Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Η Εικόνα της Σταύρωσης - Ερμηνεία, Ανάλυση

Μονή Μεγάλου Μετεώρου 1483
Στο βάθος της εικόνας φαίνεται το τείχος της Ιερουσαλήμ, γιατί ο Χριστός "έξω της πύλης έπαθε" (Εβρ. ιγ΄ 12). Στο κέντρο της σύνθεσης ο Χριστός γυμνός πάνω στο Σταυρό, φέρει μόνο "περίζωμα περί την όσφυν", δηλ. ένα άσπρο, συνήθως, πανί τυλιγμένο στη μέση Του. Νεκρός, με κλειστούς οφθαλμούς και γυρτό ελαφρά το κεφάλι προς τα δεξιά.
Από τους αγιογράφους υπερτονίζεται το σώμα Του εντελώς σκελετωμένο από την κακοπάθεια, με τα χέρια απλωμένα και με ανοικτές τις παλάμες, "ως να προσεύχεται ... και ωσάν να ανοίγη τας αγκάλας του προς όλους τους ανθρώπους" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.174). "Οι δε πόδες σμικτοί, με τα γόνατα ολίγον διπλωμένα, πατούν επάνω εις εν σανίδιον ως υποπόδιον ... Κάποιοι σημερινοί ζωγράφοι ζγραφίζουν τους άχραντους πόδας του Κυρίου τον ένα επί του άλλου, καρφωμένους με εν και μόνον καρφίον, και τούτο το πράττουν κακώς, κατά μιμησιν κάποιων ζωγράφων της Δύσεως" (Φ. Κόντογλου, οπ.π., σ.174). Από τα χέρια και τα πόδια του Χριστού τρέχουν αίματα, ενώ από την λογχισμένη πλευρά Του αίμα και ύδωρ.
Η εντύπωση που δίνει ο Χριστός δεν είναι ότι πέθανε, αλλά ότι κοιμάται ("Εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος" - Κοινωνικό Μ. Σαββάτου). Είναι σαν βασιλιάς πάνω στο θρόνο Του (πρβλ. το εξαποστειλάριον του Πάσχα "Σαρκί υπνώσας ως θνητός, ο Βαιλεύς και Κύριος..."). Γι' αυτό και ο καθηγητής Κ. Καλοκύρης παρατηρεί: ".. εις το πρόσωπον του Κυρίου πρυτανεύει το βασιλικόν μεγαλείον (το μεγαλείο του συγκρατημένου πάθους)" (Κ. Καλοκύρη, Η ζωγραφική της Ορθοδοξίας, σ.135). Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και η πινακίδα με την επιγραφή που υπάρχει πάνω από το κεφάλι του Χριστού γράφει: ΟΒΣΛΤΔΞΣ δηλ. Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ και όχι τα αρχιγράμματα Ι.Ν.Β.Ι. (Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων) τα οποία έγραψαν οι ασεβείς σταυρωτές του Κυρίου για να τον χλευάσουν.
Οι δύο ληστές
Κατά την διήγηση των ευαγγελιστών ο Χριστός σταυρώθηκε ανάμεσα σε δύο ληστές. "Και ο μεν δίκαιος ληστής ευρίσκεται εκ δεξιών του Κυρίου, έχει την όψιν ήμερον και παρακαλεστικήν, βλέποντας προς τον Χριστόν, με μαύρα και ολίγα γένεια, όπως του Χριστού, και με φωτοστέφανον γύρω εις την κεφαλήν Του, όπως οι άγιοι, καθ' όσον εσώθη με την μετάνοιαν, λέγοντας εις τον Χριστόν "Μνήσθητί μου, Κύριε όταν έλθης εν τη βασιλεία σου" (Λουκ. κγ΄ 42).
Ο δε κακός ληστής, οπού είναι σταυρωμένος εξ αριστερών του Κυρίου, έχει την όψιν ηγριωμένην (αλλού όμως ο Κόντογλου παρατηρεί "ότι εις την Ορθόδοξον εικονογραφίαν ... οι λησταί δεν έχουσι κακούργον όψιν ... ο κακός ληστής εις την σταύρωσιν, παρίσταται νέος αμούστακος ... τούτο φανερώνει το ανεξίκακον, αθεάτριστον και ξένον πάσης ανιέρου εμφάσεως πνεύμα της αγιογραφικής τέχνης" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.411)), με μαλλιά ακατάστατα και με το σώμα συστερφόμενον, φαίνεται δε ωσαν να λέγη εις τον Χριστόν· "Ει συ ει ο Χριστός, σωσον σεαυτόν και ημάς" (Λουκ. κγ΄ 39). Εις πολλάς εικόνας οι λησταί δεν είναι καρφωμένοι εις τους σταυρούς, αλλά μόνον δεμένοι με σχοινιά από τας χείρας και τους πόδας, ο δε αμαρτωλός ληστής εικονίζεται γυρισμένος με την πλάτην" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176)
Η Θεοτόκος
Στα δεξιά του Χριστού στέκεται η Παναγία όρθια ατενίζοντας τον Υιόν της. Με το αριστερό χέρι στο μάγουλό της φαίνεται να συγκρατεί την εκδήλωση του πόνου που την κυριεύει, ενώ το δεξιό χέρι είναι ανοικτό σε σχήμα ικεσίας. Η μορφή της Παναγίας αποπνέει βαθιά πνευματικότητα. Κατά τον Γεώργιο Νικομηδείας (Θ΄ αι.) η Θεοτόκος "τω πάθει κοσμίως και ουκ αγενώς προσωμίλει" (Migne, P.G., τ.100, στ. 1485 D). "... θερμοτάτοις μεν κατέλουε δάκρυσιν" (το σώμα του Κυρίου) όμως "πραεία φωνή και συμπαθεστάτοις προσεφθέγγετο ρήμασιν ..." (Γεώργιος Νικομηδείας, οπ.π., στ. 1488).
Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη την οποία αποτυπώνει ο υμνογράφος της Μ. Παρασκευής σ' ένα απόστιχο των αίνων. Η Παρθένος παρά τω σταυρώ "ανέκραζε γοερώς ... οδυρόμενη μητρώα σπλάγχνα ... παρειάς συν θριξί καταξαίνουσα ... και το στήθος τύπτουσα" (Τριώδιο). Αυτή η εκδοχή, ιδιαίτερα προσφιλής στους λαϊκούς θρήνους της Μ. Παρασκευής, θα προσδώσει αργότερα -κυρίως στην Παλαιολόγεια εποχή- έναν αφηγηματικό χαρακτήρα, καθώς οι αγιογράφοι θα παριστάνουν την Παναγία να θρηνεί και στο τέλος να λιποθυμά.
Όμως οι παραστάσεις αυτές "δεν έχουν τον χαρακτήρα δουλικής μιμήσεως της φυσικής πραγματικότητος -δηλ. αναπαραστάσεως των γεγονότων ον τρόπον εδίδαξεν η Αναγέννησις-, διότι οι ζωγράφοι κατώρθωσαν τον ρεαλισμόν αυτών όλως να εξευγενίσουν και να υποτάξουν εις το γενικώτερον υπερβατικόν κλίμα των συνθέσεών των ..." (Κ. Καλοκύρη, Η ζωγραφική της Ορθοδοξίας, σ.139). Η Θεοτόκος πάντως, άσχετα από το μέγεθος της λύπης της, δεν παύει να πιστεύει στη θεότητα του Υιού της, ο οποίος της λέει κατά τον υμνωδό: "Μη εποδύρου μου Μήτερ ... αναστήσομαι γαρ και δοξασθήσομαι" (θ΄ ωδή Κανόνος Μ. Σαββάτου).
Ο Ιωάννης ο Θεολόγος
Ο Ιωάννης, νέος αγένειος και σγουρομάλλης, που στέκεται αριστερά του Σταυρού, είναι μορφή πιο ανοιχτή, περισσότερο ανθρώπινη. Η στάση του εκφράζει φόβο και αγωνία, "με γυρτήν την κεφαλήν και με όψιν περιώδυνον, βαστώντας με το δεξιόν χερι το μάγουλόν του (σε κάποιες παραστάσεις το δεξί χέρι του Ιωάννου είναι στο στήθος του, ενώ σπάνια κρατεί ευαγγέλιο (βλ. την τοιχογραφία της S. Maria Antiqua στη Ρώμη, αλλά και ελεφαντοστό με τη Σταύρωση της Μονής Διονυσίου. Βλ. επίσης την Σταύρωση στον Αγ. Μάρκο της Βενετίας - περίκλειστο σμάλτο: Γ. Αντουράκη, Χριστιανική Ζωγραφική, σ. 271)), και το αριστερόν αφήνοντάς το να πέση κάτω" (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176).
Ο Ιωάννης στέκει κοιτώντας μπροστά του και όχι τον Χριστό, όπως κάνει η Παναγία. "Διανοείται περισσότερο το Άγιο Πάθος, ενώ αντιθέτως η Παναγία το ζει, πονάει για το παιδί της και γι' αυτό έχει τη διάθεση να κινηθεί προς αυτό, ενώ ο θεολόγος δεν την έχει. Δείχνει μόνο τη διάθεση να στρίψει προς τον Εσταυρωμένο και να αναβλέψει προς αυτόν" (Π.Α.Μιχέλη, Η αισθητική της Βυζ. Τέχνης, σ.201). Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι ενώ στις παραστάσεις της Σταυρώσεως ο ευαγγελιστής Ιωάννης εικονίζεται συνήθως απέναντι στην Παναγία, σε μερικές περιπτώσεις ιστορείται μαζί με την Θεοτόκο αριστερά -ως προς τον θεατή- του Εσταυρωμένου.
Ο εκατόνταρχος
Πίσω από τον Ιωάννη εικονίζεται ο εκατόνταρχος (ο κατά την παράδοση μετέπειτα Άγιος Λογγίνος) με την στρατιωτική του πανοπλία. Ο εκατόνταρχος παριστάνεται σε ανδρική ηλικία με μαύρο στρογγυλό γένι, έχοντας το κεφάλι του σκεπασμένο μ' ένα μαντήλι και γυρισμένο με πίστη προς τον Χριστό, σα να φωνάζει "Όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν" (Λουκ. 23,47). Το κεφάλι του φέρει φωτοστέφανο (βλ. Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176). Γιατί εκτός από την αθωότητα του Χριστού, ο εκατόνταρχος ομολόγησε και την θεότητά Του: "αληθώς Θεού υιός ην ούτος" (Ματθ. κζ΄ 55). Αυτήν ακριβώς την ομολογία δηλώνει το υψωμένο σε θέση ευλογίας δεξί χέρι του εκατόνταρχου, στο ύψος του μετώπου του, σα να θέλει να το σταυρώσει.
Ο Κρανίου τόπος
Ο Χριστός σταυρώθηκε "εις τον λεγόμενον Κρανίου τόπος, ος λέγεται Εβραϊστί Γολγοθά" (Ιω. ιθ΄ 17). Στην εικόνα λοιπόν της Σταυρώσεως, κάτω από την βραχώδη κορυφή του Γολγοθά, που απεικονίζεται ως σπήλαιο πάνω στο οποίο είναι στημένος ο Σταυρός του Κυρίου, διακρίνεται, μέσα στο σπήλαιο, ένα κρανίο. Πάνω στο κρανίο αυτό στάζει το αίμα που πηγάζει από τα πόδια του Χριστού. Κατά μια αρχαία παράδοση που διασώζει πρώτος ο Ωριγένης, το κρανίο αυτό είναι το κρανίο του Αδάμ, ο οποίος πέθανε και θάφτηκε στον Γολγοθά (βλ. Ωριγένους, Εις το κατά Ματθαίον, ΒΕΠΕΣ 14, 390).
Την εκδοχή αυτή υιοθετεί και ο ιερός Χρυσόστομος ο οποίος μάλιστα ερμηνεύει και θεολογικά την παράδοση αυτή: "Τινές φασιν εκεί τον Αδάμ τελευτηκέναι και κείσθαι, και τον Ιησούν εν τω τόπω, ένθα ο θάνατος εβασίλευσεν, εκεί και το τρόπαιον στήσαι. Και γαρ τρόπαιον εξήει βαστάζων τον σταυρόν κατά της του θανάτου τυραννίδος" (Ιω. Χρυσοστόμου, Εις το κατά Ιωάννην Ομιλία πε΄, στη σειρά Άπαντα των αγίων πατέρων, τ.75, σ.373). Έτσι το αίμα του Κυρίου καθαρίζει και εκπλύνει τις αμαρτίες του γένους των ανθρώπων, του οποίου γενάρχης υπήρξε ο Αδάμ.
Εξ άλλου, κατά τον Ι. Αυγουστίνο, το όνομα του γενάρχη, έτσι όπως γράφεται με τα ελληνικά γράμματα ΑΔΑΜ, περιέχει τα αρχικά των σημείων του ορίζοντα (Α-νατολή, Δ-ύσις, Ά-ρκτος, Μ-εσημβρία), πράγμα που σημαίνει ως αυτός εκπροσωπεί όλο το ανθρώπινο γένος ανά τους αιώνες, και επομένως πρώτος δέχεται το λυτρωτικό αίμα του Χριστού που αφορά σε όλους τους ανθρώπους (βλ. Κ. Καλοκύρη, Εορταί δώδεκα, ΘΗΕ, τ.5, στ. 752).
Την όλη παράσταση της Σταυρώσεως συμπληρώνουν ο ήλιος και η σελήνη που ζωγραφίζονται δεξιά και αριστερά του Σταυρού αντίστοιχα (στο πάνω μέρος της εικόνας), και αντιπροσωπεύουν τον ορατό κόσμο που έφριξε βλέποντας την Σταύρωση του Δημιουργού. Ζωγραφίζονται δε σε σχήμα ανθρωπίνων προσώπων, «ο μεν ήλιος με χρώμα κόκκινον αιματώδες, η δε σελήνη στακτόχρους, με τας ακτίνας γυρισμένας προς το μέρος του Χριστού, εις σημείον ότι εσκοτίσθησαν κατά την Σταύρωσιν. Εικονίζονται δε και άγγελοι κλαίοντες, πλην και ούτοι περιττεύουν» (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.177). Η επιγραφή της εικόνας είναι: Η ΣΤΑΥΡΩΣΙΣ και ιστορείται στον δυτικό τοξωτό τοίχο του ναού, ή στο εικονοστάσι πάνω από το τέμπλο μαζί με το δωδεκάορτο.
Του Παν. Α. Ανδριόπουλου, θεολόγου
πηγή: Ι. Μ. ΠΑΤΡΩΝ

