Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» - Красота спасет мир
Beauty Will Save the World



Αυτή η υπέροχη φράση ανήκει στον Ντοστογιέφσκι και αναφέρεται στην ομορφιά της παιδικής ψυχής.
Ο συγγραφέας ποτισμένος από τα νάματα της πίστης βλέπει
πίσω από την ομορφιά της παιδικής ψυχής τη φανέρωση της αγάπης του Θεού, τη σφραγίδα του θεϊκού μεγαλείου.

Όσο υπάρχουν παιδιά με αγνά και καθαρά βλέμματα, χωρίς πονηρία ή κακία η ελπίδα δε θα σβήσει.
Όμως κάποιοι βάλθηκαν να σβήσουν την ομορφιά να αμαυρώσουν το ωραίο, να ευτελίσουν καθετί το αγνό και ηθικό.
Έτσι ζούμε στην εποχή που η ομορφιά αναφέρεται μόνο στο σώμα, που το παιδί έχει γίνει προϊόν εκμεταλλεύσιμο από κάθε λογής «εμπόρους» της κακίας και της διαφθοράς.

Γράφει ο J. Green στο ημερολόγιο του το 1944: 

«Η ομορφιά είναι δείγμα μιας κρυφής πνευματικής τελειότητας και κάτι σαν σφραγίδα μιας ανώτερης κλήσης».
Η ομορφιά είναι υποχρέωση.
Το ανθρώπινο ον είναι υποχρεωμένο να κάνει την ψυχή του το ίδιο όμορφη με το σώμα του.
Πρέπει επιτέλους όλοι να καταλάβουμε ότι η παιδική ψυχή αναζητά τον πλάστη και τον δημιουργό της. Αυτός είναι η απόλυτη ομορφιά.
Για να σώσει η ομορφιά τον κόσμο πρέπει τα παιδιά να έχουν άμεση, ζωντανή σχέση με τον Χριστό.
Μυστηριακή ζωή, προσευχή, μελέτη του λόγου του Θεού, τήρηση των εντολών του Χριστού θα διατηρήσουν και θα τελειοποιήσουν την ομορφιά των παιδικών ψυχών, θα κάνουν την ελπίδα χείμαρρο αλλαγής και ανακαίνισης όλης της κοινωνίας…
πηγή


«Όταν στρέφεσαι στον εαυτό σου και σταματάς να κοιτάς τα αρνητικά των άλλων και είσαι Χριστιανός, αρχίζεις και καταλαβαίνεις ότι το πρόβλημα δεν είναι πως ο κόσμος είναι μαύρος, αλλά ότι τα μάτια σου είναι μαύρα.
Και όταν φωτιστούν τα μάτια σου, βλέπεις τον κόσμο φωτεινό και όμορφο, όπως τον έβλεπαν οι Άγιοι…»

Με τον π. Χριστόδουλο Μπίθα

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

«Ο Χριστός είναι χαρά»

«... είναι μεγάλο πράγμα να έχεις χαρά στη ζωή σου, παρ’ όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζεις.
Έχει χαρά ο χριστιανός, αναρωτήθηκε. Και απαντώντας σημείωσε ότι ο Χριστός μας, αν τον ρωτούσαμε «γιατί ήρθες στον κόσμο αυτό Κύριε, τι θέλεις να μας δώσεις με όλα αυτά που έκανες και είπες, το καταστάλαγμα, το συμπέρασμα, γιατί, τι θέλεις από μας;», θα μας έλεγε «όλα αυτά τα είπα, τα έκανα για να σας δω χαρούμενους στο τέλος. Στο τέλος θέλω να σας βλέπω να γελάτε, να αναπαύεστε, να χαίρεστε. Για να σας βλέπω ευτυχισμένους, να απολαμβάνετε τη ζωή σας. Έτσι θα τιμήσετε τον Θεό.»

Μπορεί να χαίρεται ο άνθρωπος παντού, συνέχισε. Σε όλες τις συνθήκες, η χαρά είναι κατάλληλη απάντηση. Ότι κι αν του συμβεί, επιτρέπεται η ψυχή του να χαίρεται.

Οι θλίψεις είναι εξωτερικές πιέσεις. Η ψυχή του ανθρώπου δεν θλίβεται, αν αυτός δεν θέλει. Εκείνος δίνει δικαίωμα να μπει ο εξωτερικός παράγοντας της δυσκολίας μέσα του. Μπορεί αν θέλει, παρ’ όλα τα προβλήματα του να χαμογελάει.

«Είναι ωραίο να είσαι καλά. Και είναι στο χέρι σου να είσαι καλά. Το να είμαστε καλά είναι ο πυρήνας μας. Η βασική μας κατάσταση στον ψυχισμό μας, εφόσον βαπτιστήκαμε, είναι η χαρά. Στο βάθος μας υπάρχει μια χαρά.
Στην ψυχή υπάρχει το Άγιο Πνεύμα που είναι χαρά, αγαλλίαση, δύναμη. Όταν μας έπλασε ο Θεός είχε χαρά. Όταν οι γονείς μας έσμιξαν για να γεννηθούμε, είχαν χαρά. Είμαστε καρπός του έρωτα, που είναι χαρά.
Πάρε την ευθύνη της χαράς επάνω σου. Γιατί πήγαινε ο κόσμος κοντά στον Χριστό μας; Γιατί ο ίδιος ήταν η ένσαρκη χαρά. Όποιος έχει το Άγιο Πνεύμα έχει χαρά. Βλέπει τη ζωή αισιόδοξα.»
Ό Χριστός όταν αναστήθηκε και είδε τους μαθητές Του και τις Μυροφόρες, είπε «χαίρετε» και αλλού «ειρήνη υμίν». Σας δίνω ειρήνη και χαρά. Αυτό σας αφήνω σαν κληρονομιά τώρα που αναστήθηκα.
Συνεχίζοντας, αναφέρθηκε στους γονείς. Βοηθείστε τα παιδιά σας πως μεγαλώνουν, τόνισε. Δώστε στο κλίμα του σπιτιού σας, τη νότα της πνευματικής ατμόσφαιρας του Χριστού. Να σε βλέπει το παιδί σου να βιώνεις στην πράξη τον Χριστό.
Χαρούμενοι είναι οι άνθρωποι που βλέπουν τη ζωή πνευματικά, είπε ο π. Ανδρέας. Είναι κρίμα να αφήνεις τη ζωή σου χρόνια, να περνάει μέσα στην μελαγχολία, τη μιζέρια και το παράπονο. 

Να βρεις από πού ξεκινάει το πρόβλημα σου. Τι σου φταίει.

