Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»!

Ο άρχων του κόσμου τούτου είναι ο Μαμωνάς. Αυτός έχει καταλύψει με τις φτερούγες του τον κόσμο. Το σιχαμερό είδωλό του προσκυνιέται απ΄ όλους τους ανθρώπους, ακόμα κι΄ από κείνους που φαίνεται πως προσκυνάνε άλλα είδωλα. Ναι! Γιατί όλα τα είδωλα, στο βάθος παριστάνουνε τον Μαμωνά, κι΄ όλων των ειδών οι ειδωλολάτρες, αυτόν λατρεύουνε. 

Τα είδωλα της ματαιοδοξίας, της περηφάνειας, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της αιματοχυσίας, όλα δορυφορούνε το μεγάλο είδωλο του Μαμωνά, του αρχισατανά, του Παρά, που κυβερνά τα πάντα. 
Όλα αυτά τα σιχαμερά είδωλα θρέφουνται απ΄ αυτόν τον μέγαν εξουσιαστή, που τον έβαλε ο Χριστός αντίμαχο στον Θεό, λέγοντας πως ο άνθρωπος έναν από τους δυο μπορεί να λατρεύη, ή τον Θεό, ή τον Μαμωνά. 
Λοιπόν, αυτός σήμερα είναι ο βασιλέας της οικουμένης, κ΄ οι υποταχτικοί του, τα καταχθόνια πνεύματα, δουλεύουνε κάτω από τις προσταγές του, και μπαίνουνε στα μυαλά και στις καρδιές των ανθρώπων, και τους κάνουνε τρελλούς. Κι΄ αυτή η παραφροσύνη, σαν να είναι πια η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, τόσο, που να περνά για αφύσικο τέρας κανένας άνθρωπος που έχει ακόμα μέσα του τη βλογημένη φρονιμάδα και σεμνότητα με την οποία μας στόλισε ο Δημιουργός και που ανάβει στην ψυχή του το μυστικό καντήλι της συνέσεως. «Ο άνθρωπος, λέγει ο Δαυϊδ, ενώ πλάσθηκε τιμημένος, δεν το κατάλαβε. Ανακατεύθηκε με τα ζώα τα άλογα, κ΄ έγινε σαν και κείνα»: «Άνθρωπος, εν τιμή, ων, ου συνήκε. Παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις, και ομοιώθη αυτοίς». Αντί να κρύβονται από ντροπή, καυχιούνται για τις ανοησίες που κάνουνε αυτοί οι δαιμονισμένοι από το δαιμόνιο του Μαμωνά.

Πολλοί απ΄ αυτούς, σαν χορτάσουνε κολυμπώντας στα πετρέλαια και στις μπενζίνες, αλλάζουνε τα μαμωνάδικα παιχνίδια τους, κ΄ επιδίνουνται στο να μαζεύουνε ακριβά πετράδια, αρχαία δακτυλίδια και μονέδες, παλιά βιβλία και έργα της τέχνης. Μα πάντα πίσω απ΄ αυτά δεν υπάρχει καμμιά αγάπη, ούτε και η ψεύτικη αγάπη του λεγόμενου φιλότεχνου, αλλά πάντα ο πολυλατρεμένος Μαμωνάς. 
Προχθές διάβασα πως κάποιος αφέντης του παρά, ένας Έλληνας, που έχει πολλά παπόρια, αγόρασε μια ζωγραφιά, και την πλήρωσε με τόσα εκατομμύρια, όσα θα γλυτώνανε από τη μαύρη δυστυχία χωριά ολόκληρα με πεινασμένους ανθρώπους. Αυτή η ζωγραφιά ήτανε έργο ενός φημισμένου ζωγράφου που τον λέγανε Γκογκέν, και που ήτανε φραντσέζος, κ΄ έζησε μιαν ελεεινή ζωή, ως που στο τέλος πέθανε σ΄ ένα νησί του Ωκεανού, στο Ταϊτί, σαν σκύλος ψωριασμένος. 
Τότε, κανένας από τους τέτοιους ανόητους, δεν πλήρωνε πεντάρα για τα έργα του Γκογκέν, και για τον ίδιον, γιατί δεν είχε δώσει το σύνθημα η μυστική καμόρρα που διευθύνει αυτά τα πράγματα, και που βαφτίζει αριστουργήματα όσα έργα θέλει, ας είναι και τιποτένια. 
Τώρα όμως, αφού πέθανε στη ψάθα του Ταϊτί ο Γκογκέν, οι τέτοιοι καταχθόνιοι ψεύτες δώσανε το πιστοποιητικό πως τα έργα του είναι αριστουργήματα, για να τα πουλήσουνε στους μαμωνάδες και να τα φάνε. Κι΄ ο μέγας φιλότεχνος, αγόρασε ένα, το πιο ακριβό, κ΄ ίσως το χειρότερο, και γράψανε οι εφημερίδες, και ξακούσθηκε στην οικουμένη. 
Μάλιστα, μαζί με το αριστούργημα, πουλήθηκε κ΄ ένα γράμμα από κείνα που είχε γραμμένα ο ζωγράφος από το Ταϊτί, κλαιγόμενος για την φτώχια του, κι΄ αυτό το πεινασμένο γράμμα πουλήθηκε για χίλιες λίρες! Χαίρε βάθος αμέτρητον! Λοιπόν δεν είναι τρελλή η ανθρωπότητα; 
Κ΄ εμείς, οι λίγοι που δεν φθάσαμε σ΄ αυτή τη θαυμάσια κ΄ ένδοξη πνευματική κατάσταση, ήμαστε, για τους τέτοιους, κάποια απολιθώματα που απομείναμε μέσα στην εξέλιξη της σημερινής ζωής, είμαστε οι τρελλοί γι΄ αυτούς τους τρελλούς.