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Γιατί ο Δείπνος της Μ. Πέμπτης, ονομάζεται
"Μυστικός Δείπνος";

Η λέξη μυστικός παράγεται από το "μύστης" και αυτό από το "μυώ". Άρα ο Δείπνος αυτός δεν έγινε κρυφά και απομονωμένα, αλλά για να αποκαλύψει, παρουσιάσει και διδάξει στους δώδεκα μαθητές Του ο Κύριος, ότι το μυστήριο της Σταυρικής Του Θυσίας ήδη έχει συντελεσθεί. 
.
Ο Δείπνος εκείνης της Πέμπτης λέγεται και είναι "ΜΥΣΤΙΚΟΣ", διότι εμύησε ο Κύριος τους Μαθητές Του και διά των Μαθητών εμάς στη σωτήρια θυσία
Ιερούργησε ο ίδιος τη Σταυρική Θυσία του Γολγοθά. 
Με τον Μυστικό Δείπνο ο Χριστός με τρόπο ασύλληπτο από τον ανθρώπινο νου και την κοινή λογική, προλαβαίνει τα γεγονότα της προδοσίας, της Δίκης, των Παθών, του Γολγοθά και της Θυσίας πάνω στον Σταυρό. 
Και τα προλαμβάνει διότι είναι παρόντα στην τροφή του Παναγίου Σώματος και του Τιμίου Αίματος Του..."Φάγετε από το Σώμα μου", τους λέγει, "και πίετε από το Αίμα μου". Είμαι το "Εσφαγμένο Αρνίον". 
Για να μας ομιλεί έτσι ο Κύριος, σημαίνει ότι η Θυσία έχει ήδη συντελεσθεί και συνεχίζει με την δική μας Θεία Λειτουργία να συντελείται!
.

πρ. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Μεγάλη Τρίτη: Η απεγνωσμένη δια τον βίον ...

μη μου τα δάκρυα παρίδης, η χαρά των Αγγέλων

Μεγάλη Τρίτη σήμερα, και η γυναίκα πόρνη, η απεγνωσμένη, αφήνει πίσω της την αμαρτωλή ζωή της και ακολουθεί πλεόν τα διδάγματα του Κυρίου.
Κλαίει, οδύρεται και πονά για τις αμαρτίες της...
Ο Κύριος ως Πατέρας μας, μας συγχωρεί παρά τις τόσες στενοχώριες που Του έχουμε δώσει!

 
Η απεγνωσμένη δια τον βίον, 
και επεγνωσμένη δια τον τρόπον, 
τα μύρα βαστάζουσα, προσήλθε σοι βοώσα· 
Μη με την πόρνην απορρίψης, ο τεχθείς εκ Παρθένου· 
μη μου τα δάκρυα παρίδης, η χαρά των Αγγέλων· 
αλλά δέξαι με μετανοούσαν, την ουκ απώσω αμαρτάνουσαν Κύριε, δια το μέγα σου έλεος.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Η ερμηνεία της εικόνας του Νυμφίου

Τον βλέπουμε στην εικόνα καταφρονεμένο από τους ανθρώπους που δεν Τον αγάπησαν. Καταματωμένο το πανίερο κεφάλι Του γέρνει στα δεξιά με πόνο και αξιοπρέπεια, στεφανωμένο με το πολύτιμο στεφάνι του μαρτυρίου, που κάθε αγκάθι του οργώνει βάναυσα το θεανδρικό ουράνιο πρόσωπο.
.
H ωραιότητα του ταπεινού Νυμφίου είναι τόσο μεγάλη
όσο μεγάλος είναι και ο Παράδεισος,
από τον οποίο κατέβηκε για να μας βάλει
με τη θυσία Του μέσα σ’ αυτόν.
Κυριακή Βαΐων βράδυ. Οι ορθόδοξοι πιστοί στους ιερούς Ναούς. Κεντρικό πρόσωπο της βραδιάς ο μεγάλος έρωτας κάθε ορθόδοξης χριστιανικής ψυχής, ο αγαπημένος Νυμφίος. Υψώνεται ο Νυμφίος από τα χέρια του κληρικού μέσα στο ιερό Βήμα και εξέρχεται σε μια ιερή έξοδο ανάμεσα στα αγαπημένα Του πρόσωπα. Περιφέρεται ανάμεσα στους πιστούς Του, για να τους παρηγορήσει, για να τους στηρίξει, για να τους διδάξει, για να τους δείξει ότι είναι εκεί και ότι τους περιμένει όλους να ενωθούν μαζί Του και να του ομοιάσουν.
Τίποτε δεν αγγίζει περισσότερο τις λεπτές εσωτερικές χορδές της ανθρώπινης καρδιάς όσο η εικόνα του Νυμφίου εκείνο το βράδυ.

Ο Χριστός μας παρουσιάζεται μισόγυμνος, τυλιγμένος με τον πολύτιμο άραφο κατακόκκινο χιτώνα Του, με σκυμμένο το κεφάλι Του, ζωντανός, ταπεινωμένος από την ανθρώπινη κακία και από τη διαβολική μανία. Στα χέρια Του κρατάει το καλάμι της προσβολής Του και στο κεφάλι του φοράει το ακάνθινο στεφάνι του αμέτρητου πόνου Του.
Γιατί όμως ένας Νυμφίος τόσο ταπεινωμένος και τόσο εξαθλιωμένος έχει αγαπηθεί τόσο πολύ από εκατομμύρια ανθρώπους στο διάβα των αιώνων;

O άνθρωπος, όταν ντύνεται για το γάμο του, φοράει τα καλύτερα και λαμπρότερα ρούχα, διότι έτσι νιώθει ότι τιμάει τη συζυγία του και εκφράζει και τη χαρά του για το ξεκίνημα της νέας του ζωής. Δεν θα έπρεπε και ο Χριστός ως Νυμφίος να παρουσιάζεται με ρούχα λαμπρά, τιμημένος μέσα στην άφθαρτη και άφατη δόξα Του; Αυτό επιτάσσει η ανθρώπινη λογική. Για την Eκκλησία όμως υπάρχει ένας άλλος τρόπος σκέψεως και τοποθετήσεως των πραγμάτων.
O Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος» δεν είναι απαραίτητο να εκπληρώνει τα μέτρα της κοσμικής ωραιότητος. O Νυμφίος για την Eκκλησία είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου Λυτρωτου, που μας καλεί κατ’ αρχήν σε μία αιώνια, ουσιαστική και οντολογική ένωση μαζί Του. Σε μία ένωση πιο δυνατή από κάθε άλλη σχέση που μπορούμε να βάλουμε με το μυαλό μας. Σε μία ένωση όπως του σίδερου με τη φωτιά, που, όταν επιτυγχάνεται, το κρύο σίδερο μεταμορφώνεται σε φωτιά. Έτσι και ο άνθρωπος, όταν ενώνεται με τον Θεάνθρωπο, γίνεται και εκείνος θεούμενος και θεοτόκος, κυοφορώντας μέσα του τον ερασμιώτατο Χριστό.
O Χριστός ως Νυμφίος προσκαλεί την ψυχή ως νύμφη να ενωθεί μαζί της για πάντα και αδιάσπαστα.
O Νυμφίος της Eκκλησίας είναι ένας Νυμφίος ταπεινός και πονεμένος.

Ένας Νυμφίος που αγαπάει και θυσιάζεται έως θανάτου για το αντικείμενο της αγάπης Του. Τον βλέπουμε στην εικόνα καταφρονεμένο από τους ανθρώπους που δεν Τον αγάπησαν. Καταματωμένο το πανίερο κεφάλι Του γέρνει στα δεξιά με πόνο και αξιοπρέπεια, στεφανωμένο με το πολύτιμο στεφάνι του μαρτυρίου, που κάθε αγκάθι του οργώνει βάναυσα το θεανδρικό ουράνιο πρόσωπο.
Μία θαυμαστή γαλήνη, που διδάσκει ότι και η υπέρτατη οδύνη και ο απόλυτος πόνος εκμηδενίζονται, όταν η αγάπη κινεί τα νήματα της συμπεριφοράς. Αυτός ο πονεμένος Νυμφίος είναι αξιοθρήνητος για τη λογική του κόσμου. Και όμως είναι αξιολάτρευτος για τη λογική του πιστού, γιατί ο πιστός γνωρίζει ότι ο πόνος του Λυτρωτού είναι χαρά του λυτρωμένου και το αίμα του Δικαίου είναι τροφή και φάρμακο αθανασίας και σημάδι νίκης για τον άνθρωπο, που θα ποτίσει την ύπαρξή του μ’ αυτό το Αίμα.
Μέσ’ από τα χρώματα και τις πινελιές της εικόνας προβάλλει ο Νυμφίος «ο κάλλει ωραίος», ο πανέμορφος, με μία ομορφιά που νίκησε τα μέτρα και τα σταθμά του κόσμου, που υπερβαίνει τα κοσμικά σχήματα, με μία ομορφιά που γεμίζει την ψυχή.