Όταν ο Χριστός λέει κάποιες εντολές, δεν τις λέει για να μας βασανίσει αλλά για να χαρούμε.
Και, όπως συμβούλευσε χαρακτηριστικά:
«Σκεφτείτε τα δώρα που έχετε ως τώρα στη ζωή σας για να χαρείτε. Έχετε πολλά πάρει από τον Θεό. Όταν ευχαριστείς τον Θεό, χαίρεσαι. Αν θες να χαρείς, να κοιμάσαι με ευγνωμοσύνη στον Θεό. Αν ευχαριστήσεις γι’ αυτά που έχεις ήδη, έχεις πολλούς λόγους να χαμογελάς και να χαίρεσαι.
Ζήστε επίσης το παρόν. Το παρόν βοηθάει πάρα πολύ να χαίρεσαι, το τώρα. Γιατί άμα πάτε στο παρελθόν θα γεμίσετε ενοχές. Αν πάτε στο μέλλον θα γεμίσετε άγχος.
Ζήσε το τώρα. Αν μετά από δυο ώρες γίνει κάτι θα το αντιμετωπίσουμε. Τα παιδιά δεν έχουν στο μυαλό τους πολύ μέλλον και πολύ παρελθόν. Ζούνε το τώρα. Γι’ αυτό τσακώνονται και μετά από δυο λεπτά αγκαλιάζονται. Δεν θυμούνται τι έγινε.»
Σταχυολογώντας κάποια σημεία της ομιλίας του, σημειώνουμε κάποιες χαρακτηριστικές παραινέσεις του, πριν ολοκληρώσει την ομιλία του:
☦ Όποιος βγάλει από την ψυχή του το βάρος του, χαίρεται. Να πιστέψετε ότι δικαιούστε την χαρά. Ο Χριστός δεν μας έφερε στη γη για να τιμωρηθούμε. Ο Θεός αγαπάει χωρίς όρους και χωρίς όρια. Και αγαπάει και τους αμαρτωλούς πάρα πολύ.
 Η αμαρτία σου να γίνεται αφορμή μετάνοιας, αλλά όχι αφορμή κατάθλιψης και απελπισίας. Ποτέ ο Θεός δεν έρχεται δίπλα σου για να σου δώσει μία ώθηση στην απελπισία.
 Ο Θεός θέλει να σε βλέπει να χαμογελάς. Και στην πτώση σου να προσπαθείς φιλότιμα, αλλά χωρίς απόγνωση.
 Χαρά έχουν επίσης οι άνθρωποι που δεν έχουν προσκολλήσεις. Όταν κολλάς, ελαττώνεις τις πιθανότητες της χαράς.
 Όπως λένε οι Άγιοι. Γενηθήτω το θέλημα σου. Κύριε πάω όπου με πας για να χαρώ.
Τελειώνοντας επεσήμανε:
«Η χαρά είναι ωκεανός που καλύπτει το ποταμάκι της θλίψης. Μέσα μας υπάρχει μια τεράστια χαρά στον πυρήνα μας, εκεί που είναι η «βαθεία καρδία». Στο βάθος της καρδιάς υπάρχει ο Χριστός. Εκεί, ησυχία. Όπως στον ωκεανό, στο βυθό επικρατεί ησυχία, ομορφιά και γαλήνη, ενώ στην επιφάνεια έχει φουρτούνα.»


π. Ανδρέας Κονάνος

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

«Η Σωτηρία είναι Απλή»

Καλά να περνάς
και να χαίρεσαι.
Και να ‘χεις τη συνείδησή σου
καθαρή
ότι δεν στεναχώρησες
κανέναν,
και πως κανείς δεν έκλαψε
εξαιτίας σου,
δεν πόνεσε,
δεν βούλιαξε σε σκέψεις
και πικρίες
και παράπονα…
Έτσι να τελειώνει
η κάθε μέρα σου,
για να ‘ναι όμορφη η ζωή σου.

Και ο Παράδεισος
όλο και πιο κοντά σου
θα ‘ρχεται.
Θα μοιάζει
βεβαιότητα,
όχι όνειρο άπιαστο
ή μακρινή ελπίδα.
Τώρα.
π. Ανδρέας Κονάνος

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ - Κοινωνία με το Φως
Seraphim of Sarov


 St.Seraphim of Sarov
Η Εκκλησία ανά τους αιώνες υποδεικνύει το παράδειγμα ανθρώπων που είναι γεμάτοι αγάπη, που βρίσκονται διαρκώς σε κοινωνία με τον Θεό και τους άλλους, είναι το παράδειγμα των Αγίων: 

Άνθρωποι που λάμπουν με θεϊκό φως, που όταν βρίσκεται κανείς κοντά τους ξεχνά ότι υπάρχει σκοτάδι, μίσος, κακία. 
Ωστόσο, πολλές φορές αντικρίζει κανείς ανθρώπους άδειους από αγάπη - τόσο που τρομοκρατείται και διερωτάται αν υπάρχει τελικά φως. 
Αν κοιτάξει, όμως, κανείς τον εαυτό του με ειλικρίνεια θα συνειδητοποιήσει ότι το φως και το σκοτάδι ενυπάρχουν μέσα του. 
Το φως στο βαθμό που είναι ικανός να χαρεί με την ομορφιά γύρω του, να ευφρανθεί με την κοινωνία με τους άλλους· σκοτάδι στον βαθμό που λείπει η αγάπη, που κυριαρχεί η ατομοκεντρικότητα. 
 
Στους βίους των Αγίων είναι πολύ συχνή η παρουσία του φωτός. 
Το φως αυτό είναι το λεγόμενο "άκτιστο φως", η παρουσία των ενεργειών του Θεού στην κτίση, η κοινωνία του δημιουργημένου με τον Δημιουργό. 
Χαρακτηριστικό είναι το βίωμα του Μοτοβίλωφ με τον Άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ. 
☦☦☦☦☦☦☦
Σύντομο βιογραφικό του μητροπολίτη: 
Ο Μητροπολίτης του Σουρόζ, Αντώνιος Μπλούμ, γεννήθηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1914. Ήταν πτυχιούχος Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας και διδάκτωρ της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. 
Το 1943 εκάρη μοναχός, ενώ ταυτόχρονα εξασκούσε και το έργο του γιατρού στο Παρίσι. 
Το 1948 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και το 1949 πήγε στην Αγγλία. Το 1950 διορίστηκε εφημέριος στην Ορθόδοξη ενορία του Ρωσικού Πατριαρχείου στο Λονδίνο. Το 1958 χειροτονήθηκε Επίσκοπος και το 1962 ανέλαβε την ποιμαντική ευθύνη της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Μεγάλη Βρετανία και στην Ιρλανδία. 
Πέθανε το 2003 σε ηλικία 89 ετών. 
Η δράση του, τα βιβλία του, τα κηρύγματά του και η εμβέλεια της προσωπικής του ακτινοβολίας τον έχουν κατατάξει ως μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της Ορθοδοξίας του 20ού αιώνα στον Ευρωπαϊκό χώρο.
☦☦☦☦☦☦☦
Ὁ Πολυαγαπημένος Ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ - (Φώτη Κόντογλου)

Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Olivier Clément: Ο άλλος ήλιος - "l autre soleil"
Η λησμονιά του θανάτου

Olivier-Maurice Clément: Μια ορθόδοξη φωνή στη σύγχρονη δύση

Η μαθητεία στην πολιτική και στον πολιτισμό μού ξανάνοιγαν τον δρόμο για το θεμελιακό. Ξανά πάλι η αγωνία. Ξανά πάλι η κατάπληξη. Και τώρα η πορεία για τη συνάντηση των προσώπων.
Μπροστά στον θάνατο, μπροστά σ’ αυτή την αγωνία, σ’ αυτή την απομόνωση, σ’ αυτό τον πνευματικό θάνατο, που το βιολογικό τέρμα δεν είναι παρά ένα σημάδι του, ο άνθρωπος είναι σήμερα γυμνός. Τόσο γυμνός, όσο δεν ήταν ποτέ άλλοτε. 
Ο πολιτισμός μας είναι ο πρώτος, φαίνεται, σ’ όλη την ιστορία, που πασχίζει ν’ αγνοήσει τον θάνατο και, μ’ αυτό, ίσως, ξεσκεπάζει την ουσία… 
Οι επικήδειες τελετές έχουν μικρύνει υπερβολικά ή και χάνονται. 
Δεν ξέρουν πια τι να πουν και τι να κάνουν. 

Όταν ήμουνα παιδί, μέσα σ’ ένα κύκλο στερημένο από καιρό από κάθε χριστιανική αναφορά, δεν άφηναν κανένα να πεθάνει στο νοσοκομείο. 
Όταν δεν απόμενε πια ελπίδα, έφερναν τον άρρωστο στο σπίτι και τότε τον τύλιγαν σε περισσότερη στοργή. 
Ξαγρυπνούσαν όχι μονάχα εκείνους, που πέθαιναν, αλλά και τους πεθαμένους. Αγρυπνία, σχεδόν ανυπόφορη, μπροστά στο μηδέν. 
Δεν προσεύχονταν – σε ποιόν να προσευχηθούν και με ποια λόγια; 
Δε διάβαζαν τους Ψαλμούς και τα Ευαγγέλια. 
Δεν είχαν ούτε τη χοντροκομμένη ανανέωση του νεκρόδειπνου, που σε μερικές χριστιανικές χώρες αναπτύχτηκε σε «αγάπη». 
Δεν ήταν πια σε χριστιανικές χώρες. 
Όλα είχαν ξεχαστεί. Ο ζωντανός Θεός, η ψυχή, η ανάσταση. 
Αλλά δεν ήταν κι ο παγανισμός, που σ’ αυτόν πεθαίνουν με το «απρόσωπο» του φυτού ή σβήνουν γαλήνια μέσα στο άπειρο: ξαναγίνονται σπόροι, περνούν στην άλλη πλευρά των πραγμάτων, ίσαμε την καινούργια σπορά… 
Όχι. Απ’ τη βιβλική Αποκάλυψη κρατούσαν τη βεβαιότητα, πως αυτός ο πεθαμένος είναι ένα μοναδικό άτομο και πως η ζωή του υπήρξε η μοναδική του ζωή. 
Αυτές οι αγρυπνίες ήταν σκέτες αγωνίες. Πήγαιναν στην κουζίνα, να πιουν λίγο καφέ. Ύστερα ξαναγύριζαν να καθήσουν κοντά στο πτώμα. Με σιωπή. Πάντοτε αυτή η σιωπή. 
Είναι αλήθεια, πως καταπιάνονταν με υπερβολική λεπτομέρεια μ’ όλα εκείνα τα πράγματα, που πλαισιώνουν τον θάνατο. Τα αγγελτήρια της κηδείας, την ταφή, τον οικογενειακό τάφο. Κι αυτά, αν δεν χρειαζόταν να μαζέψουν τη σκόνη των προηγούμενων νεκρών, για να κάνουν χώρο… 
Νεκροταφεία δίχως σταυρό – όμως, για τους πιο πολλούς, ο σταυρός δεν σημαίνει νίκη πάνω στον θάνατο, αλλά απλώς και μόνο ένα νεκροταφείο… και σαν καλοί ορθολογιστές προσπαθούν ν’ αποφύγουν αυτή την ταυτολογία. 
Νεκροταφεία δίχως σταυρό. Βαρειές πλάκες, καλοχτισμένες, των λατινικών νεκροταφείων. Οικογενειακή υπερηφάνεια. Προνόμια για την «αιωνιότητα». Κι αυτή η μανία της καθαριότητας του ρασιοναλισμού, που θα ξερίζωνε και το μικρότερο βλασταράκι και που, για χάρη της, η δημοτική αρχή, στο χωριό, εξαφάνισε πεύκα και κυπαρίσσια. Πράγμα, που δεν εμποδίζει το έδαφος, πολύ απαλό σ’ αυτές τις κάτω χώρες, να κατακάθεται σιγά-σιγά και τις πέτρες να ναυαγούν στην απεραντοσύνη της πεδιάδας. Αναποδογυρίζουν, σα στην τελική κρίση, γοτθικά τύμπανα. 
Η κόρη μου σιγοτραγουδάει το μέρα οργής. Της το μαθαίνουν στο κολλέγιο, στην ιστορία της μουσικής.

Τώρα, σε όμοια περιβάλλοντα, αφήνουν τους ανθρώπους, που πεθαίνουν, να φεύγουν μόνοι. Κι όταν είναι στο νοσοκομείο και τους αφήνουν εκεί κι όταν βρίσκονται στο σπίτι, πηγαίνουν να κοιμηθούν. Επειδή τα έχουν κάνει όλα. Επειδή δε μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο. Αφήνουν στο δωμάτιο ολομόναχο τον νεκρό, περιμένοντας να τον σηκώσουν όσο το δυνατό γρηγορότερα. 

Δε γνωρίζουν πια εκείνο, που όλοι οι άνθρωποι, παντού, ήξεραν, οποιαδήποτε κι αν ήταν η αντίληψή τους για τον θάνατο. 
Ότι κανένας, στην πραγματικότητα, δεν πεθαίνει μόνος του. Ότι η αγάπη κι η προσευχή των ζωντανών ευκολύνουν την έσχατη έξοδο. 

Το φτιασιδωμένο πτώμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα εγκαταλειμμένα νεκροταφεία, στη Σοβιετική Ένωση, όλα μαρτυρούν την ίδια κατάσταση πραγμάτων. 
Στη Γαλλία, οι άνθρωποι της γενιάς μου είδαν να θεσπίζεται και να γίνεται υπερτροφική η πέρα για πέρα κοσμική «γιορτή των νεκρών». Θυσιάζουν στους νεκρούς μια μέρα τον χρόνο, όπως ο Πολυκράτης έρριχνε το δαχτυλίδι του στη θάλασσα, για ν’ αποτρέψει τη μοίρα του. 
Λατρεία δίχως ελπίδα: η «μέρα των νεκρών» έχει καταποντίσει τη μέρα των «αγίων Πάντων». Ένα δαχτυλίδι στη θάλασσα, χρυσάνθεμα στον θάνατο. Εγώ, συνεχίζω να βασιλεύω.
Για να λησμονήσουν, εμπιστεύονται τη θεμελιακή λαχτάρα του ανθρώπου, τη δίψα του για την αιωνιότητα, στην κατανάλωση, στον ερωτισμό ή στην πολιτική. Εκθειάζουν τη ζωή, φωτογραφίζουν τη φιλενάδα τους γυμνή κι έγκυο, ρόδι με μοναδικό σπόρο. 
Αλλά το παιδί, που θα γεννηθεί, θα γεννηθεί για να πεθάνει. Κι αυτή η ζωή, δώθε απ’ τον θάνατο, είναι δαγκωμένη απ’ αυτόν. Γιατί ο φυσικός θάνατος ταυτόχρονα συμπυκνώνει – και μυστηριακά παρηγορεί – μια πνευματική κατάσταση, μια συγκεκριμένη κατάσταση της ύπαρξης: του χωρισμού και της αποτυχίας, της σκοτεινότητας και της υπνοβασίας. 
Η καρδιά είναι σκληρή και, μαζί, κομματιασμένη. 
Η διάνοια αντιστέκεται ή συγχέει. 
Εναλλάσσονται οι μύριες μαρμαρυγές της υπερηφάνειας και της απελπισίας.
Μπροστά στο στενό και βαθύ χαντάκι, το τσιμενταρισμένο, το τεχνικό, μέσα σ’ ένα μεγάλο παριζιάνικο νεκροταφείο, ο άνθρωπος ξεσπάει σε λυγμούς. Σα να μη τελειώνει το κατέβασμα του φερέτρου. 

