Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Μεγάλη Σαρακοστή, Αρχαία Ελληνική Γραμματεία
και Ελληνική Παιδεία



Έναν πνευματικό οδηγό της Μεγάλης Σαρακοστής μας έστειλε ο θεολόγος, εκπαιδευτικός κ. Θ. Ρηγινιώτης, αγαπητοί αναγνώστες. Ένα εκπαιδευτικό βίωμα συμμετοχής της κατανυκτικής αυτής περιόδου για κάθε ορθόδοξο χριστιανό. 
Ένας θεολόγος που ξέρει να μιλά στην ψυχή κάθε ορθόδοξου, κάθε Έλληνα και Ελληνίδας, κάθε έφηβου/ης, κάθε ανθρώπου που αναζητά τις υπαρξιακές του καταβολές.

Μεγάλη Σαρακοστή, αρχαία ελληνική γραμματεία και Ελληνική Παιδεία

του Θεόδωρου Ι. Ρηγινιώτη, σε επιμέλεια Σοφίας Ντρέκου

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι για το λαό μας (τον ορθόδοξο ελληνικό λαό – αλλά και κάθε ορθόδοξο λαό ή ορθόδοξη χριστιανική κοινότητα, σε όλο τον πλανήτη) μία από τις ωραιότερες περιόδους του έτους, αν όχι η ωραιότερη. 
Συναγωνίζεται σε ομορφιά την περίοδο των Χριστουγέννων και του Δεκαπενταύγουστου, που νομίζω πως είναι οι δύο άλλες ωραιότερες περίοδοι του έτους για το λαό μας.
Η ομορφιά της Μ. Σαρακοστής έγκειται κυρίως όχι στο γεγονός της νηστείας (αν και η νηστεία επίσης αποτελεί ολόκληρο πολιτισμό με τη δική του ομορφιά), αλλά στις υπέροχες τελετές που γίνονται αυτή την περίοδο στις ορθόδοξες εκκλησίες, σε καθημερινή ή εβδομαδιαία βάση, τελετές που δεν επαναλαμβάνονται καμία άλλη χρονική περίοδο μέσα στο έτος.
Οι πρόγονοί μας – αλλά ευτυχώς και σήμερα αρκετοί άνθρωποι – συμμετείχαν στις τελετές αυτές με μεγάλη συνέπεια και απολάμβαναν τη συμμετοχή τους, ακριβώς όπως ο σύγχρονος άνθρωπος, και μάλιστα ο έφηβος, απολαμβάνει τη συμμετοχή του στη συναυλία του αγαπημένου του συγκροτήματος. 
Και, συμμετέχοντας, οι πρόγονοί μας έρχονταν σε επαφή (κάθε μέρα και κάθε εβδομάδα της Μ. Σαρακοστής, κάθε χρόνο) με ορισμένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και μουσικά επιτεύγματα του ελληνικού πολιτισμού, γεμάτα κάλλος, σοφία και διαχρονικά μηνύματα για την τελειοποίηση του ανθρώπου και ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Πρόκειται για αξεπέραστα αριστουργήματα θεολογίας και ανθρωπολογίας, γραμμένα από ορισμένους από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μουσικούς, θεολόγους και φιλοσόφους (που συγχρόνως είναι και άγιοι και Πατέρες της Εκκλησίας μας), όπως οι άγιοι Ιωάννης Δαμασκηνός, Κοσμάς ο Μελωδός, Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, Κασσιανή η Υμνογράφος, Ανδρέας Κρήτης κ.ά., πολύπλευρες προσωπικότητες μεγάλης μόρφωσης και ανοιχτού πνεύματος, που έδωσαν οδυνηρούς αγώνες και για την προσωπική τους καλλιέργεια και για να διασώσουν τη σωστή άποψη της Εκκλησίας για τον άνθρωπο (όπως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που οι λόγοι του υπέρ των εικόνων τεκμηριώνουν την αποδοχή της ανθρώπινης φύσης του Ιησού Χριστού και την καταξίωση του ανθρώπου και του υλικού κόσμου γενικότερα) και την αληθινή τελειοποίησή του εν Χριστώ.

Τα έργα αυτών των σπουδαίων διανοητών είναι εφάμιλλα των επιτευγμάτων της κλασικής αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, όπως των φιλοσόφων και των τραγικών ποιητών, και θα μπορούσε κάλλιστα να διδάσκονται στα ελληνικά σχολεία, αν το εκπαιδευτικό σύστημα της πατρίδας μας δεν είχε σχεδιαστεί από δυτικούς και από Έλληνες δυτικού πνεύματος, ήδη από την εποχή της Βαυαροκρατίας, οι οποίοι γνώριζαν και θαύμαζαν την αρχαία Ελλάδα, αλλά περιφρονούσαν το Βυζάντιο, το οποίο αγνοούσαν και – το χειρότερο – αγνοούσαν ότι το αγνοούσαν, επηρεασμένοι από τη μεσαιωνική προκατάληψη του καθολικισμού ενάντια στην ορθόδοξη πνευματική παράδοση.
Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα η προκατάληψη αυτή δεν έχει εκλείψει στα ελληνικά σχολεία και πανεπιστήμια, αν και ευτυχώς τις τελευταίες δεκαετίες έχουν ανατείλει σημαντικοί μελετητές του βυζαντινού πολιτισμού, που αναγνωρίζουν και καταδεικνύουν την αξία του.
Μάλιστα, ο βυζαντινός πολιτισμός, όπως εκφράζεται στην εκκλησιαστική λατρεία, υπερτερεί της κλασικής και της ομηρικής κληρονομιάς μας σε δύο σημεία: στο ότι μας συνδέει με το Χριστό και μας οδηγεί στην ενότητα με το Θεό, το συνάνθρωπο και όλη την κτίση (αυτό βέβαια θα το αποδεχτεί μόνον ο ορθόδοξος χριστιανός), καθώς και στο ότι είναι ακόμη ζωντανός.
Τα αριστουργήματα της κλασικής και της ομηρικής εποχής (έπη, τραγωδίες, ποιήματα, φιλοσοφικά και ιστορικά έργα), όσο σπουδαία και διαχρονικά και αν είναι, έχουν πάψει να λειτουργούν ως κάτι ζωντανό. Ανήκουν στο χθες και μελετώνται ως μνημεία του παρελθόντος. Αντίθετα, τα κορυφαία έργα των αγίων μελωδών και υμνογράφων που εκτελούνται στις εκκλησίες μας τη Μ. Σαρακοστή (και αντίστοιχα όλο το έτος) δεν έχουν πάψει ούτε στιγμή να εκτελούνται όλους τους αιώνες, εδώ και περισσότερα από χίλια χρόνια, ακριβώς όπως γράφτηκαν, και ο λαός μας συμμετέχει σε αυτές τις υψηλές εκφράσεις του πολιτισμού μας κάθε χρόνο, αιώνες τώρα, αναβαπτίζεται στη σοφία και την ομορφιά τους, καλλιεργείται και μορφώνεται, συχνά μάλιστα μέσα σε εκκλησίες (μεγάλες ή μικρές) ηλικίας χιλίων ετών ή και περισσότερων, που είναι και οι ίδιες αρχαιολογικά μνημεία (και μάλιστα με σοφή αρχιτεκτονική γεμάτη συμβολισμούς), μόνο που δεν έχουν πέσει ποτέ σε αχρησία, όπως η Ακρόπολη π.χ., αλλά συνεχίζουν να είναι λειτουργικοί χώροι, όπου δραματουργείται η ένωση ανθρώπου και Θεού χωρίς διακοπή μέχρι και σήμερα!
Πολλοί συνάνθρωποί μας, συντοπίτες μας, θαυμάζουν τον αρχαίο πολιτισμό της Ινδίας και του Θιβέτ και ταξιδεύουν εκεί «αναζητώντας αυτογνωσία», ενώ οι ίδιοι είναι κληρονόμοι ενός εξίσου αρχαίου σοφού και υψηλού πολιτισμού, που είναι ζωντανός ακριβώς δίπλα τους. Αν αυτό δεν είναι ένδειξη της αληθινής κρίσης που βιώνουμε ως κοινωνία και ως χώρα, η οποία οδήγησε στη γνωστή κοινωνική και οικονομική κρίση και στην υποδούλωσή μας σε ξένα κέντρα αποφάσεων, τι άλλο είναι;
Οι πρόγονοί μας, συμμετέχοντας σταθερά και ενεργά σε όλες αυτές τις πνευματικές δραστηριότητες, μορφώνονταν και καλλιεργούνταν ηθικά και πνευματικά, ακόμη κι αν ήταν αναλφάβητοι, έστω κι αν δεν καταλάβαιναν όλα τα λόγια των ύμνων και των λειτουργικών ευχών (προσευχών), ακριβώς όπως θα συνέβαινε αν παρακολουθούσαν σε όλη τους τη ζωή ομηρικά έπη ή αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες από το πρωτότυπο. 
Γι’ αυτό – ας μου επιτραπεί ο ισχυρισμός – γεννούσαν και ανάθρεφαν αγίους και ήρωες. Αντίθετα, εμείς, οι Έλληνες του σήμερα, έχοντας χάσει σχεδόν 100% την επαφή μας με τον πολιτισμό αυτό, φτωχοί θαμώνες του Facebook και των «πρωινάδικων», προσπαθώντας να σβήσουμε τη δίψα μας με εκπομπές μαγειρικής, γιόγκα, ωροσκόπια, φενγκ σούι και μουσικά talent sow, είμαστε εύκολα θύματα των πολυεθνικών και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας ως την επόμενη γενιά εύκολων θυμάτων.
Δεν υπάρχει ελπίδα να ελευθερωθούμε, αν δεν αναβαπτιστούμε στα αγιασμένα νερά αυτού του χρυσοφόρου ποταμού, που είναι εξάλλου η ένθεη, χριστιανική συνέχεια της κλασικής και της ομηρικής αρχαιότητας.
Από τα αριστουργήματα του ορθόδοξου χριστιανικού πολιτισμού της Μ. Σαρακοστής, θα προσπαθήσουμε να απαριθμήσουμε λακωνικά τα εξής:
Το Μεγάλο Απόδειπνο, μια τελετή που τελείται στις εκκλησίες μας τη Μ. Σαρακοστή κάθε απόγευμα, πλην του Σαββάτου, στο οποίο ψάλλεται και ένα από τα πιο αγαπημένα στο λαό μας «τραγούδια του Θεού», το τροπάριο «Κύριε των δυνάμεων», που οι πρόγονοί μας (και οι σημερινοί χριστιανοί που ζουν αυτή την παράδοση) γνώριζαν και έψαλλαν από στήθους. Εκεί επίσης διαβάζεται και η θρυλική ευχή (προσευχή) του αγίου Εφραίμ του Σύρου, ενός από τους μεγάλους συρόφωνους Πατέρες της Εκκλησίας, που το έργο του μεταφράστηκε στα ελληνικά ήδη κατά τη βυζαντινή εποχή, ευχή με μεγάλο ηθικό και φιλοσοφικό βάθος, στην οποία περιλαμβάνεται και το περίφημο «Κύριε, δος μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου» (= Κύριε, δώσε μου το δώρο να βλέπω τα δικά μου αμαρτήματα και να μην καταδικάζω τον αδελφό μου, δηλ. το συνάνθρωπό μου). Ομοίως, η αγαπημένη του λαού μας ευχή προς την Παναγία «Άσπιλε, αμόλυντε» κ.τ.λ. και η ακόλουθή της προς τον Ιησού Χριστό.
Η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, 
μια σύντομη θεία λειτουργία, στην οποία ο ιερέας προσφέρει στο λαό θεία κοινωνία, την οποία έχει διαφυλάξει ως θησαυρό από την προηγούμενη Κυριακή. Ο λόγος είναι ότι η κανονική ορθόδοξη λειτουργία (δηλαδή η τελετή, κατά την οποία τελείται η θεία μετάληψη) είναι αναστάσιμη και πανηγυρική (δεν είναι σπουδαίο αυτό το μήνυμα για το βασανισμένο λαό μας;), γι’ αυτό δεν τελείται τη Μ. Σαρακοστή (που είναι περίοδος σταυρώσιμη), παρά μόνο το Σάββατο (υπέρ των ψυχών των κεκοιμημένων) και την Κυριακή, που έτσι κι αλλιώς είναι ημέρα αναστάσιμη όλο το χρόνο. 
Επειδή όμως οι αγωνιζόμενοι χριστιανοί επιθυμούσαν να κοινωνούν και μεσοβδόμαδα, συντάχθηκε η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία, την οποία η παράδοση αποδίδει τον άγιο Γρηγόριο το Μέγα ή Διάλογο, Πάπα Ρώμης (η άποψη αυτή αμφισβητείται βάσιμα, αλλά ίσως έχει βαθύτερα ερείσματα – ίσως π.χ. η ιδέα να ήταν δική του και εκείνοι που την υλοποίησαν του απέδωσαν την πατρότητα από σεβασμό και εντιμότητα).
Η βραδινή Προηγιασμένη που τελείται κάθε Τετάρτη, 
με χαμηλό φωτισμό και εξαιρετική ατμόσφαιρα, είναι μια αριστουργηματική τελετή, που αξίζει να παρακολουθήσει κάθε άνθρωπος, ακόμη κι αν δεν πιστεύει στο Χριστό, έστω και μια φορά στη ζωή του.
Στην Προηγιασμένη ψάλλεται επίσης ένα από τα πιο αγαπημένα άσματα του λαού μας, ο ύμνος «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου», που οι άνθρωποί μας, ακούγοντάς τον, αντιδρούν όπως οι έφηβοί μας στη συναυλία του αγαπημένου τους συγκροτήματος (ας κάνω ξανά τον παραλληλισμό). Δεν εννοώ φυσικά ότι χορεύουν και ανάβουν αναπτήρες, αλλά αντιδρούν με έντονη σωματική εκφραστικότητα μέσα στα εκκλησιαστικά πλαίσια – «έρχου και ίδε» (κατά Ιωάννην 1, 47, φράση από το ευαγγελικό ανάγνωσμα της 1ης Κυριακής της Μ. Σαρακοστής), δηλ. πηγαίνετε να δείτε.
Κάθε Παρασκευή βράδυ στις εκκλησίες ο λαός μας συμμετέχει στους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου και ακούει το υπέροχο μουσικό και ποιητικό έργο του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου, το οποίο ψάλλουν οι ψάλτες (τον «κανόνα των Χαιρετισμών», που ο Οδυσσέας Ελύτης έχει γράψει άσμα στο «Άξιον εστί» εμπνευσμένος από αυτόν), και κατόπιν τους ίδιους τους Χαιρετισμούς, που απευθύνει ο ιερέας προς την Παναγία, έργο κατά την επικρατούσα άποψη του αγίου Ρωμανού του Μελωδού. Δηλαδή έχουμε εδώ έργα δύο από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές όλων των εποχών, γραμμένα πριν από περισσότερους από δέκα αιώνες.
Επίσης, εδώ ψάλλονται άλλα δύο πολυαγαπημένα άσματα του λαού μας, το «Τη Υπερμάχω» (ένα επικό απελευθερωτικό άσμα), και το «Την ωραιότητα της παρθενίας σου», που προκαλεί ρίγη συγκινήσεως στο άκουσμά του και τη μουσική του η Εκκλησία έχει βάλει στο τροπάριο «Πόρνη προσήλθε σοι», το πρώτο βραδινό τροπάριο της Μεγάλης Τρίτης που μιλάει για την πόρνη που άλειψε με μύρο τα πόδια του Κυρίου, συγκλονισμένη από τις αμαρτίες της. Δηλαδή τη μελωδία ενός από τα σημαντικότερα τροπάρια για την Παναγία έβαλε η Εκκλησία στο πρώτο τροπάριο της βραδιάς που είναι αφιερωμένη στη δικαίωση και τη σωτηρία της πόρνης – καταλαβαίνετε για τι σοφία και αγάπη μιλάμε;