H ωραιότητα του ταπεινού Νυμφίου είναι τόσο μεγάλη όσο μεγάλος είναι και ο Παράδεισος, από τον οποίο κατέβηκε για να μας βάλει με τη θυσία Του μέσα σ’ αυτόν. Όλα τα ωραία πρόσωπα και όλη η υπέρτατη ομορφιά, που μπορεί να βάλουμε με το μυαλό μας, χάνονται και εξαφανίζονται, όταν αφήσουμε το βλέμμα μας να αγγίξει το πονεμένο μα τόσο αξιοπρεπές πρόσωπο του εξαθλιωμένου από την κακία μας Νυμφίου Χριστού στην εικόνα Του. Διότι πόσα από τα αμέτρητα πανέμορφα κοσμικά πρόσωπα που μας περιβάλλουν είναι έτοιμα να κάνουν την παραμικρή θυσία για το χατήρι μας; Eκείνος όμως όχι μόνο μας αγαπάει ,αλλά και στο Σταυρό είναι έτοιμος σε λίγο ν’ ανέβει, για να μας δείξει το μέγεθος της αγάπης Του.
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…» μέσα στη νύχτα της ζωής μας. H μάνα Του θα του φωνάξει «ω, γλυκύ μου έαρ» κι εμείς θα νιώσουμε πόσο γλυκιά άνοιξη είναι ο Χριστός μας για κάθε πιστό που δεν Τον πλησιάζει αυτές τις ημέρες των Παθών, μόνο και μόνο για να συγκινηθεί λιγάκι μαζί Του -εξάλλου λίγη συγκίνηση την έχουν ανάγκη οι άνοστες μέρες μας. Αλλά έρχεται στον λατρευτό Νυμφίο, για να ενωθεί μαζί Του μέσα σ’ ένα μυστηριακό και μυστικό αρραβώνα της «αιωνιζούσης ζωής και βασιλείας», μέσα σ’ ένα γαμήλιο γλέντι, που αρχίζει σε κάθε Θεία Λειτουργία και δεν τελειώνει ποτέ.

π. Δημητρίου Kατούνη, θεολόγου-αγιογράφου
neotita.gr

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται... (Μ.Δευτέρα)
Η σημασία του τροπαρίου

«Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, 
και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα. 
Ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα. 
Βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθείς, 
ίνα μη τω θανάτω παραδοθείς
και της βασιλείας έξω κλεισθείς. 
Αλλά ανάνηψον κράζουσα· 
Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών, 
διά της Θεοτόκου ελέησον ημάς». 

 .
Δύο από τα πιο γνωστά τροπάρια της Μ. Εβδομάδας είναι τα «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται» και «Τον νυμφώνα Σου βλέπω». 
Ποια είναι όμως η σημασία τους;
.
Στα νέα ελληνικά, το τροπάριο λέει (κάπως ελεύθερα):
«Δείτε, έρχεται ο Γαμπρός (Νυμφίος) καταμεσίς της νύχτας, και καλότυχος ο δούλος, που θα τον βρει ξύπνιο, αλλά ανάξιος εκείνος που θα πιαστεί στον ύπνο. Πρόσεχε λοιπόν, ψυχή μου, μην αφεθείς στον ύπνο, για να μην παραδοθείς στο θάνατο και κλειστείς έξω από τη βασιλεία. Αλλά σύνελθε και φώναξε: Είσαι Άγιος, Άγιος, Άγιος, Θεέ μας, μέσω της Θεοτόκου ελέησέ μας».

Ποια είναι η σημασία αυτού του τροπαρίου;
Οι στίχοι παραπέμπουν σε δύο παραβολές, δηλαδή ιστορίες με κάποιο νόημα που είπε ο Χριστός. Η πρώτη φράση προέρχεται από την παραβολή των δέκα παρθένων (κατά Ματθαίον, κεφ. 25, στίχοι 1-13). Λέει ότι δέκα κορίτσια είχαν βγει να προϋπαντήσουν το γαμπρό σε κάποιο γάμο. Όμως εκείνος άργησε και αποκοιμήθηκαν. Και καταμεσίς της νύχτας ακούστηκε φωνή: «Ιδού, ο Νυμφίος έρχεται!». Οι κοπέλες ξύπνησαν, αλλά «οι λαμπάδες τους» έσβηναν. Οι πέντε απ’ αυτές (οι «φρόνιμες» = συνετές) είχαν μαζί τους λάδι και ανανέωσαν τη φλόγα, αλλά οι άλλες πέντε (οι «μωρές» = επιπόλαιες) δεν είχαν. Έτσι, μέχρι να βρουν να αγοράσουν, ο Γαμπρός μπήκε στο σπίτι του γάμου, έκλεισε η πόρτα και έμειναν απ’ έξω.
Όπως φαίνεται στα λόγια του Χριστού, ο γαμπρός της ιστορίας συμβολίζει το Χριστό, που όλοι περιμένουμε τη Δευτέρα Παρουσία Του, αλλά αυτή καθυστερεί. Θα έρθει ξαφνικά («μέσα στη νύχτα») και τότε κάποιοι θα είναι έτοιμοι να εμφανιστούν μπροστά Του, γιατί θα είναι καλοί άνθρωποι, ενώ κάποιοι άλλοι θα είναι ανέτοιμοι (επειδή φέρθηκαν ανόητα και δε φρόντισαν να καθαρίσουν την καρδιά τους) και θα μείνουν έξω από «το γάμο», δηλαδή τη βασιλεία του Θεού (τον παράδεισο).
Η δεύτερη παραβολή (κατά Λουκάν, κεφ. 12, στίχοι 36-46) μιλάει για κάποιους δούλους, που περιμένουν τον κύριό τους να επιστρέψει από γάμο. Καλότυχος, λέει ο Ιησούς, εκείνος ο δούλος, που ο κύριος θα τον βρει σε επιφυλακή να τον περιμένει, ενώ αλίμονο σ’ εκείνον που θα σκεφτεί «αργεί ο κύριος» και θ’ αρχίσει να μεθοκοπάει, να δέρνει και να καταπιέζει τους άλλους δούλους. Και αυτή η παραβολή δηλώνει ότι ο Χριστός θα επιστρέψει «ως κλέπτης εν νυκτί», σε στιγμή που κανείς δε θα Τον περιμένει.
Εννοείται ότι η στιγμή, για την οποία ο καθένας πρέπει να είναι έτοιμος, είναι η στιγμή του θανάτου μας, που πιθανότατα θα προηγηθεί της Δ. Παρουσίας και είναι ουσιαστικά η στιγμή της κρίσης μας μπροστά στο Θεό. Ας είμαστε έτοιμοι, έχοντας καθαρίσει την καρδιά μας από τα ελαττώματα που μας εμποδίζουν να αγαπήσουμε το Θεό και τον πλησίον μας.
Αυτό ακριβώς είναι και το νόημα του τροπαρίου. Ο ποιητής καλεί την ίδια την ψυχή του να μετανοήσει και να αφεθεί στα χέρια του Θεού, ζητώντας τη βοήθειά Του μέσω της Θεοτόκου, των αγίων και των φωτεινών αγγέλων (η τελευταία φράση λέγεται με όλες αυτές τις παραλλαγές). Το τριπλό «Άγιος, Άγιος, Άγιος» είναι από τον ύμνο των αγγέλων (των Σεραφείμ) που άκουσε ο προφήτης Ησαΐας (Ησαΐας, κεφ. 6) και υποδηλώνει την Αγία Τριάδα.

«Τον νυμφώνα Σου βλέπω…»
.
Το δεύτερο τροπάριο λέει:
«Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ. Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα, και σώσον με».
Σε νέα ελληνικά:
«Σωτήρα μου, βλέπω στολισμένο το σπίτι του γάμου, αλλά δεν έχω κατάλληλα ρούχα για να μπω μέσα. Κάνε λαμπερή τη στολή της ψυχής μου, Εσύ που δίνεις το φως, και σώσε με».
Οι στίχοι είναι εμπνευσμένοι από μια άλλη παραβολή του Χριστού, στο κατά Ματθαίον, κεφ. 22, στίχοι 1-14: ένας βασιλιάς παντρεύει το γιο του, αλλά οι καλεσμένοι «αγρόν ηγόρασαν» (η φράση είναι από το Λουκ. 14, 18, όπου υπάρχει η ίδια παραβολή ή μια παρόμοια – εκεί κάποιος λέει: «αγόρασα ένα αγρό (χωράφι) και πρέπει να πάω να τον δω, γι’ αυτό δε μπορώ να έρθω») και δεν πήγαν. Τότε εκείνος έστειλε και κάλεσαν όλους τους φτωχούς και περιθωριακούς, που ήρθαν αντί για τους επίσημους. Είδε όμως κάποιον με ρούχα ακατάλληλα για γάμο και έβαλε να τον πετάξουν έξω, και μάλιστα «στο σκοτάδι»!...
Εννοείται ότι, αφού οι τελικοί καλεσμένοι ήταν φτωχοί, ο Ιησούς δεν εννοούσε ότι ο άνθρωπος διώχτηκε επειδή είχε «κακά ρούχα». Το νόημα είναι ότι είχε κακή ψυχή.
Εδώ λοιπόν ο ποιητής του τροπαρίου παρακαλεί το Χριστό να τον βοηθήσει να γίνει λαμπερή η ψυχή του, να τη «φορέσει» (ως το καταλληλότερο ένδυμα) και να μπορέσει να μπει στο γλέντι του γάμου, δηλ. στον παράδεισο.

Ο Ιησούς ως Νυμφίος

Ο ίδιος ο Χριστός συχνά παρομοίασε τον ερχομό Του με γάμο και τον εαυτό Του με Νυμφίο (γαμπρό). Και στο τέλος της Αποκάλυψης ο παράδεισος συμβολίζεται με μια «πόλη στολισμένη σα νύφη», μέσα στην οποία δεν μπαίνει τίποτε κακό.
Η σημασία αυτής της παρομοίωσης είναι ότι στο πρόσωπο του Χριστού συντελείται ένας «ιερός γάμος» Θεού και ανθρωπότητας: στο γάμο οι δύο σύζυγοι ενώνονται, ενώ στο Χριστό ενώθηκαν Θεός και άνθρωπος, γι’ αυτό ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος. Γι’ αυτό ο Χριστός ονομάζεται «Νυμφίος της Εκκλησίας», η σχέση του αντρόγυνου παρομοιάζεται από τον απόστολο Παύλο με τη σχέση Χριστού και Εκκλησίας (στην επιστολή προς Εφεσίους, κεφ. 5, που διαβάζεται κατά την τελετή του γάμου), ενώ το «Άσμα Ασμάτων» (το ερωτικό τραγούδι του βασιλιά Σολομώντα που βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη) ερμηνεύτηκε από τους χριστιανούς αγίους ως αλληγορία του έρωτα του Θεού και του ανθρώπου.
Ο Θεός, κατά τους αγίους μας, είναι «ερωτευμένος με τον άνθρωπο», γιατί μόνο ένας ερωτευμένος θα μπορούσε να κάνει τέτοια θυσία: να γίνει ταπεινός άνθρωπος (ενώ είναι ο παντοδύναμος Θεός) και ν’ αφήσει να τον βασανίσουν μέχρι θανάτου για να σώσει το δημιούργημά Του. Επίσης, η αγάπη του Θεού είναι «έρως», γιατί Τον κινεί σε ένωση με τον άνθρωπο, όπως οι δύο ερωτευμένοι ενώνονται «οι δύο εις σάρκα μίαν».
Όλα αυτά δεν σκανδαλίζουν τους χριστιανούς, γιατί δεν περιέχουν τίποτε κακό: μιλάνε για την αγάπη του Θεού και για την ένωσή Του με τους ανθρώπους (την αγιότητα). Αυτή την ένωση καλείται να έχει ως σκοπό της ζωής του κάθε χριστιανός. Έτσι, αξιολογεί κάθε πράξη του, στην προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική κ.τ.λ. ζωή του, με γνώμονα αν συμβάλλει σ’ αυτή την ένωση ή την εμποδίζει: στην ένωση με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού.
Γι’ αυτό ο Χριστός δεν θα μπορούσε να έχει παντρευτεί ή ερωτευτεί μια γυναίκα: όχι γιατί «ήταν ανέραστος» (δεν ήταν, όπως μόλις είπαμε), αλλά γιατί είναι ο Νυμφίος της Εκκλησίας, ερωτευμένος και ενωμένος με τη Νύμφη Του, την ανθρωπότητα. Μόνο αν δεν ήταν Θεός, αλλά ένας κοινός άνθρωπος, τότε δεν είναι αληθινός αυτός ο ιερός γάμος, άρα ούτε η ανάσταση και φυσικά δεν υπάρχει και σωτηρία από το θάνατο. Γι’ αυτό και οι (λανθασμένες) ιδέες ότι δήθεν ήταν παντρεμένος με την αγία Μαρία τη Μαγδαληνή, είναι αντίθετες με τη διδασκαλία και την εμπειρία των αγίων όλων των εποχών για τη Θεότητα του Θεανθρώπου Νυμφίου Ιησού.
Καλή ανάσταση σε όλους μας.
.

Λόγος εἰς τήν Κυριακήν τῶν Βαΐων,
Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας

Η Ιερουσαλήμ ήταν γεμάτη κόσμο που ήλθε από παντού
για να γιορτάσει τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.
.
Όλη η πόλη μιλούσε για τον μεγάλο προφήτη και θαυματουργό από τη Ναζαρέτ, ο οποίος μόλις τώρα έκανε το μεγαλύτερο από όλα τα άλλα αμέτρητα θαύματά Του, ανέστησε τον Λάζαρο, ο οποίος τέσσερεις ολόκληρες ημέρες βρισκόταν στον τάφο. 
Τον περίμεναν να έλθει στην πόλη και προετοιμάζονταν για τη θερμή υποδοχή Του.
Αυτός, συνοδευόμενος από τους μαθητές Του, δεν περπατούσε πεζός, όπως πάντα, αλλά, ξεκινώντας από τη Βηθσφαγή, ανέβηκε σ’ ένα θηλυκό γαϊδούρι και το πουλάρι του, για να πληρωθεί το ρηθέν του προφήτη Ζαχαρία: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ• ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι, δίκαιος και σώζων αυτός, πραϋς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9). Οι απόστολοι έβαλαν πάνω στο γαϊδούρι και το πουλάρι του τα ρούχα τους, ενώ ο λαός πήρε κλαδιά φοινίκων και έστρωνε τα ρούχα του στον δρόμο, στα πόδια των ζώων, κραυγάζοντας με μεγάλη χαρά: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, βασιλεύς του Ισραήλ».

Οι Αρχιερείς, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς άκουγαν με τρόμο τις κραυγές αυτές, που προανάγγελλαν την πτώση της πνευματικής τους εξουσίας στον λαό. Ας στρέψουμε και εμείς τώρα το βλέμμα μας και ας δούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό τη στιγμή αυτή. Με έκπληξη θα δούμε ότι δεν χαίρεται την πανηγυρική αυτή υποδοχή. Αντίθετα σκύβει το κεφάλι Του και κλαίει με λυγμούς. Ω, Κύριέ μας! Γιατί κλαις τώρα, όταν όλος ο λαός χαίρεται; Το ήξερε μόνο Αυτός ο Παντογνώστης. Δεν έκλαιγε για τον Εαυτό Του αλλά για τον λαό Του. Για το ότι δεν πίστεψε στον Μεσσία Χριστό, ο οποίος ήλθε γι’ αυτόν, για το ότι σκότωνε τους προφήτες που έστελνε σ’ αυτόν και για το ότι πέντε μέρες μετά από αυτή την υποδοχή ως Βασιλιά, θα ζητήσει από τον Πιλάτο να Τον σταυρώσει! για όλα αυτά, θα τον βρουν τον λαό αυτό πολλά δεινά. Άραγε ο Θεός, που είναι Βασιλιάς όλου του κόσμου, διεκδικούσε την εξουσία και προσδοκούσε να γίνει βασιλιάς του μικρού αυτού και σκληροτράχηλου λαού του Ισραήλ, ο οποίος δεν γνώρισε και δεν δέχθηκε τον Μεσσία του και τώρα ετοιμαζόταν να Τον παραδώσει στο φρικτό και βασανιστικότατο σταυρικό θάνατο; Όλες οι αγίες επουράνιες ασώματες δυνάμεις θα θρηνούσαν κατά την πανηγυρική Του είσοδο στην Ιερουσαλήμ, αν ήξεραν για τον φρικτό σταυρό που Του ετοιμαζόταν στον Γολγοθά.
Μόνο για τους σύγχρονούς Του Εβραίους έκλαιγε ο Κύριος Ιησούς Χριστός; Ασφαλώς όχι! Αυτός ο Παντογνώστης ήξερε ακόμα και αυτά που βλέπουμε εμείς στις ημέρες μας. Ήξερε ότι με το πέρασμα των αιώνων το ανθρώπινο γένος όλο και περισσότερο θα Τον ξεχνούσε, ότι θα Τον βλασφημούσε και θα έβριζε το άγιο όνομά Του. Το ήξερε, γι’ αυτό και έλεγε ότι ο Υιός του ανθρώπου, όταν θα έλθει για δεύτερη φορά, πιθανώς, δεν θα βρει την πίστη πάνω στη γη.
Πρέπει να κλαίμε και εμείς που τόσο συχνά ξεχνάμε τον σταυρό του Χριστού και ιδιαίτερα αυτοί για τους οποίους λέει ο απόστολος Παύλος: «ο τον Υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της διαθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη, και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας!» (Έβρ. 10, 29). Και τόσο πολλοί, και σε ποιο τρομερό βαθμό, υπάρχουν μεταξύ μας τέτοιοι κακότυχοι αδελφοί μας!
Σώσε τους, Κύριε!
Σώσε τους, Κύριε!
Σώσε τους, Κύριε!
Αμήν.
(Από την συλλογή: «Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην Συμφερούπολη κατά την περίοδο 1955-1957.» τόμος Α. Σελ. 126 – 128. Μετάφραση από τα ρωσικά. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσσαλονίκη. επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
alopsis
hristospanagia

Μεγαλοβδομάδα! Τι κρατάω

Του Ηλία Λιαμή, δρ Θεολογίας,  
Αρχισυντάκτη της ιστοσελίδας
Στον ολάνθιστο κήπο της Μεγαλοβδόμαδας, ανοίγω με δισταγμό το πορτάκι του ξύλινου φράχτη και κάνω δυο τρία δειλά βήματα.

Από πίσω μου βοή. Πολέμων ακοές. Παρανοϊκοί εκτελεστές. Δραπέτες. Καταρρεύσεις. Ένοχοι που ψάχνουν ενόχους. Εικόνες χωρίς νόημα. Ηλιακά συστήματα χωρίς ήλιο.

Τον ντρέπομαι τον κήπο. Μοιάζω παράταιρος. Χωρίς γοερές υπερβολές, κοιτάζω κατάματα τα γεγονότα και καταλήγω νηφάλια:

«Ένδυμα ουκ έχω».

Πιστεύω όμως στη δύναμη τού κήπου να κρατιέται αμόλευτος. Μα και σε μια ακόμη δύναμή του πιστεύω:

Να λαμπραίνει τα στιγματισμένα και θαμπά. Και του ζητώ:

«Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής».

Μονοπάτια μικρά ανάμεσα στα παρτέρια. Στοές από μπουκαμβίλιες και γιασεμιά, λιγάκι σκοτεινές, όπου ο ήλιος δε βρίσκει εύκολα δρόμο. Σιωπή! Πίσω μου, το φως των προβολέων μου γνέφει να μην μπλέξω.

«Δύσκολοι», μου θυμίζει, «οι καιροί. Άλλες μελαγχολίες και περισυλλογές δεν αντέχουν. Μείνε εδώ να ξεχαστείς λιγάκι».

Οι οθόνες ολόφωτες, με προσκαλούν στην διάσπαση που χαρίζουν τα τρέχοντα. Θυμάμαι όμως -ευτυχώς-, πως, ποτέ η ενημέρωση δε μού ’δωσε ούτε μια στάλα χαράς. Κι όσο κι αν συσσωρευότανε, ποτέ κάτι δεν άλλαξε για το καλύτερο.

Το αποφάσισα: Θα περπατήσω στις σκιερές στοές, γιατί, παρ’ όλη τη μελαγχολία που σκορπάνε, σκορπάνε και αρώματα, σκορπάνε και αγκαλιά. Νιώθω το μισόφωτό τους για χάδι, και στο κορμί και στη ψυχή μου. Μα και για κάτι άλλο θα τις περπατήσω: Για ένα φως, ένα άλλο φως, που τρεμοπαίζει εκεί, στην τελευταία στροφή του κήπου. Φως, που λες, αν το αρνηθώ, θα έχω χάσει ευκαιρία… και δρόμο… και αναπαμό.

Αποφασίζω να το ζητήσω αυτό το φως. Κι όταν θα βρεθώ κοντά του, θέλω κάτι να κρατώ. Αγένεια μου μοιάζει να φτάσω μ’ άδεια χέρια. Βάζω «ευλογητός» και κάνω το πρώτο βήμα.

Κάτω, το μονοπάτι στρωμένο βάγια. Βάγια της Κυριακής, που θυμάται μια είσοδο. Κρατώ τον θρίαμβο, κρατώ και την ειρωνεία αυτής της εισόδου. Ο Βασιλιάς, ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής καθισμένος πάνω στο ταπεινότερο των τετραπόδων. Αμήχανοι οι επικοινωνιολόγοι τον κοιτούν. Δεν τον αναλαμβάνουν. Οι πράξεις Του είναι αντιεπικοινωνιακές. Εκείνοι ετοιμάζουν ηγέτες λαμπερούς. Κοιτάω και το βλέμμα Του, την ώρα που ο όχλος κραυγάζει «ωσαννά». Ακούω τη σκέψη Του:

«Δεν ξέρουν τι ζητάνε».

Θα το ξαναπεί σε λίγες μέρες, καρφωμένος. Κρατώ αυτό το βλέμμα Του, το αποφασισμένο και θλιμμένο. Κρατώ και τις κραυγές του θριάμβου να μου θυμίζουν τον πικρό, τον πρόσκαιρο, τον φευγαλέο έπαινο των ανθρώπων. Κλείνω στη χούφτα μου δυο-τρία βάγια και συνεχίζω.

