Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται.»

Ο 2ος Μακαρισμός για τον περισσότερο κόσμο είναι αντιπαθητικός, επειδή περιέχει τη λέξη πένθος και προκαλεί μελαγχολία. 
Αντίθετα οι «κοσμικοί» άνθρωποι έχουν δικό τους μακαρισμό, «μακάριοι αυτοί που γελούν και χαίρονται, που ξέρουν να ζουν τη ζωούλα τους». 
Όμως η χαρά η πεπληρωμένη, είναι ένας αγιοπνευματικός καρπός που δεν αναιρείται από το πένθος, αλλά είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Ο κόσμος ψάχνει την χαρά σε λάθος μονοπάτια, σε μάταιες απολαύσεις, σε ακόλαστες πράξεις, που γεμίζουν το πιθάρι των ηδονών. 
Αυτή όμως η πονηρή χαρά έρχεται η ώρα που γίνεται λύπη, δάκρυα και στεναγμός «ουαί υμίν οι γελώντες νυν ότι πενθήσετε και κλαύσετε», π. χ. οι αλκοολικοί, οι ναρκομανείς, οι φορείς AIDS… ενώ αρχικά χαίρονταν, τώρα κλαίνε για την κατάντια τους.

Όμως ο Χριστός με τον Μακαρισμό αυτό, καλεί όλα αυτά τα εξαντλημένα από την αμαρτία ερείπια της κοινωνίας, να αρνηθούν την λάθος πορεία και ζωή τους και να κλάψουν για τις αμαρτίες τους, ώστε όχι μόνο να τους συγχωρέσει αλλά και θα τους προσφέρει παρηγοριά, παραμυθία… και θα μοιάζει αυτό το πένθος και η επιστροφή τους στο Θεό, με τη μάνα που έχει λύπη και πόνους όταν γεννά, αλλά οι ωδίνες μετατρέπονται σε απερίγραπτη χαρά, όταν γεννηθεί το παιδί. 
Π. χ. ο Πέτρος «έκλαυσε πικρώς» επειδή αρνήθηκε τρεις φορές τον Κύριο, αλλά μετανόησε και προσέλκυσε τόση χάρη επάνω του ώστε από το φλογερό κήρυγμά του, την ημέρα της Πεντηκοστής, πίστεψαν στο Χριστό 3.000 άνθρωποι. 
Ο Δαυίδ «καθ’ εκάστην νύχτα την στρωμνήν του έβρεχε» από δάκρυα μετανοίας για το διπλό του αμάρτημα, του φόνου και της μοιχείας και πάλι ο Θεός τον συγχώρεσε. 
Η οσία Μαρία η Αιγυπτία για τα 17 χρόνια στην αμαρτία που έζησε στην Αλεξάνδρεια, όταν ήρθε σε μετάνοια πενθούσε και έκλαιγε 40 χρόνια στην έρημο, ώσπου όταν την επισκέφθηκε ο Άγιος Ζωσιμάς, την είδε να μην πατάει στη γη, γιατί είχε λευκανθεί η ψυχή και το σώμα της από την προσευχή και τα δάκρυα.
Δεν πρέπει όμως να φτάνουμε στο άλλο άκρο, στην απόγνωση, στην απελπισία, στην απαισιοδοξία με υπερβολική λύπη. 
Π. χ. ο Ιούδας αυτοκτόνησε, ενώ θα έπρεπε να μετανοήσει και ο Θεός θα τον δεχόταν πάλι, αλλά επέτρεψε με τους λογισμούς του και με την φιλαργυρία του να εισέλθει στην καρδιά του ο διάβολος, ο οποίος του θόλωσε τον νου και τον έφερε στην απόγνωση και στην αιώνια απώλεια. 
Ένα εξίσου αποτρεπτικό παράδειγμα είναι ο Κάιν, ο οποίος από φθόνο έφτασε στον φόνο του αδελφού του και οι τύψεις που ένοιωθε τον έκαναν να χάσει τα λογικά του. 
Αυτή η κατά κόσμον λύπη είναι ένα από τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα που τρώει την ικμάδα της ψυχής, όπως ο σκόρος το ρούχο, όπως το σαράκι το ξύλο.
Όσο ο Χριστός ζούσε εδώ στη γη, στην ανθρώπινη φύση Του δεν επέτρεψε ποτέ να γελάσει, τον είδαν όμως να κλαίει και να δακρύζει, από πόνο για την δυστυχία των ανθρώπων, από αγωνία πριν τη Σταυρική του θυσία, από συγκίνηση όταν τον πλησίασαν οι Έλληνες. 
Ο Λώτ όταν στα Σόδομα και Γόμορρα έβλεπε τους συνανθρώπους του να αμαρτάνουν, βασανιζόταν και έκλαιγε καθημερινά. 
Έτσι κι και εμείς σήμερα πρέπει να κλαίμε για την κατάντια της κοινωνίας, των νέων οικογενειών που διαλύονται, για τις ασθένειες των συνανθρώπων μας, για την πείνα, την φτώχεια, για το περιβάλλον που καταστρέφεται ...
Με την προσευχή μας ενάντια σε όλη αυτή την δυστυχία, δείχνουμε αγάπη και ευαισθησία «Μακάριοι οι κλαίοντες νυν ότι γελάσετε».
Πρέπει να πενθούμε για να ελκύσουμε το έλεος του Θεού επάνω μας, π. χ. ένα παιδί που χτύπησε έκλαιγε μπροστά στους γονείς για να κερδίσει το χάδι και την συμπάθειά τους. Χτύπημα είναι η αμαρτία μας. 
Επίσης και ο Θεός μας αφήνει λίγο μόνους χωρίς χάρη, για να τον αναζητήσουμε με το κλάμα π. χ. σε ένα μεγάλο κατάστημα με κόσμο, μία μητέρα για να συνετίσει το άτακτο παιδί της, κρύφτηκε πίσω από ράφια για λίγο, εκείνο έβαλε τα κλάματα και την ζητούσε, εκείνη αμέσως εμφανίστηκε και από τότε συμμορφώθηκε. Έτσι και εμείς επειδή ατακτούμε κρύβεται ο Θεός, αν όμως δακρύσουμε εμφανίζεται πάλι μέσα στην καρδιά μας.
«Η γαρ κατά Θεόν λύπη, μετάνοιαν εις σωτηρία κατεργάζεται».
Οι πατέρες την ονομάζουν «ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ». 

