίσκεται σε μια συνεχή κατάσταση σύγχυσης και φόβου. Γιατί τότε ούτε ο πλούτος ούτε η φήμη ούτε και οποιοδήποτε άλλο εγκόσμιο αγαθό έχει αξία. 

Ο άνθρωπος όμως που έχει ειρήνη στη ψυχή του είναι ικανοποιημένος ακόμα κι όταν είναι κοινωνικά απόβλητος και φτωχός.
«Μακάριοι οἱ πραεῖς». Τι είναι λοιπόν η πραότητα, σε τι συνίσταται, ποιά είναι τα χαρακτηριστικά της; Για να το εξηγήσουμε καλύτερα αυτό ας γυρίσουμε στο ευαγγέλιο. Εκεί θα συναντήσουμε τη λαμπερή, πανέμορφη και υπέροχη εικόνα της. 
Ας δούμε πως διδάσκει και πως περιγράφει ο Κύριος την πραότητα: «Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς, όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. ε’ 44-45). 
«Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ια’ 29).
Από τα λόγια αυτά βλέπετε, αδελφοί, ότι πραότητα είναι μια ειρηνική διάθεση της ψυχής που πιστεύει σταθερά κι αγαπά τον Ιησού Χριστό, που υπομένει κάθε κακό που της προξενούν οι άνθρωποι ή η δολιότητα του διαβόλου. 

Ο πράος άνθρωπος δεν ερεθίζεται και δεν εκνευρίζεται από τις αντιθέσεις και τα εμπόδια, συγχωρεί εύκολα τις προσβολές των ανθρώπων κι εύχεται το καλό για τους εχθρούς του, επειδή σέβεται την ανθρώπινη και τη χριστιανική αξία τους. Ο πράος άνθρωπος δεν ανταποδίδει ποτέ κακό στο κακό ή πονηρό στο πονηρό. Δεν εκνευρίζεται, δεν υψώνει τη φωνή του αγριεμένος όταν τον βλάπτουν ή τον προσβάλουν οι άλλοι. 
«Ουκ ερίσει ουδέ κραυγάσει, ουδέ ακούσει τις εν ταις πλατείαις την φωνήν αυτού» (Ματθ. ιβ’ 19). «Λοιδορούμενος (ο Χριστός) ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρ. β΄23). Αυτή είναι η υπέροχη εικόνα της πραότητας! Αυτή είναι η ουσία της!
Πώς μπορούμε να πράξουμε διαφορετικά, αδελφοί; Πώς είναι δυνατό να εκνευριζόμαστε, να εξαγριωνόμαστε και ν’ ανταποδίδουμε το κακό; 

Ο Θεός, ο κοινός μας Πατέρας, στον οποίο αμαρτάνουμε ξανά και ξανά, μας συμπεριφέρεται πάντα με πραότητα. Δεν μας καταστρέφει. Μας ανέχεται και μας ευεργετεί ακατάπαυστα. Οφείλουμε και μείς λοιπόν να γίνουμε πράοι, επιεικείς και μακρόθυμοι προς τους αδελφούς μας. 
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είναι σαφής: «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος• εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’ 14-15). 
Μα και σαν χριστιανοί είμαστε όλοι μέλη ενός σώματος και τα μέλη φροντίζουν με κάθε τρόπο να βοηθούν το ένα το άλλο. Κι ακόμα, όλοι μας ονομαζόμαστε πρόβατα του ποιμνίου του Χριστού. 
Γιατί; 
Επειδή τα πρόβατα είναι ήρεμα, πράα, υπομονετικά και καλοσυνάτα. Έτσι λοιπόν πρέπει να γίνουμε και μεις. Μόνο όσοι από μας είναι πράοι κι αγαθοί σαν τα αρνιά ανήκουν στο ποίμνιο του Χριστού. Εκείνοι που δεν έχουν το Πνεύμα του Χριστού, που δε διαθέτουν την πραότητα και την ταπείνωσή Του, δεν είναι δικοί Του. «Ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστίν αυτού» (Ρωμ, η’ 9). 
Στη Δευτέρα Παρουσία μόνο τα πρόβατα θα σταθούν στα δεξιά του Κριτή. Τα εριστικά ερίφια θα πάνε στ’ αριστερά Του. Τα πρόβατα θα οδηγηθούν στον παράδεισο, ενώ τα ερίφια θα καταδικαστούν και θα σταλούν στη γέεννα.

Πόσο αφύσικος και ανόητος είναι ο θυμός κι η οργή! Πόσο κοντά στη φύση μας είναι η πραότητα! Πρόσεξε το πρόσωπο ενός άνθρωπου που είναι πράος. Είναι τόσο όμορφο, καθαρό, γαλήνιο, ήρεμο και γοητευτικό! Το πρόσωπο του πράου σκορπάει στους γύρω του «οσμήν ευωδίας πνευματικής». 

Ακόμα κι ένας οργίλος άνθρωπος, όταν τον δει μαθαίνει να είναι πράος. 
Κοίταξε μετά τον οργίλο άνθρωπο, τον κακότροπο. Το πρόσωπό του φαίνεται αλλοιωμένο, παραμορφωμένο, σκοτεινό, Μια ματιά να του ρίξει κανείς μερικές φορές είναι αρκετή για να ερεθιστεί κι ο ίδιος, γιατί μεταδίδει και στους άλλους το δηλητήριο που έχει στη καρδιά του. Άθελά του αποστρέφει τη ματιά του από πάνω του, για ν’ αναπαυτεί ήρεμα σε κάποιο άλλο πρόσωπο. 
Αν τ’ αποτελέσματα της οργής και του θυμού είναι τόσο άσχημα, από πού προέρχονται; Από την αμαρτωλή φιλαυτία μας, την υπερηφάνεια, τη ματαιότητα, τη φιλοδοξία, την απληστία, τη μέθη, τη λαγνεία και τη φιλαργυρία. Όλοι σας σχεδόν θα έχετε παρατηρήσει και θα ξέρετε, πως άνθρωποι μέθυσοι, υπερήφανοι και κενόδοξοι, που κυνηγούν το χρήμα και τ’ άλλα εγκόσμια αγαθά, είναι συνήθως εκείνοι που χάνουν την ψυχραιμία τους κι εκνευρίζονται. Πόσες φιλονικίες και τσακωμοί γίνονται για το κρασί, για ακόλαστες γυναίκες, για ένα προσβλητικό λόγο ή για χρήματα!

Τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να μας κάνει πράους, όσο το να παρατηρούμε τόσο τ’ αποτελέσματα του εκνευρισμού και της οργής, όσο και εκείνα της πραότητας. Η πραότητα συνοδεύεται από πνευματική γαλήνη και χαρά, όπως λέει κι ο Κύριος: 

«Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαἰς υμών» (Ματθ. ια’ 29). Μόλις διδαχτούμε από τον Κύριο πώς να είμαστε πράοι και ταπεινοί, αμέσως στην καρδιά μας βασιλεύει η γαλήνη και μαζί της έρχεται κι η χαρά «εν αγίω Πνεύματι». 
Όταν η ψυχή μας έχει πραότητα, μπορούμε να κάνουμε εύκολα κάθε έργο που θα μας ήταν εξαιρετικά δύσκολο όταν είμαστε εκνευρισμένοι και ταραγμένοι. Όταν είμαστε οργισμένοι εναντίον του πλησίον μας, ακόμα κι η προσευχή μας είναι αμαρτωλή. 
Με την πραότητα κερδίζουμε την αγάπη, το σεβασμό και την καλή διάθεση των άλλων για μας. Η πραότητα κάνει την προσευχή μας ευπρόσδεκτη στο Θεό. Προσελκύει το έλεος του Θεού πάνω μας και κατορθώνει τη συγχώρηση των αμαρτιών μας. 
Από την άλλη μεριά τώρα ο θυμός, η οργή κι η αδιαλλαξία καταστρέφουν την εικόνα και την αξία του χριστιανού. 
Μας στερούν την ηρεμία του πλησίον μας, την αγάπη του και το σεβασμό του. Μας αποστερούν την αγαθή θέληση του Θεού κι επισύρουν πάνω μας διάφορες καταστροφές και δυστυχίες. Τα παραδείγματα των αποστόλων κι όλων των πρώτων χριστιανών, ιδιαίτερα δε των αγίων μαρτύρων, μας διδάσκουν την πραότητα και μας εμπνέουν προς αυτή. 
Παρά τις απίστευτες αγριότητες και τα βασανιστήρια των ειδωλολατρών, οι θείοι μάρτυρες ποτέ δε σκέφτηκαν να πάρουν τα όπλα για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Για τρεις αιώνες υπόφεραν τους διωγμούς τους σαν άκακα αρνιά, ακολουθώντας το παράδειγμα του θείου διδασκάλου τους, «ος λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει, παρεδίδου δε τω κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρ. β’ 23).

Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν: Το αντίδοτο κατά της αλαζονείας

«Πτωχός» δεν είναι εκείνος που απλώς δεν έχει τίποτε, ούτε εκείνος που εγκαταλείπει κάθε δική του προσπάθεια για να πετύχει κάτι. Είναι εκείνος που ξέρει τα αληθινά του όρια του, και η γνώση αυτή του δίνει την ευκαιρία και τη δυνατότητα να κινηθεί προς τους άλλους. 
Όποιος αισθάνεται αυτάρκης («πλούσιος»), μπορεί τόσο να ενθουσιαστεί με τον εαυτό του, ώστε να θέλουν να γίνουν οι άλλοι όπως αυτός. Έτσι δεν μπορεί να βοηθήσει τους άλλους. Και να σκεφθεί κανείς πως όλη η βοήθεια προς τους αδύνατους και ασθενείς, για την οποία διαβάζουμε στα περιοδικά και στις εφημερίδες κάθε μέρα, δίνεται από τέτοια αυτάρκη άτομα, κράτη ή οργανώσεις! 
Όποιος είναι έντιμος με τον εαυτό του, ξέρει καλά ποιος είναι, πόσο «πτωχός» είναι. Αυτό όμως δεν τον κάνει να παραιτηθεί των προσπαθειών του λόγω των οποιωνδήποτε περιορισμών ούτε απολυτοποιεί την ύπαρξη του. Έτσι, από την αλήθεια για τον εαυτό του, φτάνει ευκολότερα στην αλήθεια για τους άλλους ανθρώπους.
Για την έννοια του προσδιορισμού τω πνεύματι υποστηρίχθηκαν οι εξής κυρίως απόψεις: 
α. Σημαίνει «εκουσίως», «με τη θέληση του» (Ευσέβιος, Κλήμης Αλεξ., Τερτυλλιανός, καθώς και αρκετοί νεότεροι). Με την έννοια αυτή η έκφραση τω πνεύματι συναντάται στα κείμενα της Νεκρής Θάλασσας. Έτσι όμως μπορεί κανείς εσφαλμένα να οδηγηθεί να πιστέψει πώς πρόκειται για κάποια ειδική κατηγορία ανθρώπων. 
β. Σημαίνει τη συντριβή και ταπείνωση του πνεύματος αφενός, την απόλυτη εξάρτηση από τον Θεό αφετέρου (Χρυσόστομος, Ζιγαβηνός, Δαμαλάς, Τρεμπέλας, Λόμαγερ (Ernst Lohmeyer) κ.α.). 