Σήμερα τα παιδιά μας τα απογεύματα και βράδια της Τετάρτης και της Παρασκευής (και κάθε μέρας) έχουν δραστηριότητες: φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, αθλήματα, μπαλέτο, μουσική, σκάκι… Έτσι, ποτέ δε θα δουν την Προηγιασμένη, ποτέ δεν θ’ ακούσουν τους Χαιρετισμούς. 
Θα μεγαλώσουν και θα ζήσουν σ’ έναν κόσμο που ολοένα και περισσότερο μοιάζει με κόλαση, αγνοώντας ίσως ακόμη και την ύπαρξη αυτών των εξαίρετων, απελευθερωτικών έργων. Οργουελική τραγωδία! Τα πνευματικά και ειρηνικά όπλα είναι δίπλα μας, κι όμως το σύστημα μας έχει κάνει έτσι, που να μην τα βλέπουμε καν!Αξίζει όμως έστω μια φορά το χρόνο (ταπεινά θα πω: πολλές φορές, όχι μία) να μην πάνε εκεί που πάνε κάθε εβδομάδα, αλλά να πάνε στην εκκλησία που βρίσκεται δίπλα στο σπίτι τους για να ζήσουν τη συμμετοχή τους στην Προηγιασμένη και τους Χαιρετισμούς. 
Αν μάλιστα πάνε μαζί με τους γονείς τους, ακόμη καλύτερα. Φυσικά, αυτά πρέπει να ξεκινάνε από τότε που τα παιδιά μας είναι μικρά (η Θέτις, αν μου επιτρέπεται ο παραλληλισμός, βούτηξε τον Αχιλλέα στο νερό της Στύγας, που τον έκανε άτρωτο, όταν ήταν μωρό, δεν περίμενε να φτάσει στην εφηβεία), αλλά ποτέ δεν είναι αργά. 
Δηλαδή σήμερα δεν είναι αργά. Αύριο ίσως είναι.

Μια άλλη σπουδαία πνευματική εκδήλωση της Μ. Σαρακοστής είναι ο Μεγάλος Κανόνας, ένα συγκλονιστικό μουσικό και ποιητικό έργο του αγίου Ανδρέα Κρήτης, που ψάλλεται στις εκκλησίες μας το βράδυ της Τετάρτης της 5ης εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής, ημέρα που από το λαό μας χαρακτηρίζεται «του Μεγάλου Κανόνος». Το έργο αυτό, που είναι μεγάλο σε έκταση και παρουσιάζει ενδιαφέρον και από ψυχολογική άποψη, αναφέρεται στην αγωνία ενός αμαρτωλού, που συνειδητοποιεί την τραγικότητα της ηθικής του κατάστασης και αναζητά το δρόμο της λύτρωσης και της σωτηρίας.
Τέλος, όλες οι Κυριακές της Μεγάλης Σαρακοστής
σαν να είναι σταθμοί στον πνευματικό ταξιδιώτη, που ταξιδεύει από την καμένη Τροία του προπατορικού αμαρτήματος (Κυριακή της Τυρινής) στην αναστάσιμη Ιθάκη της ένωσης με το Χριστό, τιμούν πρόσωπα ή γεγονότα, που περιέχουν μηνύματα για τη συμμετοχή του ανθρώπινου σώματος και του υλικού κόσμου στην ένωση με το Θεό εν Χριστώ και για την τελειοποίηση και θέωση του ανθρώπου, ακόμη και του πιο διεφθαρμένου και αμαρτωλού.
Είναι οι Κυριακές της Ορθοδοξίας, του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, της Σταυροπροσκύνησης, του αγίου Ιωάννη της Κλίμακος και της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και φυσικά των Βαΐων, όπου ο Χριστός ανατρέπει τις εθνικιστικές μεσσιανικές προσδοκίες των Ιουδαίων, φέρνει τη βασιλεία των ουρανών (άοπλος ιππέας ενός ταπεινού όνου, ακολουθούμενος από άοπλους και φτωχούς μαθητές), αντί για την πολιτική επανάσταση και το εθνικό μεγαλείο που ονειρευόταν ο όχλος και το πληρώνει με το ζωή Του λίγες μέρες μετά, κάτω από το μπαλκόνι του Πιλάτου, για να καλέσει στη σωτηρία κι εκείνους τους ίδιους ανθρώπους του όχλου που άσπλαχνα τον δίκασε και τον καταδίκασε (βλ. και Πράξεις των Αποστόλων, 2, 36-40).
Υπάρχουν κι άλλα, πολλά ακόμη, αλλά θα σταματήσουμε εδώ. Να μνημονεύσουμε μόνο τις αναφορές στον ουράνιο Νυμφίο Χριστό, που γίνονται τη Μεγάλη Εβδομάδα (σημάδι ότι η Εκκλησία καλεί τον κάθε άνθρωπο να ενωθεί με το Χριστό, τον ενανθρωπήσαντα και σταυρωθέντα Θεό, όπως ο γαμπρός με τη νύφη), και δύο ακόμη απελευθερωτικές αναφορές:
(Α) «Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης» – «Πρόσθες αυτοίς κακά, Κύριε, πρόσθες αυτοίς κακά, τοις ενδόξοις της γης»: με αυτούς τους βαρυσήμαντους βιβλικούς στίχους από το κεφ. 26 του προφήτη Ησαΐα (που πρέπει να κατανοηθούν βέβαια στο χριστιανικό πνεύμα της συγχώρησης κι όχι της εκδίκησης) αρχίζουν οι βραδινές ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας, που η καθεμιά τους είναι ο Όρθρος της επόμενης μέρας.
(Β) Τα συγκινητικά βιβλικά αναγνώσματα της ωραιότερης – κατ’ εμέ – λειτουργίας του έτους, της θριαμβευτικής πρωινής λειτουργίας του Μ. Σαββάτου (εσπερινός του Πάσχα ενωμένος με τη θεία λειτουργία που έγραψε ο Μ. Βασίλειος), τα οποία προτυπώνουν την ανάσταση του Χριστού, αλλά μεταφέρουν και τα επιμέρους μηνύματά τους: η ιστορία του Ιωνά, που δείχνει την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού για τους αμαρτωλούς και ειδωλολάτρες κατοίκους της Νινευή, και η ιστορία των Τριών Παίδων, με τη συγκλονιστική αυτοκριτική για τη δουλεία του λαού τους (τόσο επίκαιρο για μας), τη γενναία δήλωσή τους στον αυτοκράτορα της Βαβυλώνας «γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν και τη εικόνι τη χρυσή, η έστησας, ου προσκυνούμεν», και το θρυλικό ύμνο τους, όπου καλούν όλα τα πλάσματα και τα στοιχεία της φύσης να ενωθούν και να δοξάσουν το Θεό.

Ως επίλογο υπενθυμίζω το βιβλίο «Ένθεοι περίπατοι στην Ομήρου Οδύσσεια» του αρχιμανδρίτη π. Αρσένιου Κωτσόπουλου και ζητώ συγγνώμη για το συναισθηματικό τόνο. Απλώς αυτά αφορούν σε πράγματα που αγαπώ και πονώ και γράφονται για τα παιδιά και τους αδελφούς μου, τους οποίους επίσης, κατά το μέτρο της αδυναμίας μου, αγαπώ και πονώ. 
Ευχαριστώ.

Πηγή: www.sophia-ntrekou.gr / αέναη επΑνάσταση

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται

Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, 
οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, 
ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα, 
οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται, 
καὶ ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, 
τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, 
ὡς τεῖχος ἄῤῥηκτον κατέχοντες τὴν Πίστιν, 
καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, 
καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην, 
ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν, 
ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν. 
Ὁ ποιῶν ταῦτα, τὸν ἀληθινὸν κομίζεται στέφανον, 
παρὰ τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, 
ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως.
Αποστολή της αγίας μας Εκκλησίας είναι να προσκαλεί κάθε άνθρωπο στη σωτηρία, παρέχοντας όλα εκείνα τα εφόδια, τα στοιχεία και τους τρόπους, που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίησή της. 
Αυτή ως στοργική μητέρα προσφέρει άπειρες ευκαιρίες στα παιδιά της, προκειμένου να τα φέρει κοντά της και να τα σώσει. 
Ποια άλλωστε φυσική μητέρα δε θα έκανε τα πάντα προκειμένου να γλυτώσει τα παιδιά της από βέβαιο κίνδυνο και αφανισμό; 
Ο ενιαύσιος εορτολογικός κύκλος της Εκκλησίας μας είναι ένας πολύ καλός τρόπος να εισάγει τους πιστούς στο κλίμα της λυτρωτικής της διαδικασίας ώστε να κατανοήσουν την αναγκαιότητα της εν Χριστώ απολυτρώσεως.