Μεγάλη δευτέρα ανθισμένη στοά. Ο Ιωσήφ ο πάγκαλος (οι όντως πάγκαλοι γράφονται πάντα με το «πι» μικρό) μού γνέφει. Κρατώ τα σημάδια του από το χτύπημα, την ώρα πού ’πεφτε στο πηγάδι, από των αδελφών του, των ανθρώπων των δικών του, το σπρώξιμο. Κρατώ τη χρυσή του καρδιά, που ήξερε πάντα να τού ανοίγει δρόμο ανάμεσα στις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου. Κρατώ τη συνοχή της σκέψης του, όταν τα αξιώματα θα μπορούσαν να τον τρελάνουν. Κρατώ την αγκαλιά του, την ώρα που η εκδίκηση τού χάιδευε τ’ αυτιά.

Έχει και μια συκιά η στοά. Φουντωμένη και καταπράσινη. Αλλά χωρίς ούτε ένα σύκο. Τη βλέπω και πικραίνομαι. Καλύτερη εικόνα των λόγων δίχως έργα, των ομιλιών δίχως έρμα, των σχεδίων χωρίς διάθεση για δόσιμο και θυσία δεν υπάρχει. Απλώνω τα χέρια μου και κόβω να κρατήσω δυο φύλλα. Μόλις που πρόλαβα. Βήματα δυο δεν έχω κάνει, και την βλέπω να ξεραίνεται μονομιάς.

Τρίτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Καθώς την διασχίζω, με φτάνει μια παρέα από δέκα κορίτσια. Κρατούν λυχνάρια και μιλάνε για ένα γάμο. Μια απ’ αυτές, με βλέπει και βιαστικά μου δίνει ένα λυχνάρι. Είναι μισοάδειο, μα προς το παρόν φωτίζει καλά. Τα κορίτσια φαίνονται ανυπόμονα. Με προσπερνούν γελώντας. Ανησυχώ για το λυχνάρι μου. Δε θα μου φτάσει το λάδι. Είναι μακρύς ο δρόμος και θα ξεμείνω από φως. Χρειάζομαι λάδι. Επειγόντως! Λάδι πίστης πιο στέρεης, λάδι αγάπης πιο πρακτικής, λάδι προσευχής πιο συνεπούς και πιο επίμονης απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Γρήγορα! Τώρα! Δεν ξέρω πότε θα χρειαστεί. Καθώς τα σκέφτομαι αυτά, πέντε από τις κοπέλες γυρίζουν βιαστικά, με τα λυχνάρια τους σβηστά. Σε λίγο τις βλέπω να επιστρέφουν τρέχοντας και να στρίβουν σε μια γωνία. Ακούω τις φωνές τους:

«Ανοίξτε, είμαστε κι εμείς εδώ».

Χτυπάνε κάποια πόρτα, αλλά δε μου φαίνεται να την ανοίγουν. Κρατώ σφιχτά το λυχνάρι μου. Θεέ μου, μη μ’ αφήσεις να στερέψω!

Τετάρτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Μοσχοβολάει. Σα νά ’σπασε ένα αλάβαστρο κι έχει χυθεί το μύρο. Το ξέρω πως δεν είναι μόνο αυτό. Είναι πολλά τα μύρα που ξέρει ο κόσμος να παρασκευάζει. Όμως αυτό εδώ δεν έχει μόνο συστατικά χημικού εργαστηρίου. Μέσα του έχουνε χυθεί στάλες δακρύων μετανοίας. Ακούω τον μαθητή τον παραστρατημένο να εξανίσταται, πασκίζοντας να το αποτιμήσει. Τι να αποτιμήσει! Ποιος μπορεί να υπολογίσει την αξία των δακρύων μιας ψυχής που συντρίβεται! Πώς κοστολογείται η υπομονή, μπροστά στην περιφρόνηση και τα βρώμικα βλέμματα των «καθωσπρέπει» ακροατών του Δασκάλου, την ώρα που αυτή, η πόρνη, με το θράσος της απόγνωσης μυρώνει τα πόδια Του, που δεν τολμά καλά-καλά να τα αγγίξει!

«Μα γίνεται Κύριε να τη δεχτείς; Γίνεται Κύριε να δεχτείς τον καθένα, που αμαρτία δεν φτιάχτηκε, που να μην πότισε το κορμί του;»

«Γίνεται», τον ακούω να με διαβεβαιώνει. «Φτάνει πολύ να αγάπησε». «Ε όχι Κύριε δε γίνεται!», επιμένουν οι καλεσμένοι. Μαζί τους επιμένω κι εγώ. Κι ας μη το φωνάζω. Ευτυχώς, σημασία καμιά δε μας δίνει. Κι αφήνει τα μαλλιά της να σκουπίζουν τα πόδια Του. Βουτώ τα φύλλα των βαγιών και της συκιάς στο μύρο που ρέει δίπλα στα πόδια μου, μπας και κρατήσω αυτή την άρρητη ευωδία της μετανοίας και συνεχίζω.

Πέμπτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Μια ξύλινη στάλα και στο τέρμα της ένα μεγάλο στρωμένο τραπέζι με λίγα απομεινάρια φαγητού. Κάποιοι έτρωγαν εδώ πριν από λίγο. Οι θέσεις δεκατρείς. Στη θέση τη μεσαία, κομμάτια από ψωμί και μια μισογεμάτη κανάτα κρασί, κόκκινο σαν αίμα. Φέρνω στα χείλη μου λίγη ψίχα ψωμιού βουτηγμένου στο κρασί. Στυλώνομαι. Κρατώ ακόμη ένα νοτισμένο κομμάτι και το τυλίγω σ’ ένα φύλλο από την ξεραμένη συκιά. Λίγο πιο κει, μία λεκάνη με μια πετσέτα. «Θα φώναξαν και κάποιο δούλο» σκέφτομαι «για να τους πλύνει τα πόδια».

Πού νά ’ξερα, πως η λεκάνη αυτή έγινε κολυμπήθρα ταπεινοφροσύνης, για όσους θα θέλουν να ακολουθήσουν τα βήματα Εκείνου, που πριν λίγο έσκυψε και έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Κι ας είχε πριν από λίγο μεταβάλει σε φάρμακο αθανασίας το ψωμί και το κρασί, το κόκκινο σαν αίμα!

Κατεβαίνω. Λάμπει το φεγγάρι πίσω από τις φυλλωσιές. Ένα παράπονο, μου σκίζει την καρδιά:

«Ζήτησα δύναμη στην προσευχή, ν’ αντέξω τα κρίματα ολόκληρου του κόσμου, που σε λίγο θα ματώσουν το κορμί μου και θα βαρύνουν ασήκωτα τους ώμους μου. Και δεν χαλαλίσατε λίγα λεπτά ύπνου, για να προσευχηθείτε μαζί μου;»

Τι να του απαντήσουν οι μαθητές του, τι να του απαντήσω κι εγώ! Πως Τον άφησα μόνο Του, γιατί τρυγούσα, τις λίγες, τις ασήμαντες ψευτοχαρές μιας ζωής, την ώρα που ζητούσε συντρόφους για να γλυκάνει τις πληγές του κόσμου;

Μόνος στον κήπο της Γεθσημανή, μόνος και μπροστά στους άρχοντες και τους σοφούς του κόσμου τούτου. Πώς να τον υπερασπιστώ; Κάθομαι έξω στην αυλή, να κάνω λίγη παρέα στον Πέτρο. Μαζί θα φωνάξουμε με αγανάκτηση:

«Όχι, δεν τον ξέρουμε. Δεν είμαστε μ’ Αυτόν! Είμαστε δικοί σας. Τα συστήματά σας αναγνωρίζουμε, με τους δικούς σας κανόνες παίζουμε, τα οράματά σας μοιραζόμαστε. Μαζί σας ψάχνουμε τους άλλους, τους κακούς, που πάντα φταίνε για τα δεινά μας. Μαζί σας ελπίζουμε, πως πάντα κάποιος άλλος, κάποιος καλός θα ’ρθεί για να μας σώσει. Αυτός εκεί μέσα είναι τρελός. Κάθε στραβό του κόσμου, κάθε πληγή των ανθρώπων τα κάνει δική Του υπόθεση. Δεν ψάχνει ενόχους. Κάνει την ξένη ευθύνη δική Του. Αν είναι δυνατόν! Εμείς, δικοί Του; Απορώ και που το σκεφτήκατε».

Μες τις βραγιές, ένας κόκορας σαλπίζει ξημέρωμα. Μα ποιος άφησε εδώ τον κόκορα; Ο Πέτρος με αφήνει και φεύγει, κλαίγοντας πικρά.

Κάτι μεγάλο παρασκευάζεται στην επομένη ανθισμένη στοά. Τι να κρατήσω από δω! Τα πάντα στάζουν αίμα. Ματωμένα φραγγέλια, ματωμένα αγκάθια, ματωμένος χιτώνας. Σα να αιμορραγεί όλος ο κόσμος. Όλη η φρίκη του ματωμένου μαρτυρίου ενός αθώου απλώνεται και πλημμυρίζει τον χρόνο και τον χώρο. Παράνοια! Ποιο το νόημα μιας ανθρωπότητας που στάζει αίμα; Ποιος φταίει, ποιος δικάζει, ποιος τιμωρεί; Τι θα έχανε η δημιουργία αν εξαφανιζόταν ο άνθρωπος; Τι θα έχανε η πλάση, τα δέντρα, τα ποτάμια, η θάλασσα ο αέρας, τα ζώα, αν απαλλασσόντουσαν από το πιο άγριο θηρίο τους; Ένα κορμί λυγίζει από το βάρος του Σταυρού. Γυρίζει με κοιτάει. Τον βλέπω κι αμέσως νιώθω όλους τους ανθρώπους αδέλφια μου:

«Είναι καλοί οι άνθρωποι», κραυγάζει η καρδιά μου, «εικόνες Θεού, εικόνες Θεού, ει και στίγματα φέρουν πταισμάτων! Υπάρχει ελπίδα!»

Στις κόρες των κατακόκκινων ματιών Του λάμπει ένας κόσμος ποτισμένος στην πραότητα, στην προσφορά και στην ισορροπία. Δεν μπορώ να αντέξω το παραπάτημά Του. Κάνω να Του δώσω ένα χέρι. Με προλαβαίνει κάποιος Κυρηναίος. Σκύβω να μαζέψω ένα καρφί, που έπεσε απ’ το ζεμπίλι ενός Ρωμαίου.

Μία κραυγή σκίζει σε λίγο τον αέρα. Ένα «τετέλεσται». Οι χλευαστές από κάτω ακούν για κάποιον, που τέλειωσε. Εγώ, σα να ακούω «όλα αρχίζουν».

Σάββατο πια! Το μονοπάτι μου αρχίζει και κατηφορίζει απότομα. Κάτω εδώ, λουλούδια δεν ανθίζουν. Πού κατεβαίνω; Στον Άδη των Αρχαίων; Στον Άδη της φρίκης του κόσμου; Ή στον Άδη της δικής μου καρδιάς; Πολλή σημασία δεν έχει. Κάτω εδώ, σημασία έχει το σκοτάδι. Το πηχτό, το στεγανό, το απόλυτο σκοτάδι. Όλοι και όλα εδώ κάτω ψάχνονται. Κάνουν κύκλους και κάπου-κάπου νομίζουν πως –επιτέλους-, από δω δεν ξαναπέρασαν, πως από δω περνάνε για πρώτη φορά, πως ο κύκλος πια θα σπάσει. Και πάντα η διάψευση. Πάντα όλοι έχουν ξαναπεράσει από κει και πάλι θα ξαναπεράσουν. Στον Άδη, όπως στην ιστορία των ανθρώπων, τίποτε δεν αλλάζει. Γι’ αυτό είναι τόσο σκοτεινά! Πανικός! Πού είναι το τέρμα; Εγώ ξεκίνησα μια βόλτα σ’ έναν κήπο. Να τελειώνουνε τ’ αστεία! Θέλω το Πάσχα μου το κανονικό. Θέλω τα σοκολατένια μου αυγά με το δώρο έκπληξη! Θέλω τα υπέρβαρα αμάξια στη Εθνική και τις σούβλες να εξέχουν. Θέλω τις κροτίδες, που θέλουν να ανατινάξουν το ναό. Θέλω το άδειο προαύλιό του μετά το πρώτο-πρώτο Χριστός Ανέστη! Θέλω να φύγω από δω!

«Γιατί;», με ρωτούν ειρωνικά οι αθέατοι συνοδοιπόροι μου. «Όλα όσα ψάχνεις είναι εδώ. Συνέχιζε να ψηλαφίζεις και θα τα βρεις. Θα νιώσεις σα στο σπίτι σου».

Συνεχίζω να ψηλαφώ. Δίκιο είχαν! Τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν σούβλες και κροτίδες και μαγειρίτσες ανυπόμονες και γυφτοτράγουδα στη διαπασών. Μα ξαφνικά, τα χέρια μου αγγίζουν ένα σώμα, δυο χέρια, δυο ώμους. Φτάνω στο πρόσωπο και το κοιτώ. Ένα πρόσωπο πιο δυνατό απ’ το σκοτάδι. Όλα τα χαρακτηριστικά του είναι ορατά. Μέσ’ απ’ τη λάμψη Του, το σκοτάδι λιώνει, «ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός».

«Ποιος είσαι;» ρωτώ.

«Ο νέος άρχοντας αυτού του τόπου», μου απαντάει. «Καλωσήρθες!»

Αγένεια να μην του προσφέρω ένα πεσκέσι. Αφήνω στα χέρια Του τα βάγια, τα φύλλα της συκιάς, τα ποτισμένα με το μύρο, το λυχνάρι, το νοτισμένο το ψωμί απ’ το κρασί το κόκκινο σαν αίμα, το καρφί.

«Σ’ ευχαριστώ» μου κάνει.

«Κύριε, θέλω να φύγω από δω!»

«Εύκολο», μου λέει. «Κράτα τα χέρι μου».

«Κύριε, δύναμη δεν έχω να κρατήσω πια τίποτε».

Με αρπάζει απ’ τον καρπό.

«Εγώ φεύγω», μου λέει. «Για να σε πάρω μαζί μου, πρέπει να θυμηθείς κάτι που έδωσες δωρεάν, όσο περπάταγες εκεί επάνω».

Προσπαθώ να θυμηθώ.

«Κύριε», του λέω, «κάποτε σε μια τάξη, έδωσα σ’ ένα μαθητή μου ένα κρεμμύδι».

«Μου φτάνει», λέει Εκείνος.

Νιώθω να με τράβα προς το φως. Μα ξαφνικά τα πόδια μου βαραίνουν. Χέρια πολλά με αρπάζουν, κάποιοι ποθούν να τραβηχτούν κι αυτοί μαζί μου. Μα δεν θα κάνω το λάθος εκείνης της γιαγιάς.

«Ελάτε, πιαστείτε, όσοι μπορείτε», φωνάζω. «Δε θέλω το φως, όσο κι αν λάμπει, χωρίς τα πρόσωπά σας. Ή όλοι μας ή κανείς! Πιαστείτε! Κι εμένα, Άλλος με τραβά!»

Φως!

Λόγων παύσις!

Ακόμα και τώρα, που στα διηγιέμαι όλ’ αυτά, νιώθω την πατρική παλάμη, με δύναμη γλυκιά και τρυφεράδα, να κρατάει τον καρπό μου.

Στο λέω να το πιστέψεις:

Πριν ξεκινήσει το σεργιάνι μου, το φως που πρωτοαντίκρισα στο βάθος, ανοίγοντας του κήπου το πορτάκι, δεν ήταν ψέμα.