Ύστερα από πέντε λεπτά αρχίζει την απασχόληση – η ταφή είναι κι αυτή μια απασχόληση – φλυαρεί, έχει ξεχάσει. Ο θάνατος είναι αυτή η μικρή ρωγμή, που γρήγορα κλείνει. 
Δεν υπάρχει πια τίποτα. Σαπίζουν όλα. 
Ο τρελλός του Νίτσε, αφού αποκρυπτογράφησε τον θάνατο του Θεού και το βασίλειο του μηδενός, καλεί σε ιερές τελετές. Θα είναι ανήκουστες, λέει. Είναι κι όλας, αν θυμηθούμε το πρώτο κομμάτι του εικοστού αιώνα: τα ολοκληρωτικά καθεστώτα είναι, επίσης, ατέλειωτες γιορτές. Κάθε αντίληψη του κόσμου, που δεν περικλείει τον θάνατο, δε μπορεί νάναι, παρά θανατηφόρα χίμαιρα. Χύνεται στον θάνατο των άλλων, ή στην εμβατηριακή ενορχήστρωση της υπνοβασίας. 
Ο καθένας ζει, σα να μπορούσε, μόνος αυτός, να ξεφύγει απ’ το θάνατο.
Ποιος προετοιμάζεται για μια όσο το δυνατό μεγαλύτερη διαφάνεια των γηρατειών; […]

Μου αρέσει, στη χριστιανική Ανατολή – που ασχολείται λίγο με τα σχήματα – αυτός ο σεβασμός, αυτός ο θαυμασμός στον γέρο. 
Ο άνθρωπος, που είναι αφιερωμένος στην πνευματική πορεία, οποιαδήποτε κι αν είναι η ηλικία του, ονομάζεται «γέροντας». 
Κι εδώ, η ομορφιά δεν διαχωρίζεται απ’ τη σοφία και την αγάπη. Ανεβαίνει από μέσα απ’ την καρδιά. 
Προσέξτε τους μοναχούς του Άθω ή της Μολδαβίας, όταν η ηλικία τούς απαλλάσσει από μια επιφύλαξη, που συχνά μας φαίνεται επιτηδευμένη, αλλ’ όμως αποτελεί το κουκούλι της χρυσαλλίδας. 
Τα χείλη λεπτύνονται κι εσωτερικοποιούνται. 
Το μέτωπο διαστέλλεται και λάμπει. Η λευκότητα των μαλλιών και των γενιών δίνει μαρτυρία για μια μεταμόρφωση.
Τα μάτια ξαναβρίσκουν τη ζωηρή έκπληξη της παιδικής ηλικίας. Αλλά με κάποια ποιότητα θαμπάδας κι απάθειας, πέρα από κάθε πάθος κι από κάθε φόβο. 
Το χέρι, ακόμα κι η σάρκα του, γίνεται στεγνό, ελαφρό, καθαρό, όπως το χέρι ενός πολύ νέου παιδιού. […]

Χρειάστηκε να γνωρίσω τη χριστιανική Ανατολή (όμως, τώρα ξέρω πως η Δύση, προπάντων στα μοναστήρια της, έχει και τα ανατολικά μυστικά της) για να ξανασυναντήσω κείνη τη πίστη στη συναίσθηση της ανάστασης. 
Κι ακόμα, να συναντήσω φωτισμένους γέροντες, που και μόνο η απλή παρουσία τους βοηθάει να ζει κανείς, να πεθαίνει και να μεταμορφώνεται με τον θάνατο. […]

(από το βιβλίο «Ο άλλος ήλιος», εκδ. Σποράς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: “Αντίφωνο“)
από ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ
π Παντελεήμων Kρούσκος

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Το τώρα του Θεού: Η Εκστατική Έσχατη Ώρα!:
"Προφητείες", απειλές και σενάρια καταστροφής του κόσμου

Δεκάδες άνθρωποι, γνωστοί μου, τις τελευταίες δεκαετίες, πέθαναν περιμένοντας πολέμους, καταστροφές, επιδρομές, τη Δευτέρα Παρουσία, το τέλος του κόσμου, κάποιο χάραγμα το ’82, το ’99, το 2000, το 2012 και πάει λέγοντας.
Δεν χάρηκαν τη ζωή τους με τρόπο ουσιαστικό, δεν έζησαν την κάθε τους μέρα με απλότητα ενώπιον του Χριστού, παρά έτρεμαν και προσδοκούσαν φοβισμένα κι άρρωστα κάτι που τελικά δεν έγινε.


Μιλάμε για προφητείες, απειλές και σενάρια καταστροφής.
Από το 1983 τα θυμάμαι εγώ, τότε που ήμουν παιδί, στο γυμνάσιο.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που κράταγα τη λαμπάδα της Ανάστασης, κι αντί να χαρώ σαν παιδί την Ανάσταση και τη Ζωή, σκεφτόμουν φοβισμένος αυτό που είχε πρόσφατα προφητέψει ο τάδε γνωστός ή άγνωστος κι αόρατος αγιορείτης, ή άλλος πνευματικός άνθρωπος, ή το ημερολόγιο των Μάγια, των Ίνκας, του Νοστράδαμου και άλλων παρόμοιων, ότι 
"μετά το Πάσχα, ετοιμαστείτε, θα γίνει πόλεμος", 
"θα συγκρουστούμε με πλανήτες, κομήτες και άλλα πετούμενα"!
Οράματα, θαύματα, αποκαλύψεις, αγγελοφάνειες κλπ, ήταν το φόντο όλων αυτών των καταστάσεων, που έρχονταν να τις κάνουν πιο ισχυρές, και να δώσουν κύρος αδιαμφισβήτητο.
Άντε να τολμήσεις να πεις ότι όλα αυτά δεν στέκουν ή είναι πλάνη ή είναι γέννημα αρρωστημένων μυαλών! Θα σε θεωρούσαν αυτόματα αιρετικό και πλανεμένο.
Και εννοείται ότι, κανείς απ’ αυτούς που τρομοκράτησαν τόσο και τόσο κόσμο με απειλές και υποσχέσεις προφητικές, δεν ζήτησε μετά την πανηγυρική του διάψευση δημοσίως συγγνώμη.
Κανείς απ’ αυτούς τους ανθρώπους που έλεγαν 
"αυτό είναι το τελευταίο μας ειρηνικό Πάσχα", 
"έρχεται πόλεμος", 
"μαζέψτε κονσέρβες", 
"αγοράστε κανα οικοπεδάκι να έχετε καμία κοτούλα" κλπ κλπ άπειρα, δεν κρίθηκε, δεν απολογήθηκε, δεν υπέστη συνέπειες.
Κανείς!!!

Γιατί όλα αυτά;
Διότι ο άνθρωπος αρέσκεται στις ελπίδες της επιφάνειας, που δεν αγγίζουν τις βαθιές χορδές και πτυχές της ψυχής του.
Θέλει σώνει και καλά στην εποχή του να γίνουν μεγάλα και τρομερά πράγματα, και μαζί με το δικό του βιολογικό τέλος να σημάνει και το τέλος του σύμπαντος.

"Πεθαίνω εγώ, πεθαίνει ο κόσμος όλος".
Αυτό που κυκλοφορεί υποσυνείδητα στα έγκατα του ψυχισμού μου είναι αυτή η έννοια: "Ο κόσμος υπάρχει όσο υπάρχω εγώ".
Δεν μπορεί να χωνέψει ότι 

"ναι, κι εγώ θα πεθάνω, όπως τόσοι και τόσοι πέθαναν και πεθαίνουν, και η ζωή θα συνεχιστεί κανονικά, και θα υπάρχει μέλλον και συνέχεια για πολλές γενιές ακόμα. Χωρίς εμένα!! Το δέχομαι ταπεινά, μπαίνω στην ουρά, χαίρομαι τη ζωή μου όσο πάει ακόμα, και μετά θα παραδοθώ κι εγώ όπως οι πρόγονοί μου. Στη γη σωματικά, και στο Θεό ψυχικά".
Μια φορά, γύρω στο 2000, κάποιος πολύ θερμόαιμος με όλα αυτά τα θέματα με είχε τρομοκρατήσει πάλι, για το επερχόμενο τέλος, για καταστροφές και για το χάραγμα, και για κάθε λογής συμφορά.
Όμως ο ίδιος εκείνο ακριβώς τον καιρό, παραδόξως, έχτιζε σπίτι αρκετών εκατομμυρίων!!
Τη μισή μέρα την πέρναγε στα τηλέφωνα μιλώντας για απειλές πολέμων και παρόμοια σενάρια τρόμου, και την άλλη μισή μέρα έψαχνε μάρμαρα Πεντέλης για το μπάνιο, και φανταχτερούς πολυέλεους για το σαλόνι. 
Εκεί άρχισα κάπου να ψιλιάζομαι ότι κάτι δεν πάει καλά σε όλη αυτή την ιστορία, την αντιφατικότητα και σχιζοφρένεια που κρύβεται πίσω απ’ αυτές τις "αγωνίες".

Συμπέρασμα δικό μου, μα όχι υποχρεωτικά και δικό σου:
Ας χαρούμε την κάθε μέρα.
✙ Ας είμαστε έτοιμοι να φύγουμε, αν θέλει ο Θεός την κάθε μέρα.
Ακόμα και σήμερα.
✙ Με ευγνωμοσύνη για το τώρα, απολαμβάνοντας τον άρτον ημών τον επιούσιον.
✙ Προσευχή, εκκλησιαστική ζωή εσωτερικής καλλιέργειας και οχι διασπαστικής εξωστρέφειας.
✙ Ταπείνωση, αγάπη, ένωση με το Χριστό δια των Μυστηρίων Του.

Νομίζω αυτά τα κλειδιά μάς άφησε ο Χριστός.

Και είναι αρκετά.
Κι όταν γίνει ό,τι γίνει, (δεν λέμε ότι δεν θα γίνει ό,τι είπε ο Χριστός), όποια κι αν είναι αυτή η στιγμή, θα κάνω ό,τι καλύτερο και φωτισμένο μπορώ, ζώντας μέσα στην κοινωνία και την Εκκλησία του Χριστού.
Για μένα, και για όσους αγαπώ.

π. Ανδρέας Κονάνος
ekklisiaonline

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

«Σήμερα, θέλω να κάνω αυτή την προσευχή...

... και να λέω μέσα μου διαρκώς
αυτά τα λόγια:

Στηρίζομαι στην αγάπη του Θεού.
Στηρίζομαι στην αγάπη του Θεού.

Κάθε μια λέξη θέλω να την καταλάβω.
Στηρίζομαι στην αγάπη του Θεού.
Σ’ αυτή την αγάπη εμπιστεύομαι τον εαυτό μου
και όλα τα θέματά μου.

Προσωπικά, οικογενειακά,
συναισθηματικά,
υγείας, οικονομικά, τα πάντα.

Σ΄αυτή την αγάπη αφήνω κι όσους αγαπώ,
και ηρεμώ.
Συγγενείς, φίλους, παιδιά,
σκυλιά, γατιά, όλους.

Μέσα στην αγκαλιά του Θεού
ακουμπώ το παρόν και το μέλλον μου.
Πιστεύω στη δύναμή Σου, Θεέ μου.
Πιστεύω στη σοφία Σου.

Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη της καρδιάς Σου,
παρόλη τη συχνή σκληρότητα
των τρόπων Σου.

Στο ‘χω πει – όλοι στο ‘χουμε πει
και στο λέμε συνέχεια-
πως μας πονάς πολύ,
Κύριε.

Μα όλα γίνονται για έναν άγιο σκοπό.
Όταν η πίστη είναι μέσα μου ζωντανή,
πιστεύω ότι κάτι όμορφο θα βγει στο τέλος.

Μέσα από πόνο και δάκρυα,
με κύματα άγρια,
και ψύχος πολικό
ή καύσωνα και έρημο Σαβάνας.

Και προσδοκώ
ανάσταση νεκρών ελπίδων,
ονείρων και καημών,
και πόθων που μαράθηκαν.
Και βαδίζω μέσα στο Φως Σου.

Έστω με πατερίτσες.
Γιατί κι αυτές μπροστά Σου,

Κύριε,
φωσφορίζουν,
και στάζουν
στην καρδιά μου
ελπίδα.
Αμήν.»

Ο κύκλος του Χριστού

Φαντάσου:
ούτε ένας παπάς
της εποχής εκείνης,
δεν ήταν φίλος
του Χριστού,
και δεν περπάταγε
μαζί Του!...

Οι μαθητές του Χριστού, εκείνο τον καιρό, ήταν μια απλή ομάδα ανθρώπων που δεν έλεγε κάτι σε κανέναν, δεν ήταν τίποτα ραβίνοι ή ιερείς. 
Εμείς τώρα τους τιμούμε κλπ, μα τότε, ήταν η απλή παρέα του Χριστού. Ασημαντότητες. Ψαράδες.
Αν ζούσε σήμερα ο Χριστός, και περπατούσε ανάμεσά μας, το πιθανότερο να έτρεχα κοντά Του, νομίζοντας πως το δικαιούμαι και θα με δεχτεί στους κοντινούς και κολλητούς Του.
Και θα το πάθαινα το ελαφρύ εγκεφαλικό μου, αν Τον έβλεπα να μιλάει με άτομα άσχετα με μένα, με παιδιά των Εξαρχείων, παιδιά από συναυλίες, αλητείες, νυχτερινή ζωή, ναρκωτικά, ουσίες, χαλκάδες, μαλλιάδες, με σκουλαρίκια και τατουάζ.
Και θα ‘σπρωχνα να περάσω να χωθώ μπροστά, να βρω τη θέση που μου αξίζει.
Και θα με κοίταγε και μένα ο Χριστός και θα μου έλεγε "Αντρίκο μου, τι θες εσύ εδώ;.. Για πού το ‘βαλες παλικάρι μου; Γιατί τόση βιασύνη και άγχος; Και γιατί σπρώχνεις τους φίλους και τις φίλες μου;…"