Μια πολύ καλή τέτοια ευκαιρία, ίσως η καλλίτερη, είναι η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, η οποία προσφέρει πλουσιότατο πεδίο πνευματικής δράσεως σε όσους έχουν τη διάθεση να νοιώσουν το απύθμενο βάθος του θείου ελέους και να αισθανθούν το άμετρο μεγαλείο της θείας κοινωνίας με την ανθρώπινη σχετικότητα και μηδαμινότητα. Είναι μια μοναδική πρόσκληση σε όσους θέλουν να συμμετάσχουν στην αγωνιστική διαδικασία αυτής της ιερής χρονικής περιόδου και να λάβουν τα πνευματικά έπαθλα ως επιβράβευση για την όποια προσπάθειά τους. Άλλωστε, σύμφωνα με τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, «η άσκηση είναι η μητέρα του αγιασμού» (Λόγος ΙΣΤ΄).

Η ιερή περίοδος του Τριωδίου αποτελεί το προπαρασκευαστικό χρονικό διάστημα πριν το Πάσχα, για την οντολογική προετοιμασία ημών των πιστών για την ύπατη και λαμπρότατη εορτή της Εκκλησίας μας. 
Για την ψυχοσωματική μας κάθαρση από όλους εκείνους τους ρίπους, που μολύνουν την ύπαρξή μας και μας καθιστούν οντότητες νοσηρές, έκπτωτες από την αυθεντικότητά μας. Η μετοχή μας στη φωτοφόρο πανήγυρη των πανηγύρεων απαιτεί προσωπική ανακαίνιση, ειδάλλως το ανέσπερο αναστάσιμο φως θα καταδείξει την ψυχική μας ρυπαρότητα και δε θα δυνηθούμε να γίνουμε κοινωνοί του Αναστάντος Λυτρωτή μας και θα μας αφήσουν ανέγγιχτους οι άρρητες δωρεές της Αναστάσεως. Είναι
ανάγκη, όπως μας παροτρύνει ο απόστολος Παύλος, να «μορφωθεί ο Χριστός» στην ύπαρξή μας (Γαλ.4,19)

Η μακρά περίοδος του Τριωδίου είναι για τη ζωή της Εκκλησία μας, και ιδιαίτερα για την ορθόδοξη παράδοσή μας, το νοητό στάδιο πνευματικού αγώνα. 
Οι άγιοι Πατέρες πήραν παραστατικές εικόνες από την θύραθεν πραγματικότητα για να εκφράσουν εκκλησιαστικούς όρους. Μια από αυτές είναι η εικόνα του σταδίου, ένας τόπος προσφιλής στους αρχαίους, με έντονα παραβολικά και διδακτικά στοιχεία. Όπως στα αθλητικά κοσμικά στάδια δεν παίρνουν μέρος όλοι οι άνθρωποι, παρά μόνο οι αθλητές, έτσι και στο νοητό στάδιο αγώνα του Τριωδίου παίρνουν μέρος μόνο οι αθλητές του Χριστού, όλοι εκείνοι που βρίσκονται αέναα σε εγρήγορση και αγωνιστικότητα και εισέρχονται στην αγία αυτή περίοδο να ξεπεράσουν τον αδύναμο πτωτικό εαυτό τους. Αντίθετα υπάρχουν έξω από το πνευματικό στάδιο πλήθος ανθρώπων οι οποίοι παίζουν το ρόλο των θεατών. Αυτοί ποτέ δε θα νοιώσουν τη χαρά της προκρίσεως και τις τιμές της νίκης

Ο πνευματικός αγώνας δεν είναι αγώνας χωρίς κανόνες και μεθοδολογία, όπως ακριβώς και οι αγώνες στα κοσμικά στάδια. Πνευματικός αγώνας χωρίς αρχές, κανόνες και συγκεκριμένες μεθοδολογίες είναι ανώφελος, ίσως και επιζήμιος. 

Οι άγιοι Πατέρες δημιούργησαν στο διάβα των αιώνων προϋποθέσεις γόνιμου πνευματικού αγώνα. Η αρχή είναι ήπια. Έτσι το χρονικό διάστημα από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου έως την Κυριακή της Τυρινής ονομάζεται προπαρασκευαστική περίοδος του Τριωδίου, διότι έχει χαρακτήρα εισαγωγικό. Τα γεγονότα, οι εορτές και οι λειτουργικές ακολουθίες είναι τέλεια συνδυασμένες ώστε να αποτελούν για τον αγωνιζόμενο πιστό τον πολύτιμο κανονισμό και σύμβουλο ώστε ο πνευματικός του αγώνας να είναι καρποφόρος.

Η ανάγνωση της ομώνυμης ευαγγελικής περικοπής την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου (Λουκ.18,10-14), διδάσκει την ...

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

«Τά σά ἐκ τῶν σῶν Σοί προσφέρομεν
κατά πάντα καί διά πάντα»

Όλα είναι εδώ, πάνω στην αγία Τράπεζα,
 έτοιμα για τη μετουσίωση. 
Δεν έχουμε τίποτα δικό μας για να προσφέρουμε σ’ αυτόν που τα έχει όλα. Η φύση και οι καρποί της, το σύμπαν ολόκληρο και η ύπαρξή μας είναι δικά Του.Εμείς πήραμε το σιτάρι και το σταφύλι, το κάναμε ψωμί και κρασί και τα προσφέραμε στον Κύριο και Θεό μας. 

Από Εκείνον για Εκείνον, τα δικά Του από τα δικά Του.
Τα προσφέρουμε για να μας τα αντι-προσφέρει ως σώμα και αίμα Του. Δίνουμε και παίρνουμε, μας δίνει και παίρνει. Μια σχέση προσφοράς, που εξελίσσεται, αναπτύσσεται, μεταμορφώνεται.
Μας δίνει τη δυνατότητα της καρποφορίας, του δίνουμε το ψωμί και το κρασί. Μας τα επιστρέφει σώμα και αίμα Του. 
Του δίνουμε τον εαυτό μας, άτσαλο και ακατάστατο, για να τον μεταμορφώσει σε σώμα άγιο δικό Του – Εκκλησία πρωτοτόκων, εκλεκτών, αγίων.
Όλα είναι εδώ, πάνω στην αγία Τράπεζα, έτοιμα για τη μετουσίωση. 
Όλος ο κόσμος ετοιμάζεται για την κάθοδο του Πνεύματος. Κι εμείς απλά προχωρούμε, για να Του προσφέρουμε τα δικά Του «κατά πάντα και διά πάντα».

Από το βιβλίο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Αγίας Τριάδος – Μετόχι Ι. Μονής Μαχαιρά.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

«Icons of Sound»: Πως ακουγόταν η ψαλμωδία στην Αγία Σοφία; - Time Travel to Hagia Sophia