Όπως όταν πέσει καταρρακτώδης βροχή, μετά συνήθως γίνεται ξαστεριά, έτσι και όταν χυθούν τα δάκρυα για τις αμαρτίες μας, έρχεται η χαρά και η γαλήνη. 
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει: την ώρα του θανάτου, μόνη παρηγοριά είναι τα δάκρυα και η νηστεία που κάναμε, όσο ζούσαμε.
Να πενθούμε και με το σώμα μας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν ξάπλωνε ποτέ σε κρεβάτι αλλά σε καρέκλα με τα χέρια υψωμένα σε στάση ικεσίας. «Τηγάνιζε» το σώμα του με την άσκηση, πενθούσε με την σάρκα του. Όταν έγινε Πατριάρχης απέσυρε τον μάγειρα, για να στενοχωρεί την γαστέρα του.
«Η δε του κόσμου λύπη, θάνατον κατεργάζεται».

Πενθεί ο κόσμος γιατί είναι φτωχός, γιατί έχασε έναν συγγενή, γιατί απέτυχε στις σχολικές εξετάσεις, για μία ερωτική απογοήτευση, φτάνει στην απώλεια της υγείας, αποκτούν καρκίνο, εμφράγματα, θλίψη, δηλαδή ζούληγμα της ψυχή. 
Ο Αββάς Ποιμήν κάποτε βρέθηκε σε ένα κοιμητήριο, κοντά σε ένα μαρμάρινο μνήμα μια μαυροντυμένη γυναίκα είχε λυτά πλούσια μαλλιά θρηνούσε απαρηγόρητα τον αγαπημένο της συγγενή. Ο Άγιος σκέφθηκε ότι σε αυτήν την γυναίκα όλα τα ευχάριστα του κόσμου να μαζευτούν μπροστά της δεν θα μπορούσαν να μετριάσουν τον πόνο της ψυχής της. 
Μακάρι να μπορούσαμε απέναντι από τις αμαρτίες μας, να βάλουμε τέτοιο πένθος στην καρδιά μας, τότε μία γλυκύτητα από Θεία παράκληση θα πλημμυρίσει την ψυχή μας και θα μας μετατρέψει σε μακάριους ανθρώπους, δηλαδή αληθινά και μόνιμα ευτυχείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου