Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Ο άθεος και η γριούλα

Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα χτύπησαν την πόρτα. 
Ήταν μια γριούλα και ζητούσε να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο. 
Ό Ιερέας ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. 
Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ή γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον Ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να, ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
- Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! με κάλεσε ή γριά! Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα που τον κάλεσε.

Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο. 
- Να αυτή!
- Ποια αυτή; Ξέρεις, τι λες, παπά; Αυτή είναι ή μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα! 

Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος.

Ό άρρωστος άρχισε να κλαίει. Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε. Ή μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει το δρόμο της σωτηρίας.

Πηγή: Γεροντικό
Φωτογραφία: π. Παύλος Παπαδόπουλος


Το Zωντανό Iστολόγιο

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου