Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην
ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται»

Ὁ τέταρτος μακαρισμός τοῦ Χριστοῦ ἀναφέρεται στήν πείνα καί τήν δίψα γιά τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δικαιοσύνη χορταίνει τόν ἄνθρωπο.
Ξέρουμε τί σημαίνει πείνα καί δίψα τοῦ σώματος. Εἶναι ἀφόρητες καταστάσεις γιά τόν ἄνθρωπο. Τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά κάνη τίς διεργασίες πού εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ζωή, πρέπει νά δεχθῆ τίς κατάλληλες τροφές. Ὅπως ἐπίσης χρειάζεται καί τά ἀπαραίτητα ὑγρά γιά νά κινηθῆ ὁ ὀργανισμός του, ὁ ὁποῖος στό μεγαλύτερο ποσοστό του ἀποτελεῖται ἀπό νερό. Ὅταν ὁ ὀργανισμός στερῆται τῶν καταλλήλων τροφῶν καί ὑγρῶν, τότε ἀντιδρᾶ, δημιουργώντας τό αἴσθημα τῆς πείνας καί τῆς δίψας.

Στόν μακαρισμό αὐτόν δέν μακαρίζονται ἡ σωματική πείνα καί δίψα, ἀλλά ἡ ψυχική πείνα καί δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν δικαιοσύνη. 
Ἡ δικαιοσύνη μπορεῖ νά νοηθῆ μέ πολλούς τρόπους, ἤτοι ἡ γενική ἀρετή, διά τῆς ὁποίας ἑνώνεται κανείς μέ τόν Θεό, ἤ ἀκόμη ἡ μερική δικαιοσύνη πού εἶναι ἀντίθετη μέ τήν πλεονεξία καί τήν ἀδικία. 
Καί στίς δύο περιπτώσεις τό ἀποτέλεσμα εἶναι τό ἴδιο, ἤτοι ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τούς ἀνθρώπους.
Ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι συνέχεια καί ἀποτέλεσμα τῶν προηγουμένων μακαρισμῶν, ἀφοῦ ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, αὐτός πού μετανοεῖ καί διακρίνεται γιά τήν πραότητα, πεινᾶ καί διψᾶ γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης πάνω στήν γῆ. 
Ἀλλά ὁ μακαρισμός αὐτός εἶναι καί προάγγελος τοῦ ἑπομένου μακαρισμοῦ στόν ὁποῖο γίνεται λόγος γιά τήν ἐλεημοσύνη. Αὐτό εἶναι σημαντικό, γιατί πρῶτα πρέπει νά εἶναι κανείς δίκαιος καί στήν συνέχεια νά εἶναι ἐλεήμων. 
Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, γιατί εἶναι ἐνδεχόμενο κάποιος νά εἶναι πλεονέκτης, νά εἶναι ἄδικος, νά συγκεντρώνη τόν πλοῦτο μέ παράνομους τρόπους, νά εἶναι εὔπορος διαπράττοντας διάφορες ἀδικίες καί στήν συνέχεια νά παρουσιάζεται καί ἐλεήμων, δωρητής, δῆθεν γιά τό καλό τῆς κοινωνίας καί τῶν ἀνθρώπων. 
Ὅμως, πάνω ἀπό ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά εἶναι δίκαιος, νά μή παρανομῆ, νά μήν ἀδικῆ τούς ἀνθρώπους, νά μή πλουτίζη σέ βάρος τους.
Νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί πρέπει νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε γιά τόν Θεό.

Ἐκεῖνο πού κάνει ἐντύπωση στόν μακαρισμό αὐτό εἶναι ὅτι δέν μακαρίζεται αὐτός πού εἶναι δίκαιος, ἀλλά αὐτός πού πεινᾶ καί διψᾶ τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. 