Και δεν θα ‘ξερα τι να πω, μόνο θα απορούσα που κι ο ίδιος ο Θεός δεν καταλαβαίνει την αξία μου και το ποιος είμαι εγώ.
Και γενικώς, μια απογοήτευση θα μου ‘μενε, μια αναστάτωση, ένα άγχος και μια σύγχυση, και πολλές απορίες:

Ποιος είναι Αυτός τελικά, πώς σκέφτεται έτσι παράξενα και αρκετά άδικα, τι είναι το πρώτο και το δεύτερο στα μάτια Του, τι μετρά και τι αξίζει.
Και ποια η σχέση μου με την Αλήθεια, με το Χριστό;

Και ποιο το παραμύθι που κατάντησα να ζω στο Όνομά Του, ένα ψέμμα αυτοδικαίωσης, μια γλυκιά αυτοϊκανοποίηση ότι πάω καλά, ότι τα ξέρω όλα, ότι εγώ το πιθανότερο θα πάω στον Παράδεισο και θα σωθώ, ότι όλοι γύρω μου βαδίζουνε στην Κόλαση, ενώ εγώ ο Ορθόδοξος ξέρω πολύ καλά τα πάντα, το παρόν, και το μέλλον το δικό μου και του κόσμου όλου!

Και θα ανέβαινα στο διαμέρισμά μου θυμωμένος, μιας και δεν θα μπορούσα να χαρώ μαζί με την αντισυμβατική χαρά του Χριστού που έκανε παρέα με τόσους άσχετους ανθρώπους, που δεν μυρίζανε καθόλου λιβάνι.

Και θα κοίταζα το Χριστό ενοχλημένος και με ζήλεια, απ’ το μπαλκόνι, να συνεχίζει να βαδίζει με την αγνή αλητοπαρέα Του.
Και εντύπωση θα μου ‘κανε πολύ ότι τα μάτια όλων γύρω Του έλαμπαν.

Κι ότι οι ναρκωμένοι και χαπακωμένοι ξαστερώσαν στα μυαλά τους, και έβγαζαν σπίθες ευτυχίας και γαλήνης απ’ τα μάτια τους, και κάποιοι ήταν κιόλας δακρυσμένοι.

Δίπλα σ’ Αυτόν.
Που δεν έκρινε κανέναν, δεν μάλωνε,
δεν απειλούσε, δεν τιμωρούσε,
δεν απαιτούσε, δεν έπνιγε.

Μόνο έδινε οξυγόνο και χαρά, κι αγάπη.
Αγάπη και αποδοχή. Αγάπη και αλήθεια.

Και απέραντη ειλικρίνεια. Χωρίς να ζητά λεφτά.
Χωρίς να ζητά οπαδούς, να γραφτούν,
να γίνουν μέλη μιας παράταξης, μιας οργάνωσης,
μιας κλίκας ή ενός συστήματος.

Όλα χύμα με το Χριστό.
Περπάτημα στο δρόμο κι όπου βγει,
στάση σ’ ένα πάρκο,
κουβέντα όπως προκύψει,
όλα αυθόρμητα, φυσικά,
πηγαία, απρογραμμάτιστα.

Ένα χάος γαλήνιο.
Μια ακαταστασία αρμονική.
Μια ασυνταξία σκέτη ποίηση.

Ένας Θεός όλος γλύκα.
Κι εγώ να ματώνω στα κουτάκια μου.
Να λιώνω στη χρυσή μου φυλακή.

Να πνίγομαι στις αναθυμιάσεις του λιβανωτού μου.
Να χάνω τη φρεσκάδα του Χριστού μου.
Πώς γίναμε έτσι…

π. Ανδρέας Κονάνος

Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Οι άγιες 40 Παρθενομάρτυρες με τα σπάνια ονόματα


Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διώνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω και Χαρίκλεια 
Πολλές γυναίκες γιορτάζουν σήμερα, αλλά δεν το γνωρίζουν…
☦☦☦☦☦☦☦

Οι Άγιες αυτές γυναίκες έζησαν την εποχή του βασιλέως Λικινίου στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο ηγεμών της περιοχής Βάβδος (περί το 305 μ.Χ.) τις συνέλαβε ως χριστιανές και τις προέτρεπε να προσκυνήσουν τα είδωλα. 
Η Κελσίνα, μία εξ αυτών και η πρώτη της πόλεως, μετά τη θαρραλέα ομολογία της πίστεώς της τις εσύναξε όλες στην οικία της μαζί με τον διδάσκαλό τους, διάκονο Άγιο Αμμούν, για να ενισχυθούν προς το μαρτύριο. 
Ο Αμμούν πήρε το χαρτί με τα ονόματά τους και τα διάβασε δυνατά ένα-ένα. 
Ύστερα είπε: «Αγωνισθήτε υπέρ του Χριστού δια του μαρτυρίου, διότι έτσι θα καθίσει και ο Δεσπότης Χριστός στην πύλη της ουρανίου βασιλείας και θα σας προσκαλεί μία-μία κατ’ όνομα, για να σας αποδώσει τον στέφανο της αιωνίου ζωής».

Όταν και πάλι τις ανέκρινε ο ηγεμών, ομολόγησαν όλες σταθερά την πίστη τους. Με την προσευχή τους συνέτριψαν τα είδωλα και ο ιερεύς των ειδώλων ανυψώθηκε στον αέρα, μέχρις ότου, βασανιζόμενος από πύρινους αγγέλους, έπεσε νεκρός στη γη. 
Τότε ο Βάβδος πρόσταξε να κρεμάσουν τον Άγιο Αμμούν, να του ξύσουν τις πλευρές, να κάψουν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και να του φορέσουν στο κεφάλι χάλκινη πυρακτωμένη περικεφαλαία.

Επειδή ο Άγιος διαφυλάχθηκε αβλαβής από τα μαρτύρια, οδηγήθηκε μαζί με τις μαθήτριές του από τη Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγορά της Βουλγαρίας) στην Ηράκλεια, στον βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ οδόν εμφανίσθηκε ο Κύριος και τους ενεθάρρυνε. 
Φθάνοντας στην πόλη πήγαν στον τόπο, όπου είχαν κατατεθεί τα τίμια λείψανα της Αγίας μάρτυρος Γλυκερίας (βλέπε 13 Μαΐου). Ενώ διανυκτέρευαν εκεί προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε η Αγία λέγοντας: «Καλώς ήλθατε, άγιες δούλες του Θεού! Προ πολλού περίμενα την λαμπρή εν Χριστώ συνοδεία σας, για να χορεύσωμε στεφανωμένες όλες μαζί με τους αγίους αγγέλους στην βασιλεία του Χριστού, τον οποίο μέχρις αίματος ομολογήσαμε».

Στην Ηράκλεια τους έριξαν στα θηρία. Οι άγιες γυναίκες μαζί με τον διδάσκαλό τους προσευχήθηκαν όρθιες με υψωμένα τα χέρια, τα δε θηρία κατελήφθησαν από ύπνο και δεν τους άγγιξαν. 
Την ώρα που οι στρατιώτες άναβαν φωτιά για να τις ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στον ασεβή Λικίνιο την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τη νίκη του χριστιανισμού και την κατάργηση της ειδωλολατρίας. 
Κατόπιν σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού και δέκα από αυτές πήδησαν αγαλλόμενες μέσα στις φλόγες υμνώντας τον Θεό, ο οποίος εδρόσισε το πυρ. Έτσι, αυτές μεν ετελειώθησαν εν ειρήνη στην πυρά, οκτώ δε αποκεφαλίστηκαν μαζί με τον διδάσκαλό τους Αμμούν. Από τις υπόλοιπες οι δήμιοι άλλες κατέσφαξαν και σε άλλες έβαλαν στο στόμα πυρακτωμένα σίδερα.

Τα ονόματά τους έχουν διασωθεί στο αρχαίο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) και είναι: Λαυρεντία η διάκονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (η Θεόκλεια), Δωροθέα, Ευτυχιανή, Θέκλα, Αρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Ευλαλία (η Ευθυμία), Λαμπροτάτη, Ευφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ακυλίνα, Θεοδούλη, Απλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παύλα, Ιουλιάνα, Αμπλιανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (η Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Αγαθονίκη, Ιούστα, Ειρήνη, Ματρώνα (η Αγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Άννα (η Ανθούσα).

Ωστόσο, στην ασματική Ακολουθία και σε νεότερους Συναξαριστές απαντούν τα εξής ονόματα: Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διώνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω και Χαρίκλεια 

(βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, Εορτολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αποστολική Διακονία, εκδ. Δ , 1997, σελ. 23 υποσ.).


περισσότερα εδώ: 

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης,
ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει: 
«Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν ρῆμα πονηρὸν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν». 
Ὁ δὲ Λουκᾶς προσθέτει: 
«Μακάριοί ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου˙ χαίρετε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε˙ ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ˙ κατὰ ταῦτα γὰρ ἐποίουν τοὺς Προφήτας οἱ πατέρες αὐτῶν. Οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι. Κατὰ τὰ αὐτὰ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν».

Εἰς τὸν ἕβδομον μακαρισμὸν εἴδομεν τί πρέπει νὰ κάμνωμεν πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, εἰς τὸν ὄγδοον ὅμως τοῦτον μακαρισμὸν διδασκόμεθα τί πρέπει νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ πῶς νὰ δεχώμεθα αὐτούς. 

Καὶ συγκεκριμένως. 
Ὁ κόσμος μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοινωνικὴν ὑπόληψιν δι' οἱουδήποτε μέσου. 
Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διωγμοὺς χάριν τοῦ ὀνόματός Του. 
Καὶ ποίους διωγμούς! Διωγμούς, οἱ ὁποῖοι ἀφῄρεσαν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον διὰ τῆς πείνης, τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ τὴν ἐλευθερίαν, τὸ θεῖον τοῦτο δῶρον, διὰ τῆς φυλακῆς, διωγμοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο μόνον οἱ διώκοντες, ἀλλὰ ἤθελον νὰ φθάσωσι μέχρι τῆς ψυχῆς τῶν πιστῶν διὰ τοῦ ὀνειδισμοῦ. 
Διὰ τοῦτο θὰ περιμένωμεν τὰς διαφόρους εἰρωνείας, συκοφαντίας, περιφρονήσεις ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τῆς ἁμαρτίας. 
Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερον κεντρὶ τοῦ διωγμοῦ δὲν εἶναι τὸ ὅτι οἱ διώκοντες ἡμᾶς θὰ πλήξωσι τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν μας, ἀλλὰ θὰ πράξωσιν αὐτὸ «ἕνεκεν δικαιοσύνης» ἡμῶν, διότι εἴμεθα ἐνάρετοι καὶ οἱ διῶκται θὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν ἀρετήν, τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς κατηγοροῦν.

Ἄνθρωποι δηλ. οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι βουτηγμένοι μέσα εἰς τὴν κτηνωδίαν καὶ ἀποφασισμένοι νὰ μὴ ἐξέλθουν ἀπὸ ἐκεῖ, θὰ εὐχαριστῶνται νὰ μᾶς καταξεσχίζουν τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν, διότι ἠθελήσαμεν διὰ τοῦ λόγου καὶ τοῦ βίου μας νὰ τοὺς βγάλωμεν ἀπὸ τὸν βοῦρκον τῆς ἁμαρτίας των! 
Ἄνθρωποι—χοῖροι κυλιόμενοι εἰς τὸν βοῦρκον τῆς ἁμαρτίας θὰ μᾶς εὑρίσκουν ἀκαθάρτους! Κτήνη καὶ ἰδίως ὅσοι μὴ ἔχοντες κόκκον λογικῆς, θὰ μᾶς κατηγορήσουν ὡς ἠλιθίους! 
Κόρακες, οἱ ὁποῖοι τρώγουσι κάθε θνησιμαῖον, θὰ μᾶς κατηγορήσωσιν ὅτι ἀναμασῶμεν πράγματα σάπια καὶ ἀπηρχαιωμένα! 
Τράγοι πλήρεις κακοσμίας θὰ μᾶς ἀποφεύγωσι, διότι ἡ παρουσία μας εἶναι δι' αὐτοὺς βρομιά! Ἔκλυτοι θὰ μᾶς κατηγορήσουν ὡς σκανδαλίζοντας τὴν ἠθικὴν δημοσίᾳ! Λησταὶ καὶ διαρρῆκται θὰ καταγγείλωσιν ἡμᾶς ὡς κλέπτας!

Ὁ Κύριος μέσα εἰς τοὺς μεγάλους τούτους διωγμοὺς διατάσσει τὸ ἑξῆς: «Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς». 
Ἡ χαρὰ εἶναι ἐσωτερικὸν φαινόμενον. Ἡ ἀγαλλίασις ἐξωτερικὴ ἐκδήλωσις τῆς χαρᾶς. Ἡ ἀμοιβὴ τῶν ὑπομενόντων τοὺς διωγμοὺς τούτους εἶναι μεγίστη. 
Χαρὰ ἐδῶ καὶ ἀγαλλίασις, μισθὸς πολὺς ἐκεῖ! 
ὕβρις τῶν κακῶν κάμνει περισσότερον ἱεροὺς τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἡ λάσπη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτοξεύσουν οἱ ἀκάθαρτοι, θὰ εἶναι δεῖγμα τῆς καθαρότητος αὐτῶν. 
Καὶ πράγματι! Πόσην διαφορὰν ἔχει ἡ εὐτυχία τοῦ Χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος μέσα εἰς τὰς θλίψεις καὶ τοὺς διωγμοὺς εὑρίσκει ὄχι μόνον χαρὰν, ἀλλὰ καὶ ἀγαλλίασιν, ἐνῶ ὁ κοσμικὸς εὐτυχὴς εὑρίσκει χαρὰν μόνον εἰς τὴν χαράν! 
Καὶ καλύτερον. 
Ὁ Χριστιανὸς εὑρίσκει τὴν χαρὰν ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν χαρὰν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν λύπην, ὥστε ἀπὸ τὴν βαθεῖαν λύπην νὰ ἐξέρχεται ξελαμπικαρισμένη ἡ χαρά. Τοὐναντίον ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος ἐξάγει λύπην ὄχι μόνον ἀπὸ τὰς λύπας τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἀπὸ πολλὰς χαρὰς λόγῳ τῶν κακιῶν του.

Ὄχι μόνον ἐδῶ αἰσθάνονται τὴν χαρὰν ταύτην οἱ πιστοί, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Τόση πρέπει νὰ εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ πιστοῦ ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς χάριν τοῦ Χριστοῦ, ὥστε οὗτοι πρέπει νὰ θεωροῦσι τοὺς διωγμοὺς ἰδιαιτέραν καὶ ἀνωτέραν δωρεὰν τοῦ Χριστοῦ πρὸς αὐτούς. 
«Μεταξὺ τῶν τόσων δωρεῶν, τὰς ὁποίας παραχωρεῖ ὁ Χριστὸς εἰς τοὺς φίλους του», λέγει κάποιος μεγάλος Χριστιανός, «ἡ μεγίστη δωρεὰ εἶναι νὰ νικήσῃ τις τὸν ἑαυτόν του καὶ νὰ ὑπομείνῃ μὲ χαρὰν τοὺς διωγμούς, τὰς ὕβρεις, τὰς συκοφαντίας, τοὺς ἐμπαιγμούς, τοὺς βασανισμοὺς τῶν ἄλλων, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: 
Αἱ ἄλλαι δωρεαὶ τοῦ Θεοῦ πλὴν τῶν θλίψεων δὲν μᾶς στολίζουν τόσον, διότι δὲν εἶναι ἰδικαί μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. 
Αἱ θλίψεις ὅμως, οἱ ἐμπαιγμοὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἰδικαί μας καὶ δύνανται νὰ μᾶς δοξάσωσι περισσότερον τῶν ἄλλων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ».
Καὶ ἂν φονευθῶσιν οἱ πιστοὶ οὗτοι ἄνθρωποι δὲν θὰ σιωπήσωσι, διότι ἡ φωνή των πολλαπλασιαζομένη μὲ τὸν ἀντίλαλον τοῦ βαράθρου τοῦ θανάτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκρημνίσθησαν, θὰ ἀντηχῇ εἰς ὅλας τὰς γλώσσας καὶ εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας.

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

«Μακάριοι οἱ Πεινῶντες και διψῶντες την δικαιοσύνην,
ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται»

(Ματθ. Ε΄. 6)
Τέταρτος Μακαρισμός: Οἱ πεινῶντες τὴν δικαιοσύνην.

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται»
καὶ κατὰ τὸν Λουκᾶν «Μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε». 
Ὁ κόσμος θεωρεῖ εὐτυχεῖς ἐκείνους, oἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν τάξει νομικῶς καὶ κοινωνικῶς ἤτοι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν φυλακὴν ὡς παραβάται τῶν ἐπιγείων νόμων ἢ εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντι τῶν κοινωνικῶν ἐθιμοτυπιῶν. 
Ὁ Κύριος ὅμως μακαρίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πεινοῦν καὶ διψοῦν τὴν δικαιοσύνην.

«Δικαιοσύνη» εἶναι ἡ θεία δικαιοσύνη, ὁ θεῖος νόμος. «Δικαιοσύνη ἐστι πᾶσα ἀρετὴ» ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. «Πεῖνα καὶ δίψα» τῆς δικαιοσύνης ταύτης εἶναι ἡ βαθεῖα ἐπιθυμία, ὁ μεγάλος πόθος τῆς ἐφαρμογῆς ὁλοκλήρου τοῦ θείου νόμου. 
Διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπιγείων νόμων καὶ τῶν κοινωνικῶν ἐθιμοτυπιῶν μάρτυρες καὶ δικασταὶ εἶναι oἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἐπίγεια δικαστήρια. 
Μάρτυς ὅμως καὶ δικαστὴς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς θείας δικαιοσύνης, ὁλοκλήρου τοῦ θείου νόμου εἶναι ἡ συνείδησις ἑκάστου καὶ ὁ Θεός.

Εὐτυχής, μακάριος εἶναι πράγματι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φροντίζει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν θεῖον τοῦτον νόμον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. 
Οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι ἐπιζητοῦσι τὴν εὐτυχίαν των εἰς πολλὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ὀλίγα πνευματικὰ ἀγαθά, εἰς ὀλίγας ψυχικὰς ἀρετάς. 
Διὰ τοῦτο οὗτοι βλέπουσι ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ τοὺς λείπουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν. Βλέπουν ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν. 
Οἱ ἀγαπῶντες ὅμως τὴν θείαν δικαιοσύνην ἔχουν ἀντίθετον νοοτροπίαν. Βλέπουν ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, βλέπουν ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ δὲν ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν. 
Ποῖοι ἐκ τῶν δύο εἶναι εὐτυχεῖς; 
Ἀπαντῶ. 
Οἱ κοσμικοί, βλέποντες ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ τοὺς λείπουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν, εὑρίσκονται πάντοτε ἐν ταραχῇ, διότι ὁσαδήποτε ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ἂν ἀποκτήσουν πάντοτε κάτι θὰ τοὺς λείπῃ. 
Βλέποντες οἱ ἴδιοι ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, εὑρίσκονται πάντοτε εἰς πνευματικὴν στασιμότητα. Ἑπομένως οἱ ζητοῦντες τὴν ἐξωτερικὴν δικαιοσύνην νομικὴν καὶ κοινωνικὴν μόνον, ἔχουσι διαρκῶς ἀνησυχίαν καὶ στασιμότητα. 

Τοὐναντίον ὅμως συμβαίνει εἰς τοὺς ζητοῦντας τὴν θείαν δικαιοσύνην. 
Οὗτοι βλέποντες ποῖα ὑλικὰ ἀγαθὰ ἔχουσι καὶ ὄχι ποῖα τοὺς λείπουν, εἶναι ἤρεμοι καὶ εὐγνώμονες. 
Βλέποντες δὲ ποῖα πνευματικὰ ἀγαθὰ δὲν ἔχουν καὶ ὄχι ποῖα ἔχουν εἶναι ταπεινόφρονες καὶ προοδευτικοί. 
Οὗτοι καὶ ἂν δὲν φθάσωσιν εἰς τὸ ἰδανικὸν καὶ τέλειον ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως τῆς ἐπιδιώξεώς των καὶ πάλιν λαχταροῦντες τὸ τέλειον εἶναι εὐτυχεῖς μέσα εἰς τὴν πεῖναν καὶ τὴν δίψαν τοῦ τελείου τῆς θείας ταύτης δικαιοσύνης, τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς.

Ἰδοὺ ἡ εὐτυχία τῶν ἀγαπώντων καὶ διψώντων τὴν θείαν δικαιοσύνην, εἶναι ἡ ἠρεμία εἰς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα τοὺς λείπουν, ἡ εὐγνωμοσύνη δι' ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουν, ἡ πρόοδος καὶ ταπείνωσις διὰ τὰ πνευματικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα στεροῦνται. 
Οἱ ἀρκούμενοι ὅμως εἰς τὴν ἐξωτερικὴν δικαιοσύνην, τὴν νομικὴν καὶ κοινωνικὴν εἶναι δυστυχεῖς, διότι εἶναι ἀνήσυχοι ὡς εἴδομεν ἀνωτέρω καὶ στάσιμοι.