Σε αυτά θα είχε να παρατηρήσει κανείς τα εξής: 
1. Στην πτωχεία, στο πένθος, στην πραότητα κ.λπ., όπως και στα αντίθετα τους (πλούτος, γέλως κ.λπ.), ο Ιησούς βλέπει μια παρούσα κατάσταση, και ο μακαρισμός των πτωχών, πενθούντων κ.λπ δεν αφορά απλώς το μέλλον των ανθρώπων αυτών αλλά και το παρόν. Δεν θα γίνουν δηλαδή αυτοί κάποτε στο μέλλον μέλη της βασιλείας, αλλά είναι ήδη τώρα μέλη της. 
2. Ένας τέτοιος μακαρισμός, που καταστρέφει κάθε είδος ανθρώπινης αυταρέσκειας, στρέφεται εναντίον παντός είδους φαρισαϊσμού. 
3. Ο Χρυσόστομος στη μακαριζόμενη πτωχεία βλέπει, όπως είδαμε και στα εισαγωγικά, το αντίδοτο κατά της αλαζονείας και αυτάρκειας, που υπήρξαν η ουσία του προπατορικού αμαρτήματος.
Ο Ματθαίος χρησιμοποιεί τριάντα δύο φορές την έκφραση βασιλεία των ουρανών, και μόνο τρεις φορές (και ίσως άλλες δυο φορές ακόμη) την έκφραση βασιλεία του Θεού, που πάντοτε χρησιμοποιούν ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Παύλος. 

Δεν θα εξετάσουμε εδώ αν και κατά πόσο χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Ιησούς την έκφραση βασιλεία των ουρανών ή τα χρησιμοποίησε μόνον ο Ευαγγελιστής για να συμμορφωθεί προς τη συνήθεια των ραββίνων της εποχής του να αποφεύγουν το Θείο όνομα.

Ούτε η έκφραση βασιλεία των ουρανών δηλώνει δήθεν τον υπερβατικό χαρακτήρα της Βασιλείας, γιατί και οι δύο εκφράσεις έχουν στον Ματθαίο το ίδιο νόημα: 
Η Βασιλεία, είτε ως Βασιλεία των ουρανών είτε ως Βασιλεία του Θεού, είναι δώρο του Θεού και φυσικά δεν είναι προϊόν μιας φυσικής ή μηχανικής ανάπτυξης του εμπειρικού ανθρώπου. [...] 
Θα μπορούσε να πει κανείς πως όλοι οι Μακαρισμοί είναι ανάλυση και ανάπτυξη του πρώτου. 
Πτωχοί είναι ο απλός λαός, η Ματριόνα του Σολζενίτσιν, ο am-ha-arez, ο όχλος των Ευαγγελίων, που ακολουθούσε τον Ιησού με δίψα να μάθει.
Στο Μτ 22,1-14 και οι πτωχοί καλούνται από τις ρύμες και τις οδούς στο εσχατολογικό τραπέζι. 
Τα παιδία στον Μκ 10,13-16 και ανήκουν στην ίδια κατηγορία. 
Δεν είναι οι τάξεις αυτές των ανθρώπων σε καλύτερη μοίρα από τους ώριμους. Αυτοί μόνο ξέρουν πως δεν ωρίμασαν και δεν έφτασαν στο σκοπό (PetrPokorny 1969, σ.19). 
Ο «πτωχός», είτε τον πάρουμε με την έννοια του παρά την οδόν πληγωμένου είτε με την έννοια του καλού Σαμαρείτη, είναι ο άνθρωπος που ζει και βαστάει επάνω του τις ανάγκες του κόσμου. 
Η «πτωχεία» με την έννοια αυτή είναι η αλήθεια με τον εαυτό μας και η συμμετοχή στη ζωή και στα προβλήματα των άλλων μέχρι θανάτου. 
Σε αυτή την αλήθεια και σε αυτή τη συμμετοχή παρέχεται στον άνθρωπο η ευκαιρία να τοποθετηθεί σε έναν φωτεινότερο και καλύτερο κόσμο. Ο Θεός έχει έτσι ρυθμίσει τα του κόσμου, ώστε τελικά αυτήν την τοποθέτηση αλήθειας για τον εαυτό μας και συμμετοχής στη ζωή των άλλων να μην την απογοητεύει, αλλά να την προάγει και να τη βραβεύει. 
Το να μη ζει κανείς στον κόσμο σαν «πτωχός» όσο υπάρχουν σε αυτόν «πτωχοί», αυτό από βιβλική άποψη σημαίνει καταδίκη. Όποιος βγάλει έξω από τον εαυτό του την αλήθεια για τη «δυστυχία» του κόσμου, αυτός δεν μπορεί να δοκιμάσει την αλήθεια ενός ευτυχισμένου κόσμου».

"Η επί του Όρους Όμιλία"
Εκδόσεις "Άρτος Ζωής", Σάββας Αγουρίδης

«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται.»

Ο 2ος Μακαρισμός για τον περισσότερο κόσμο είναι αντιπαθητικός, επειδή περιέχει τη λέξη πένθος και προκαλεί μελαγχολία. 
Αντίθετα οι «κοσμικοί» άνθρωποι έχουν δικό τους μακαρισμό, «μακάριοι αυτοί που γελούν και χαίρονται, που ξέρουν να ζουν τη ζωούλα τους». 

Όμως η χαρά η πεπληρωμένη, είναι ένας αγιοπνευματικός καρπός που δεν αναιρείται από το πένθος, αλλά είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Ο κόσμος ψάχνει την χαρά σε λάθος μονοπάτια, σε μάταιες απολαύσεις, σε ακόλαστες πράξεις, που γεμίζουν το πιθάρι των ηδονών. 
Αυτή όμως η πονηρή χαρά έρχεται η ώρα που γίνεται λύπη, δάκρυα και στεναγμός «ουαί υμίν οι γελώντες νυν ότι πενθήσετε και κλαύσετε», π. χ. οι αλκοολικοί, οι ναρκομανείς, οι φορείς AIDS… ενώ αρχικά χαίρονταν, τώρα κλαίνε για την κατάντια τους.