Καί οἱ Φαρισαῖοι αἰσθάνονταν ὅτι ἦταν δίκαιοι, ἀφοῦ δέν ἀδικοῦσαν τούς ἄλλους, ἀλλ᾿ ὅμως δέν ἀγαποῦσαν τούς ἀνθρώπους. 
Ἔτσι, ἐδῶ δέν ἐπαινεῖται ἁπλῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ δικαίου, πού πολλές φορές εἶναι νόμιμη, ἡ ὁποία, ὅμως, στερεῖται ἠθικῆς. Ἐπαινεῖται ἡ πείνα καί ἡ δίψα τῆς δικαιοσύνης, τό νά ἐνδιαφέρεται ὁ ἄνθρωπος γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης μέ μεγάλη ἐπιθυμία καί νά αὐξάνεται καθημερινῶς ἡ διάθεσή του γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης.
Ἡ πείνα καί ἡ δίψα γιά τήν δικαιοσύνη εἶναι ἡ ψυχική ἀνάγκη πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν ἐπικράτηση τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ Θεοῦ στίς κοινωνίες. Πέρα ἀπό τίς σωματικές ἀνάγκες, ὑπάρχουν καί οἱ ψυχικές ἀνάγκες καί, δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι δίνουν μεγάλη σημασία στίς ἀνάγκες τοῦ σώματος καί λιγότερη ἤ καθόλου σημασία στίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοσωματικό ὄν καί δέν πρέπει νά περιορίζεται ἁπλῶς στό σῶμα.
Στήν ἐποχή μας ὑπάρχει μιά ἀνισορροπία στό θέμα αὐτό, γιατί οἱ ἄνθρωποι δίνουν προτεραιότητα στά ὑλικά πράγματα, στίς βιολογικές ἐπιθυμίες, καί ἀγνοοῦν τίς ἐπιθυμίες τῆς ψυχῆς γιά τόν Θεό, γιά τήν εἰρήνη καί τήν δικαιοσύνη, γιά τήν ἀγάπη καί τό νόημα τῆς ζωῆς. 
Γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνικανοποίητος, παρά τήν ἱκανοποίηση τῶν σωματικῶν ἀναγκῶν, καί αἰσθάνεται ὅτι κάτι τοῦ λείπει.
Ὁ χορτασμός γιά τόν ὁποῖο γίνεται λόγος στόν μακαρισμό αὐτό εἶναι ψυχοσωματικός, δηλαδή εἶναι ἡ ψυχοσωματική ὑγεία πού χορταίνει τόν ἄνθρωπο, τοῦ δίνει νόημα ζωῆς. 
Ὅμως, αὐτός ὁ χορτασμός δέν εἶναι μιά στατική κατάσταση. Αὐτό πού συμβαίνει στό σῶμα, ὅτι χορταίνει, ἀλλά μετά τήν μεταποίηση τῆς τροφῆς πάλι ἐμφανίζεται ἡ πείνα καί ἡ δίψα, πολύ περισσότερο συμβαίνει καί στά πνευματικά ζητήματα. 
Ὁ χορτασμός ἀπό τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης δημιουργεῖ ἀκόμη μεγαλύτερη πείνα καί δίψα, εἶναι «ὁ ἀχόρταγος χορτασμός» τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ διαρκής πορεία πρός τήν τελειότητα πού εἶναι ἀτέλεστη.
Ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ μακαρισμοῦ εἶναι μεγάλη, γιατί στήν κοινωνία μας, παρά τήν ὕπαρξη πολυνομίας, ὑπάρχει μεγάλη ἀδικία καί ἀνισότητα. 
Γι’ αὐτό θά πρέπει νά ἀγωνιζόμαστε γιά τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης. Ἐπειδή, ὅμως, οἱ κοινωνίες ἀποτελοῦνται ἀπό ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διακατέχονται ἀπό διάφορα πάθη καί ἀγωνίζονται γιά τήν ἱκανοποίησή τους, γι’ αὐτό πάνω ἀπό τήν λεγομένη ἀνθρώπινη καί κοινωνική δικαιοσύνη –τήν ὁποία καί αὐτή δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε– πρέπει νά ἐπιδιώκουμε τήν ἐπικράτηση τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἀγάπη καί πρέπει νά πεινᾶμε καί νά διψᾶμε γιά τόν Θεό. 
Χωρίς τόν Θεό καί τήν Χάρη Του θά εἴμαστε διαρκῶς πνευματικά πεινασμένοι καί διψασμένοι.

Ἡ ἁγία Παρασκευή, πού ἑορτάζεται σήμερα, αὐτήν τήν δικαιοσύνη πεινοῦσε καί διψοῦσε. Ἀγάπησε πολύ τόν Χριστό, διέθεσε ὅλη τήν περιουσία της στούς πτωχούς καί ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικά σέ Αὐτόν μέχρι μαρτυρίου. Νά τήν ἔχουμε διαρκῶς ὡς ὑπόδειγμα ἀληθινῆς ζωῆς.

Ὁ Μητροπολίτης
+ Ὁ Ναυπάκτου καἰ Ἁγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