Ένα πανεπιστήμιο προσπάθησε να ξαναδημιουργήσει τον ήχο μέσα στο ναό, έπειτα από περίπου 700 χρόνια! 
Ακούστε τη μοναδική ακουστική εξομοίωση...
Η Αγία Σοφία αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της Κωνσταντινούπολης. Ποιος να το ήξερε ότι ο μαγευτικός ήχος της θα μπορούσε να μεταφερθεί στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ
Τα τελευταία χρόνια, επιστήμονες του διάσημου αμερικανικού πανεπιστημίου προσπαθούν να αναπαράγουν ψηφιακά την εμπειρία της παρουσίας κάποιου μέσα στην Αγία Σοφία, όταν λειτουργούσε πριν αιώνες. 
Σε συνεργασία με τη χορωδία Cappella Romana, αναπαρήγαγαν ψηφιακά την ακουστική της εκκλησίας, ψάλλοντας εκκλησιαστικούς ύμνους στην αίθουσα κονσέρτων του πανεπιστημίου, σαν να βρίσκονταν μέσα στην Αγία Σοφία. 
Οι προσπάθειές τους εντάσσονται σε πολυετή συνεργασία μεταξύ διαφόρων τμημάτων του Στάνφορντ, που προσπαθεί να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: μπορεί η σύγχρονη τεχνολογία να μας βοηθήσει να ταξιδέψουμε πίσω στο χρόνο; 
Το σχέδιο «Icons of Sound» εστιάζει στο εσωτερικό της Αγίας Σοφίας, χρησιμοποιώντας ηχογραφήσεις μέσα στο χώρο καθώς και άλλη οπτική και ακουστική έρευνα ώστε να εξακριβωθεί η ακουστική του χώρου και να μπορέσει να γίνει αντιγραφή της. 
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία ώστε να αντιγράψουν την εμπειρία του να βρίσκεται κάποιος μέσα στην Αγία Σοφία – τα σχεδόν 1.500 χρόνια της ύπαρξής της. 
Ο ναός της Αγίας Σοφίας αποτελεί την πολιτιστική ιστορία της Κωνσταντινούπολης Αν, όμως, η ακουστική του μεγαλειώδους οικοδομήματος έχει μείνει ίδια, είναι πάρα πολλές οι αλλαγές στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που την περιβάλλουν. 
«Η Αγία Σοφία έχει γίνει αντικείμενο πολιτισμικών συγκρούσεων, επικών διαστάσεων», γράφει ο ερευνητής του ινστιτούτου Smithsonian Φέργκους Μπορντεβιτς. 
«Φέρει την κληρονομιά του μεσαιωνικού Χριστιανισμού, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του αναδυόμενου Ισλάμ και της σύγχρονης κοσμικής Τουρκίας». 
Εγκαινιάσθηκε, το 537 μ.Χ., από τον Ιουστινιανό πάνω στα ερείπια εκκλησίας που είχε ανεγερθεί το 360 μ.Χ. επί Κωνσταντίνου Α’, αλλά είχε καταστραφεί στη διάρκεια της Στάσης του Νίκα το 532 μ.Χ. 
Μετά την Άλωση έγινε τζαμί από τους Οθωμανούς και από το 1935 λειτουργεί ως μουσείο, αν και στην Τουρκία υπάρχουν πολλές εθνικιστικές οργανώσεις που ζητούν να γίνει και πάλι τέμενος. Χριστιανικοί ύμνοι έχουν να ακουστούν αιώνες στο εσωτερικό της. 
Για να αναπαράγουν τον μοναδικό της ήχο, τα μέλη της χορωδίας τραγούδησαν ακούγοντας ταυτόχρονα με ακουστικά τον ήχο στο εσωτερικό της εκκλησίας, γεγονός που όπως παραδέχονται επηρέασε πολύ την απόδοσή τους, τόσο στο τέμπο όσο και στο ισοκράτημα. 
Κατόπιν το τραγούδι τους μπήκε στον ίδιο ακουστικό εξομοιωτή που έπαιζε στη διάρκεια της ζωντανής τους εμφάνισης από μεγάφωνα στην αίθουσα – το αποτέλεσμα είναι πως ο ακροατής απολαμβάνει ακριβώς τον ίδιο ήχο που θα άκουγε εάν εκείνος βρισκόταν μέσα στην Αγία Σοφία όπου τραγουδούσε η χορωδία! 

Ακούστε την χορωδία Cappella Romana με την ακουστική εξομοίωση 
σαν να ψάλλει μέσα στην Αγία Σοφία:...

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Το Πρόσωπο του Ιησού στην Ποίηση του Γιάννη Ρίτσου

Φωτεινές Ανταύγειες Χριστιανοσύνης στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου

Κώστα Δ. Παπαδημητρίου, συνταξιούχου επιθεωρητού Α'θμιας εκπαίδευσης

Ο Γιάννης Ρίτσος υπήρξε ένας μεγάλος ποιητής. Οι κριτικοί της τέχνης τον εντάσσουν στην πρώτη πεντάδα των μεγάλων Ελλήνων λογοτεχνών. Είναι ένας ποιητής ποταμός. Kατηφορίζει από τις ρίζες της Ρωμιοσύνης και της Ορθοδοξίας και αγκαλιάζει όλον τον κόσμο.
Από την νεαρή του ηλικία φάνηκε το μπόϊ του. 
Ο γερο-Παλαμάς διέγνωσε από νωρίς την αξία του. 
Κι όταν τον χτυπούσαν οι ομοϊδεάτες του αριστεροί κριτικοί ως μη προλεταριακό ποιητή και οι δεξιοί ως επαναστάτη ποιητή, ο Παλαμάς πήρε θέση και διεκήρυξε: 
«Το Ρίτσο δίχως να προσμείνω από τα νέα του χρόνια τον εχαιρέτησα:
«Το ποίημά σου το πικρό το ζουν ιχώρ κι αιθέραςκαθάριος όρθρος της αυγής, μηνάει το φως της μέρας.Σε μια φρικίαση τραγική χαμoγελάει μιας πλάσηςρυθμός. Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις»
Ο διανοούμενος Μητροπολίτης Λαοδικείας Ιερόθεος, από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έγραψε στον Παλαμά: Να παραμερίσουμε για να περάσει. Είναι μεγάλος ο λόγος αυτός που λέτε στον νέον ποιητήν Γιάννην Ρίτσο. Ένας γέρος Παλαμάς, το βουνό, θα παραμερίσει για να περάσει ο νέος.... Τον χρίετε έτσι, βάζετε επάνω του το χέρι σας. Το πράγμα θυμίζει λίγο την χειροτονίαν νέου Επισκόπου υπό Πατριάρχου. Τον ενδύει την αρχιερατικήν περιβολήν του, αφήνει να μοιράσει το αντίδωρον και αποσύρεται. Φιλώ το σεμνόν σας μέτωπον. Ένας θαυμαστής σας. Ο Μητροπολίτης Λαοδικείας Ιερόθεος.» 
(«Αιολικά Γράμματα» 1975, σελ. 259)

Και ο Παλαμάς απαντά:
«...Ο Ρίτσος είναι ένας νέος ποιητής που θα φτάνει, υποθέτω, το βάρος της γεροντικής μου επιβολής το ύψος της ποιητικής του χάριτος που τον ανέβασε η ποιητική του έμπνευση....Θαύμασα και κήρυξα την πρωτοφανή του δεξιοσύνη, ακούραστο στο στίχο και τη μεγαλοσύνη του στην ποίηση. Τα καλλιτεχνικά μας γράμματα, παρ’ όλα αυτά τα σταθερά κάποτε και δυνατά τους κάπου γνωρίσματα, πρώτη φορά βρίσκουν χορευτή έτσι σοβαρό και τολμηρό. Η τέχνη όσο κι αν δυναμώνει προβαίνοντας γερή, από τα νιάτα φαίνεται». 
Κ. Παλαμάς 21 Ιουνίου 1938.

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1909, στην ιστορική Μονεμβασιά της Λακωνίας. Ο πατέρας του μεγαλοκτηματίας και απόγονος αγωνιστών του 21. Ξέπεσε όμως η οικογένειά του και δοκιμάστηκε από πολλά θλιβερά γεγονότα. Δύο θάνατοι αγαπημένων του προσώπων, της μάνας του και του αδερφού του Δημήτρη, του σημάδεψαν όλη την ψυχική του εξέλιξη. Σαν μνήμες και θύμισες του ανακάτευαν τη ζωή. Για να προστεθούν ύστερα και άλλα τραγικά δεινά: η οικονομική κατάρρευση της οικογενείας του, η προσωπική του περιπέτεια με την προσβολή του από φυματίωση, η τρέλλα του πατέρα του και το κλείσιμό του στο Δαφνί, για ν’ ακολουθήση αργότερα και η πολυαγαπημένη του αδελφή, η Λούλα, κ.α. 
Ολόκληρη η ζωή του ήταν σωστή τραγωδία.
Σε τούτες και άλλες αργότερα συμφορές, πoύ θα ήταν ικανές να γονατίσουν και γίγαντες, ο Ρίτσος προσπαθεί να βρη αντιστύλι στην ποίηση. Θα πη ο ίδιος:
« Έτσι η ζωή μου στράγγιξε και χάρη και χαράκαι καταφύγιο μου’ μεινε η τέχνη κι ορμητήριοσε κρύο χελώνας καύκαλο τραβιέμαι θλιβερόν’ αντισταθώ περήφανος στου πόνου το μαρτύριο..»
Ο ψυχικός κόσμος του Γ. Ρίτσου διαμορφώθηκε σ’ ένα επαρχιακό περιβάλλον όπου μόνη πνευματικότητα ήταν η Ορθοδοξία. Ο Χριστός ήταν η πυξίδα της παιδικής ζωής του, ο Χριστός του Ευαγγελίου, ο σταυρωθείς και αναστάς. Αυτός πρωτοκατοίκησε στα βαθύτερα στρώματα της ψυχής του.
Τα πρώτα του ποιητικά δοκίμια τα στέλνει ο Ρίτσος να δημοσιευθούν στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων», που το διηύθυνε ο Γρηγ. Ξενόπουλος. Σε γράμμα που τα συνόδευε εξιστορούσε το ψυχικό του άλγος από τα οικογενειακά του δεινά, που συγκίνησε τον Ξενόπουλο και του απάντησε με τούτα τα λόγια:
«...Πολύ με συγκίνησε το γράμμα σου. Ιδανικό όραμα, αγαπητέ μου φίλε, που πρώτη φορά μου γράφεις. Ναι, τα δυστυχήματά σου ήταν τόσο μεγάλα, που δύσκολα θα’ βρισκε κανείς λόγια παρηγοριάς. Αλλά είσαι τόσο νέος ακόμα κι έχεις μπροστά σου μια τόσο μεγάλη ζωή! Που το ξέρεις! Οι μοίρες των ανθρώπων είναι τόσο διαφορετικές! Άλλοι ευτυχούν μικροί και δυστυχούν μεγάλοι, άλλοι γνωρίζουν τη δυστυχία απ’ τα πρώτα τους χρόνια και ύστερα βρίσκουν τις πιο μεγάλες χαρές. Που ξέρεις! Έλπιζε μόνο, υπόμενε, εργάζου, κάνε το χρέος σου».
Και πραγματικά, τα οικογενειακά του παθήματα δεν τον κάμπτουν. Αντίθετα γίνονται ποιητικά σύμβολα. Και συνέβη ο,τι στην περίπτωση του Παλαμά, που ο θάνατος του τετράχρονου μικρού του Άλκη, που τον βούλιαξε στην οδύνη, λειτούργησε όμως ως ακέραιος ποιητής.
Στα 17 του χρόνια ο Ρίτσος μεταφέρεται στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» με φυματίωση. Και από κει και πέρα σέρνεται από Σανατόριο σε Σανατόριο, από αυτά που είναι για άπορους, γιατί εκεί τον έχει ρίξει η οικονομική του κατάσταση. 
Εκεί στο «Σωτηρία», πληγωμένος ψυχικά από την εγκατάλειψη της κοινωνίας, προσφέρεται σε ανατρεπτική κατήχηση. Φυλλάδες και φυλλάδες πέφτουν στα χέρια του. Κλίμα κατάλληλο να εκκολαφθή ένας κομμουνιστής. Ο κομμουνισμός του παρουσιάζεται ως λυτρωτής. Εγγυάται να του θεραπεύση τα ψυχικά του τραύματα, να ικανοποιήση τον νεανικό του ρομαντισμό.
Το 1942 προσχωρεί στο ΕΑΜ. Εκεί ξεφεύγει από τη μοναξιά του και βρίσκει θαλπωρή από μια κοινότητα ιδεών και παθημάτων ενός πιστού αναγνωστικού κοινού. Το κόμμα στο εξής προσδιορίζει την ποίησή του.
Η ποίησή του τώρα δείχνει έναν Ρίτσο αφιερωμένο στην επανάσταση. Στο καμίνι της σφυρηλατείται μια καινούργια πυξίδα πλεύσης. Παίρνει η ποίησή του την μορφή στρατευμένης τέχνης. Ντύνεται το πρόσωπο του τυφλού πάθους. 
Στο ποίημά του «Το καπνισμένο τσουκάλι», θα πη:
«Η καρδιά μου σήμερα δε μοιάζει με κανένα σύγνεφο χρυσό
που λαμπαδιάζει στο λιόγερμα,
μήτε με κανέναν άγγελο που στρώνει το τραπέζι μες
στα δέντρα του παράδεισου.
Τίποτα τέτοιο. Η καρδιά μου τώρα είναι φαρδί
χωμάτινο τσουκάλι
που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς»
Και αλλού: 
«Είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί.
Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας άγιοι».
Δεν τον εμπνέει τόσο η επαναστατική θεωρία όσο οι δοκιμασίες του δίπλα στους συντρόφους του. Αυτές είναι ο κύριος δεσμός του. Θα πη: 
«Πιστεύω πως η πρώτη δικαιοσύνη είναι η σωστή διανομή του ψωμιού. Πιστεύω πως η πρώτη πρόοδος είναι η αύξηση παραγωγής για όλους. Πιστεύω πως το πρώτο χρέος μας είναι η ειρήνη...»
Ο Ρίτσος ακολουθεί το πνεύμα του καιρού του. Το περιοδικό «Νέα Επιθεώρηση» κείνα τα χρόνια δημοσιεύει ποιήματα ρωσικής προέλευσης. Η γνώμη του σοβιετικού Μαγιακόβσκι είναι πως η ποίηση έχει αποστολή κοινωνική και κομματική. 
Επηρεάστηκε από αυτή τη γραμμή ο Ρίτσος και ο ίδιος θα γράψη:
«Η ποίηση πρέπει να’ ναι
ένας οδηγός μάχης κι ευτυχίας
ένα όπλο στα χέρια του λαϊκού αγωνιστή
μια σημαία στα χέρια της Ελευθερίας»
(«Οι γείτονες του Κόσμου», Επίκαιρα 7)

Το ποίημά του «Μεγάλη Ώρα» είναι ένα πολιτικό-προπαγανδιστικό ποίημα που αναφέρεται στον κόσμο της διαλεκτικής. Το ίδιο πνεύμα και στο ποίημά του «Μαρξ», που ο Ρίτσος ομολογεί πίστη νεοφώτιστου, γράφει:
«Τις σφαλιστές του σύμπαντος πόρτες ανοιείς μια μια
με το χρυσόδετο κλειδί της διαλεκτικής...»
Και τότε δεν είναι φανατισμένος κομμουνιστής ο Ρίτσος. Και σ’ αυτή την περίπτωση είναι ένας τραγικός άνθρωπος, που αισθάνεται τις αντίρροπες δυνάμεις να του συνθέτουν τη ζωή. 
Πολλές φορές απωθεί τους εσωτερικούς του κλυδωνισμούς, είτε για λόγους κομματικής πειθαρχίας η για να τηρήση το ήθος του επαναστάτη.
«Πολλά πρόσωπα αλλάξαμε, πολλά, όχι προσωπεία.
Πίσω απ’ τα χίλια πρόσωπα κρυφτήκαμε.
Μπλεχτήκαμεμε θεούς και μύθους, μ’ άλλους φωτισμούς, μ’ άλλους χρόνους
για να σκεπάσουμε το πρόσωπό μας το βαθύ, το πικρό, το αμετάβλητο,
το άφταιγο, το τιμωρημένο, το μόνο δικό μας...»
Παράλληλα όμως διατηρεί τα συναισθηματικά κατάλοιπα απ’ το χριστιανικό περιβάλλον που τον ανάθρεψε και τον διέπλασε. 
Νιώθει την παλιά του ευλάβεια αλλά και την τωρινή του θέση:
«Το βλέμμα του ήτανε σαν το εσωτερικό μεγάλου ναού μέσα στη νύχτα.
Η κεντρική πύλη ανοιχτή. Σβησμένοι οι πολυέλαιοι. Μαντεύονταν
τα σκοτεινά μανουάλια ασάλευτα σ’ ένα βάθος αόριστο
κι οι μεγάλες ολόσωμες εικόνες που ευωδιάζουν απ’ την υγρασία,
κερί λιωμένο, μακρινή καπνιά, μύρτα και μαραμένα βάγια
εκείνη η μυστική ελευθερία κ’ η στενόμακρη κάθετη ορότητα.

Μια συντροφιά πέρασε απ’ έξω τα μεσάνυχτα.
Η πρώτη τους κίνηση,να μπούνε μέσα, να προσευχηθούν, να εξομολογηθούν, να γονατίσουν.
Μα ένιωσαν μονομιάς ανέτοιμοι, ένοχοι. Τα γόνατά τους άκαμπτα
βαριά λασπωμένα τα παπούτσια τους.
Κι οι σπίθες των άστρων τόσο απόμακρες.
Έστριψαν τοίχο-τοίχο τη Μητρόπολη, όσο μπορούσαν πιο αθόρυβα
και τράβηξαν πιο κει ως το καπηλειό.
Σε λίγο ακούστηκαντα μεθυσμένα τους τραγούδια, δυνατά, σχεδόν πεισμωμένα
και η πύλη του ναού
έχασκε απέναντι, τρομαχτικά μεγάλη κι αδιάβατη μέσα στη νύχτα»
(«Νυχτερινός ναός»)

Πολύ συχνά βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα και η προσωπικότητά του διχάζεται σ’ έναν ξένο και τον εαυτό του, εκείνον που έχει οικοδομήσει από μικρός. 
Στα ποιήματά του «Πυραμίδες» και «Ο Ξένος» υποδέχεται έναν ξένο που αντιπροσωπεύει την αντιθρησκευτική δύναμη και του λέει:
«Κρατούσα μες τα δυό μου χέρια
τον ασημένιο δίσκο του ορίζοντα
και σου προσφέρω σε κρυστάλλινο δίσκο
το αθάνατο νερό.
Και το κύπελλο πλημμύρισε αίμα.
Έσφαξα το Θεό μου με τα χέρια μου
ο δίσκος έσκασε μπροστά στα πόδια σου»
Υποτάσσεται για λίγο στον ξένο (αντιπροσωπεύει την κοσμική ζωή) και του λέει:
«Περνώ τα δάχτυλά μου μες τους κρίκους
της αλυσίδας που μου χάρισες
κι αρραβωνιάζομαι τον κόσμο.
Ευχαριστώ......»
Όμως μια φωνή από μέσα του φωνάζει να αντισταθή και να μην υποταχθή.
Και τα βάζει με τον ξένο:
«Κοντά σου ξέχασα το δρόμο μου
και ο θυμνός των στοιχείων
προστάζει τον αφανισμό μου.
Μέσα μου υπάρχει
κάτι σκληρό κι ατίθασο κι αφιλίωτο
που καμιά δύναμη δε δύναται
να το υποτάξει.....
Πάντα στέκεται ανάμεσά μας το άπειρο.
Δεν μπορώ ν’ αποφύγω τη φωνή του
το φέγγος των ματιών μου σκίζει
την τρυφερή σκια που μούριξες στους ώμους...»
Ο ξένος στενοχωριέται γι’ αυτή τη θέση και τον παροτρύνει:
«Κρύψου μέσα στο δέρμα σου
φυλάξου απ’ τη φωνή μου
......
Αυτός ο δρόμος δεν έχει γυρισμό.
Όμως εγώ θα φύγω. Δεν μπορώ να μη φύγω....»

Αποκαλύπτεται στο διάλογο αυτό η εσωτερική διαμάχη του ποιητή. Κι αυτός να μοιάζη με εκκρεμές που αιωρείται από τον Χριστό ως τον Μαρξ. 
Η εσωτερική του αγωνία δεν καθησυχάζεται ούτε από την θρησκευτική πίστη, ούτε από την κομματική ιδεολογία. Τα μεγάλα μεταφυσικά προβλήματα τον τυραννούν. Και όταν ακόμα υπηρετή την πολιτική σκοπιμότητα δεν απομακρύνεται από το χριστιανικό ιδεώδες. 
Το πρόσωπο του Ιησού είναι γερά δομημένο μέσα του και καταφάσκει. Ακόμα και σε θέματα που έχουν αντίπαλο περιεχόμενο και κει παντρεύει την ενδόμυχη επιθυμία του με την πολιτική ιδεολογία. 
Φαίνεται αυτό και στο ποίημά του «Ο Μαύρος Άγιος». Εδώ αναφέρεται στο μνημόσυνο του Κογκολέζου Λουμπούμπα που τον τοποθετεί δίπλα στον Ιησού και του λέει:
«Το αίμα εχύθη απ’ τις πληγές και των δυό μας
κάτω απ’ τα ίδια καρφιά, κάτω απ’ την ίδια λόγχη,
κάτω απ’ τα ίδια αγκάθια.
Έχει το ίδιο χρώμα μαύρο, όχι άσπρο-κόκκινο χρώμα, Κύριε
σα λάβαρο της δικαιοσύνης.»
Ο μεταφυσικός του προβληματισμός δεν νεκρώνεται μέσα του. Τα κομματικά συνθήματα δεν θεραπεύουν την εγγενή δυστυχία του ανθρώπου. Ο δρόμος που είχε χαράξει ακολουθώντας την μαρξιστική γραμμή δεν τον ηρεμεί. 
Μοιάζει με την κορφή ψηλού δέντρου που και το πιο ανεπαίσθητο αεράκι την ταράζει. Το καταλαβαίνει πως η αχλύς της απιστίας πάει να σκεπάση τα βαθιά κοιτάσματα της ψυχής του. Κι αυτός ο τραγικός μελισμός του τον σκοτώνει. Και πάνω στη νοσταλγία του χαμένου παρελθόντος του, εξασθενίζει ο κομματικός μηχανισμός του. Θέλει να ξαναγυρίση στην παλιά του στράτα, εκείνη των παιδικών του χρόνων. Συναισθάνεται την απόσταση που τον χωρίζει από το Θεό και γράφει στις «Πυραμίδες» :
«Θεέ μου, που πήγαν οι άνθρωποι; Που πήγε η ευωδιά
του νεανικού μου δέρματος και η θέρμη των ήλιων;»
(«Μόνωση», Α, 63)
Και αλλού, όταν συνθλιμμένος απ’ το βάρος των συμφορών του που δεν έχουν τέλος, λες και κάποια θεϊκή κατάρα του ταλανίζει την οικογένεια που πάει να ξεκληριστή, στον Ιησού προστρέχει για να πραϋνθή η ψυχή του και να βρη ανασασμό στο κοίταγμά του στα μάτια Εκείνου:
«Κύριε, ποιό τάχα αμάρτημα παλιό, προγονικό,
πάνω στη ζωή μου βάρυνε κι οργίστηκε η βουλή σου;
Τα χέρια σταυρωτά κρατώ, τη νιότη μου νικώ
και γλείφω, δες, τους κρίκους της αλύσου.
Ευδόκησε η ανήσυχη ψυχή μου να πραϋνθή
και να με ιδούν πονετικά τα γαλανά σου μάτια...» 
(«Ταπείνωση», Α, 66)
Κάποτε όμως, «όταν η ζωή του», όπως γράφει ο ίδιος, «στράγγιξε και χάρη και χαρά», όταν ο κρυφός καρκίνος ροκανίζει τη σάρκα της αδελφής του, της Λούλας, όταν βλέπη να βυθίζεται το σπίτι του χωρίς καμιά θεϊκή παρουσία, δεν αντέχει. Σ’ εκείνες τις τραγικές διλημματικές στιγμές πονά αφάνταστα. Μόνο τα ανδρείκελα δεν έχουν δικαίωμα στα τραγικά δάκρυα, είπε κάποιος. Τότε ξανά δυσπιστεί για τα πάντα. 
Και την δυσπιστία του εκείνη την περνά στο στόμα της χαροκαμένης μάνας που μοιρολογεί το σκοτωμένο παιδί της στο ποίημά του «Επιτάφιος»:
«Κι αχ, Θεέ μου, αν ήσουν Θεός κι αν
είμασταν παιδιά σου θα πόναγες καθώς εγώ
τα δόλια πλάσματά σου.
Κι αν ήσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίρασες την πλάση
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει....»

Τούτη η ολιγοπιστία και αγανάκτηση σε μια συγκλονισμένη από ψυχικό αναβρασμό είναι μια στιγμή αδυναμίας παροδική, γιατί σε όλο του το ποίημα έχει ταυτιστή με τα γεγονότα της Μ. Παρασκευής. Ούτε κι εδώ ο Ρίτσος απομακρύνεται απ’ τα θεϊκά παθήματα.
Χρόνια σκληρά, αθεϊκά, είχαν αποξενώσει τον ποιητή από τα μεγάλα μεταφυσικά θέματα. 
Με την ακαταμάχητη όμως δύναμη του εσωτερικού του κόσμου κλωτσάει τα ταπεινά και εφήμερα και παραδίνεται στο εσωτερικό του δαιμόνιο. 
Ξανάρχονται στη μνήμη του τα παιδικά του χρόνια και τότε «βγάνει το σκούφο του, κάνει το σταυρό του και μπαίνει στην εκκλησιά». Σαράντα χρόνια περιπλάνησης χρειάστηκαν για να θυμηθή «την παλιά του στράτα», θα πη ο Πρεβελάκης. («Ο ποιητής Γ. Ρίτσος»)

Στο ποίημά του «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα», ο άξονας που γύρω του περιστρέφονται οι αναμνήσεις του είναι ο Χριστός. Ο Χριστός δεν απουσιάζει από τη βουκολική ποίησή του. Αυτός καθοδηγεί τον αγρότη και τον τσοπάνη.
Να μερικοί στίχοι του:
«Τότε μας αγαπούσε ο Χριστός, 
ο καλός Χριστός του σπιτιού,
της μικρής ασβεστωμένης εκκλησιάς και του δάσους.
Αυτόν το Χριστό δεν τον ξέρουν οι μεγάλοι
..................
Ο δικός μας Χριστός δεν είχε πρόσωπο χλωμό, μήτε μεγάλα
δάκρυα λαμπερά κρεμασμένα στα ξανθά ματόκλαδά του.
Δε μύριζε σκια και καρτερία. Δεν έλεγε:Μη!
Το δέρμα του ήταν ρόδινο σα μικρού κοριτσιού και μύριζε όλος πορτοκάλι.
Ερχόταν το βράδυ απ’ τη γυαλιστερή θάλασσα των σταχυών
για να μοιράσει στα ήσυχα παιδιά παπαρούνες και παιχνίδια»
Και αλλού:
«Χριστέ μου γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ φουστάνι
κι αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; Χαθήκαν τα λουλούδια;
Η τάχατες αν φορούσες παπαρούνες πάνω στ’ αχτένιστα
μαλλιά δε θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’ ουρανού;
Μη χαμογελάς πούχω κι εγώ δεμένο το κεφάλι...»

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ο Επινίκιος ύμνος: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ...»

Ο επινίκιος ύμνος είναι από τους αρχαιότερους ύμνους
που ψάλλεται στις λειτουργίες των Χριστιανών.
Ως επινίκιος ύμνος στην χριστιανική εκκλησιαστική υμνολογία λέγεται περίφημος ύμνος που ψάλλεται στη Θεία λειτουργία.
Ο ύμνος αυτός αρχίζει με τις λέξεις:

Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαββαώθ
πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου, κ.λπ".
Τον ύμνο αυτό ψάλλει ο εκκλησιαστικός χορός αμέσως μετά το πέρας της ευχής του ιερουργούντος ιερέα:
"Άξιον και δίκαιον σε υμνείν, σε ευλογείν.... ει και παρεστήκασι χιλιάδες αρχαγγέλων και μυριάδες αγγέλων, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, εξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά τον επινίκιον ύμνον άδοντα, βοώντα, κεγραγότα και λέγοντα".
Ο Επινίκιος ύμνος συγκροτείται στην πραγματικότητα από δύο επιμέρους ύμνους, εκ των οποίων ο μεν πρώτος ανάγεται στην Παλαιά Διαθήκη και είναι ο θριαμβευτικός ύμνος τον οποίο άκουσε στον πρόναο του Ναού του Σολομώντα, ο προφήτης Ησαΐας, με μια μικρή παραλλαγή (αποδίδεται στο γ΄ πρόσωπο ενικού):
"Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαββαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού",
και ο έτερος που ανάγεται στην Καινή Διαθήκη και είναι ο αποθεωτικός ύμνος των Εβραίων που επεφύλαξαν στον Ιησού Χριστό κατά την περίλαμπρη είσοδό του στα Ιεροσόλυμα: 
"Ωσσανά ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου".
Μικρή παραλλαγή του επινίκιου ύμνου είναι εκείνος που ψάλλεται στη λειτουργία των Αποστόλων όπου φέρεται ως εξής:
"Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαββαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης αυτού, ευλογητός εις τους αιώνας, αμήν."
Αυτή η παραλλαγή προήλθε από την προς Ρωμαίους επιστολή (α΄25) όπου "(ός εστίν), ευλογητός εις τους αιώνας".

Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν,...

Ἱερεὺς

Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ αἰνεῖν, σοὶ εὐχαριστεῖν, σὲ προσκυνεῖν ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας σου. 
Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀεὶ ὢν ὡσαύτως ὤν· σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον. 
Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν καὶ οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν. 
Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ· ὑπὲρ πάντων ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν, τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων. 
Εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ ὑπὲρ τῆς λειτουργίας ταύτης, ἣν ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν δέξασθαι κατηξίωσας, καίτοι σοι παρεστήκασι χιλιάδες ἀρχαγγέλων καὶ μυριάδες ἀγγέλων, τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά.

Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντα, βοῶντα, κεκραγότα, καὶ λέγοντα.
✚✚✚✚✚✚✚
Ἄξιο καὶ δίκαιο εἶναι νὰ σὲ ὑμνοῦμε, νὰ σὲ εὐλογοῦμε, νὰ σὲ δοξολογοῦμε, νὰ σὲ εὐχαριστοῦμε καὶ νὰ σὲ προσκυνοῦμε σὲ κάθε τόπο ποὺ κυβερνᾶ ἡ πρόνοιά σου. 
Γιατὶ ἐσύ ᾿σαι Θεός, ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἐκφράσουμε μὲ τὸ λόγο, οὔτε νὰ σὲ βάλωμε στὸ νοῦ μας, οὔτε νὰ σὲ δοῦμε μὲ τὰ μάτια, οὔτε νὰ σὲ καταλάβωμε· δὲν ἀλλάζεις ποτὲ καὶ εἶσαι πάντα καὶ παντοῦ ὁ ἴδιος, ἐσὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα σου. 
Σὺ ἀπὸ τὸ μηδὲν μᾶς ἔδωσες ὕπαρξη κι ὅταν ξεπέσαμε πάλι μᾶς σήκωσες καὶ δὲν ἔπαψες νὰ κάνης τὰ πάντα, ὥσπου μᾶς ἀνέβασες στὸν οὐρανὸ καὶ μᾶς χάρισες τὴ μέλλουσα βασιλεία σου. 
Γιὰ ὅλ᾿ αὐτά, σένα εὐχαριστοῦμε, τὸν Πατέρα καὶ τὸν μονογενή σου Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· γιὰ ὅλ᾿ αὐτά, ὅσα ξέρομε κι ὅσα δὲν ξέρομε, γιὰ ὅσες βλέπομε κι ὅσες δὲν βλέπομε εὐεργεσίες, ποὺ ἔκαμες σὲ μᾶς. 
Σὲ εὐχαριστοῦμε καὶ γι᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ λειτουργία, ποὺ καταδέχτηκες νὰ δεχθῆς ἀπὸ τὰ χέρια μας, ἂν καὶ σὲ παραστέκουν χιλιάδες ἀρχαγγέλων καὶ ἑκατομμύρια ἀγγέλων, τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ποὺ μὲ ἕξι φτεροῦγες, μὲ πολλὰ μάτια, πετοῦν καὶ φτερουγίζουν θριαμβευτικὰ ψάλλοντας τὸν νικητήριο ὕμνο καὶ λέγοντας...