Όμως ο Χριστός με τον Μακαρισμό αυτό, καλεί όλα αυτά τα εξαντλημένα από την αμαρτία ερείπια της κοινωνίας, να αρνηθούν την λάθος πορεία και ζωή τους και να κλάψουν για τις αμαρτίες τους, ώστε όχι μόνο να τους συγχωρέσει αλλά και θα τους προσφέρει παρηγοριά, παραμυθία… και θα μοιάζει αυτό το πένθος και η επιστροφή τους στο Θεό, με τη μάνα που έχει λύπη και πόνους όταν γεννά, αλλά οι ωδίνες μετατρέπονται σε απερίγραπτη χαρά, όταν γεννηθεί το παιδί. 
Π. χ. ο Πέτρος «έκλαυσε πικρώς» επειδή αρνήθηκε τρεις φορές τον Κύριο, αλλά μετανόησε και προσέλκυσε τόση χάρη επάνω του ώστε από το φλογερό κήρυγμά του, την ημέρα της Πεντηκοστής, πίστεψαν στο Χριστό 3.000 άνθρωποι. 
Ο Δαυίδ «καθ’ εκάστην νύχτα την στρωμνήν του έβρεχε» από δάκρυα μετανοίας για το διπλό του αμάρτημα, του φόνου και της μοιχείας και πάλι ο Θεός τον συγχώρεσε. 
Η οσία Μαρία η Αιγυπτία για τα 17 χρόνια στην αμαρτία που έζησε στην Αλεξάνδρεια, όταν ήρθε σε μετάνοια πενθούσε και έκλαιγε 40 χρόνια στην έρημο, ώσπου όταν την επισκέφθηκε ο Άγιος Ζωσιμάς, την είδε να μην πατάει στη γη, γιατί είχε λευκανθεί η ψυχή και το σώμα της από την προσευχή και τα δάκρυα.
Δεν πρέπει όμως να φτάνουμε στο άλλο άκρο, στην απόγνωση, στην απελπισία, στην απαισιοδοξία με υπερβολική λύπη. 
Π. χ. ο Ιούδας αυτοκτόνησε, ενώ θα έπρεπε να μετανοήσει και ο Θεός θα τον δεχόταν πάλι, αλλά επέτρεψε με τους λογισμούς του και με την φιλαργυρία του να εισέλθει στην καρδιά του ο διάβολος, ο οποίος του θόλωσε τον νου και τον έφερε στην απόγνωση και στην αιώνια απώλεια. 
Ένα εξίσου αποτρεπτικό παράδειγμα είναι ο Κάιν, ο οποίος από φθόνο έφτασε στον φόνο του αδελφού του και οι τύψεις που ένοιωθε τον έκαναν να χάσει τα λογικά του. 
Αυτή η κατά κόσμον λύπη είναι ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα που τρώει την ικμάδα της ψυχής, όπως ο σκόρος το ρούχο, όπως το σαράκι το ξύλο.
Όσο ο Χριστός ζούσε εδώ στη γη, στην ανθρώπινη φύση Του δεν επέτρεψε ποτέ να γελάσει, τον είδαν όμως να κλαίει και να δακρύζει, από πόνο για την δυστυχία των ανθρώπων, από αγωνία πριν τη Σταυρική του θυσία, από συγκίνηση όταν τον πλησίασαν οι Έλληνες. 
Ο Λώτ όταν στα Σόδομα και Γόμορρα έβλεπε τους συνανθρώπους του να αμαρτάνουν, βασανιζόταν και έκλαιγε καθημερινά. 
Έτσι κι και εμείς σήμερα πρέπει να κλαίμε για την κατάντια της κοινωνίας, των νέων οικογενειών που διαλύονται, για τις ασθένειες των συνανθρώπων μας, για την πείνα, την φτώχεια, για το περιβάλλον που καταστρέφεται ...
Με την προσευχή μας ενάντια σε όλη αυτή την δυστυχία, δείχνουμε αγάπη και ευαισθησία «Μακάριοι οι κλαίοντες νυν ότι γελάσετε».
Πρέπει να πενθούμε για να ελκύσουμε το έλεος του Θεού επάνω μας, π. χ. ένα παιδί που χτύπησε έκλαιγε μπροστά στους γονείς για να κερδίσει το χάδι και την συμπάθειά τους. Χτύπημα είναι η αμαρτία μας. 
Επίσης και ο Θεός μας αφήνει λίγο μόνους χωρίς χάρη, για να τον αναζητήσουμε με το κλάμα π. χ. σε ένα μεγάλο κατάστημα με κόσμο, μία μητέρα για να συνετίσει το άτακτο παιδί της, κρύφτηκε πίσω από ράφια για λίγο, εκείνο έβαλε τα κλάματα και την ζητούσε, εκείνη αμέσως εμφανίστηκε και από τότε συμμορφώθηκε. Έτσι και εμείς επειδή ατακτούμε κρύβεται ο Θεός, αν όμως δακρύσουμε εμφανίζεται πάλι μέσα στην καρδιά μας.
«Η γαρ κατά Θεόν λύπη, μετάνοιαν εις σωτηρία κατεργάζεται».
Οι πατέρες την ονομάζουν «ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ». 

Όπως όταν πέσει καταρρακτώδης βροχή, μετά συνήθως γίνεται ξαστεριά, έτσι και όταν χυθούν τα δάκρυα για τις αμαρτίες μας, έρχεται η χαρά και η γαλήνη. 
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει: την ώρα του θανάτου, μόνη παρηγοριά είναι τα δάκρυα και η νηστεία που κάναμε, όσο ζούσαμε.
Να πενθούμε και με το σώμα μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν ξάπλωνε ποτέ σε κρεβάτι αλλά σε καρέκλα με τα χέρια υψωμένα σε στάση ικεσίας. «Τηγάνιζε» το σώμα του με την άσκηση, πενθούσε με την σάρκα του. Όταν έγινε Πατριάρχης απέσυρε τον μάγειρα, για να στενοχωρεί την γαστέρα του.
«Η δε του κόσμου λύπη, θάνατον κατεργάζεται».

Πενθεί ο κόσμος γιατί είναι φτωχός, γιατί έχασε έναν συγγενή, γιατί απέτυχε στις σχολικές εξετάσεις, για μία ερωτική απογοήτευση, φτάνει στην απώλεια της υγείας, αποκτούν καρκίνο, εμφράγματα, θλίψη, δηλαδή ζούληγμα της ψυχή. 
Ο Αββάς Ποιμήν κάποτε βρέθηκε σε ένα κοιμητήριο, κοντά σε ένα μαρμάρινο μνήμα μια μαυροντυμένη γυναίκα είχε λυτά πλούσια μαλλιά θρηνούσε απαρηγόρητα τον αγαπημένο της συγγενή. Ο Άγιος σκέφθηκε ότι σε αυτήν την γυναίκα όλα τα ευχάριστα του κόσμου να μαζευτούν μπροστά της δεν θα μπορούσαν να μετριάσουν τον πόνο της ψυχής της. 
Μακάρι να μπορούσαμε απέναντι από τις αμαρτίες μας, να βάλουμε τέτοιο πένθος στην καρδιά μας, τότε μία γλυκύτητα από Θεία παράκληση θα πλημμυρίσει την ψυχή μας και θα μας μετατρέψει σε μακάριους ανθρώπους, δηλαδή αληθινά και μόνιμα ευτυχείς.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Οι Μακαρισμοί

Ματθαίου κεφ. ε' στίχοι 1-12

«Ἰδών δέ ὁ Κύριος τους ὄχλους ἀνέβη εἷς τό ὅρος, καί καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῶ οἱ μαθηται αὐτοῦ, καί ἀνοίξας τό στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτούς λέγων·
  1. Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
  2. Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται.
  3. Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοί κληρονομήσουσι τήν γῆν.
  4. Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται.
  5. Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοί ἐλεηθήσονται.
  6. Μακάριοι οἱ καθαροί τή καρδία, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται.
  7. Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται·
  8. Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
  9. Μακάριοι ἐστέ, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσιν ὑμᾶς καί εἴπωσι πᾶν πονηρόν ρῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ.
Χαίρετε καί ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γάρ ἐδίωξαν τούς προφήτας τούς πρό ὑμῶν».

Μετάφραση

Όταν είδε ο Ιησούς τα πλήθη του λαού, ανέβηκε στο όρος. Και όταν κάθισε, ήλθαν οι μαθητές αυτού κοντά του. Τότε άνοιξε το στόμα του και άρχισε να τους διδάσκει λέγοντας:
  1. Μακάριοι είναι οι απλοί και ταπεινόφρονες, γιατί σ' αυτούς ανήκει η Βασιλεία των ουρανών.
  2. Μακάριοι είναι εκείνοι, που πενθούν, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν.
  3. Μακάριοι είναι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη.
  4. Μακάριοι είναι εκείνοι που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορτάσουν.
  5. Μακάριοι είναι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν.
  6. Μακάριοι είναι εκείνοι που έχουν καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό.
  7. Μακάριοι είναι οι ειρηνοποιοί, γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού.
  8. Μακάριοι είναι εκείνοι, που καταδιώκονται για χάρη της δικαιοσύνης, γιατί σ' αυτούς ανήκει η Βασιλεία των ουρανών.
  9. Μακάριοι θα είστε, όταν θα σας βρίσουν και σας καταδιώξουν και πουν εναντίον σας κάθε κακό λόγο, λέγοντας ψέματα εξαιτίας μου.
Τότε να χαίρεστε και να αγαλλιάστε, γιατί η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη στους ουρανούς. Έτσι ακριβώς κυνήγησαν τους προφήτες, που έζησαν πριν από σας.