Αυτό μου θυμίζει το παρακάτω παραμύθι, που έχει βαθύ νόημα: 
Μια φορά ήτανε ένας σουλτάνος, άνθρωπος γνωστικός και καλός, που αγαπούσε σαν πατέρας τον κόσμο πούχε στην εξουσία του. Είχε κι΄ έναν βεζίρη, σοφόν άνθρωπο, αστρολόγο, και δεν έκανε τίποτα ο σουλτάνος δίχως να πάρη τη γνώμη του. Μια μέρα, λέγει ο βεζίρης στον σουλτάνο: 
«Πολυχρονεμένε σουλτάνε, σε δυο-τρεις μήνες ο Αλλάχ θα βρέξη ένα τρελλό νερό, και πρέπει να το γνωρίζης, για να κάνης το χρέος σου από τώρα». 
«Και τι είν΄ αυτό το τρελλό νερό βεζίρ εφέντη;» τον ρώτησε ο σουλτάνος. «Αυτό το νερό, αποκρίθηκε ο βεζίρης, λέγεται τρελλό νερό, επειδή όποιος το πιη, ή άνθρωπος ή ζωντανό, θα τρελλαίνεται, και θα κάνη πράγματα παλαβά κι΄ ανάποδα απ΄ ό,τι δείχνει στον άνθρωπο η φρονιμάδα που τούδωσε ο Θεός, κ΄ έτσι θα πέση στον κόσμο μεγάλη ταραχή και δυστυχία. Κ΄ εμείς οι άρχοντές του, δεν θα μπορέσουμε πια να τον κυβερνήσουμε, γιατί μηδέ ο Αλλάχ δεν μπορεί να κυβερνήση τρελλούς ανθρώπους». «Το λοιπόν, τι θα κάνουμε, βεζίρ-εφέντη;» 
«Είναι ανάγκη πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, να μαζέψουμε από τώρα από τούτο το καλό νερό που πίνουμε, και να το φυλάξουμε, για να πίνουμε εμείς οι άρχοντες, ώστε να μην τρελλαθούμε κ΄ εμείς μαζί με τους άλλους, και να τους κυβερνούμε καλά και με δικαιοσύνη, αφού ο Αλλάχ τους κρέμασε στον λαιμό μας, και θα δώσουμε απολογία για τη ζωή τους». 
Ο Σουλτάνος το παραδέχθηκε, και πρόσταξε να μαζέψουνε καλό νερό στις στέρνες του παλατιού. Στον διωρισμένο καιρό, που είπε ο βεζίρης, έβρεξε αληθινά ένα νερό τρελλό, και πίνοντάς το, τρελλαθήκανε άνθρωποι και ζωντανά, και βγήκανε από τα φρένα τους, και τα βλέπανε όλα ανάποδα, το καλό το λέγανε κακό, το γνωστικό το λέγανε τρελλό, το τρελλό το λέγανε σωστό, το δίκιο, άδικο, το άδικο δίκιο. 
Ο σουλτάνος κι΄ ο βεζίρης πίνανε από το καλό νερό, κ΄ έτσι είχανε σωστά τα φρένα τους και κυβερνούσανε δίκαια και γνωστικά τον τρελλό κόσμο. Μα ο κόσμος, ενώ αγαπούσε πρωτήτερα τον σουλτάνο και τον βεζίρη, τώρα, με το στριμμένο μυαλό του, ένοιωθε το δίκιο για άδικο, και φώναζε καταπάνω τους, πως γινήκανε άδικοι και κακούργοι. 
Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες, περνούσε ο καιρός, κι΄ ο κόσμος ολοένα αγρίευε καταπάνω στον σουλτάνο. Τότε, βλέποντας ο σουλτάνος πως θα τον σκοτώνανε, φώναξε μια μέρα τον βεζίρη και του λέγει: 
«Βεζίρ-εφέντη, βλέπω πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε μ΄ αυτούς τους παλαβούς, και στο τέλος θα μας σκοτώσουνε. Το λοιπόν, ή πρέπει να περιμένουμε ένα τέτοιο τέλος κυβερνώντας τους δίκαια και καλά, ή θα πιούμε κ΄ εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε τρελλοί σαν κι΄ αυτούς και μ΄ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ο Αλλάχ να μας συγχωρέση που θα χαθή η αλήθεια, μ΄ αυτό που θα κάνουμε». 
Έτσι κ΄ έγινε. Ο σουλτάνος κι΄ ο βεζίρης ήπιανε από το τρελλό νερό και τρελλαθήκανε, και κάνανε κακουργήματα και παράλογα πράγματα, μα ο λαός τους δόξαζε και τους πολυχρόνιζε και τους έλεγε πατεράδες του και φύλακες της δικαιοσύνης και της αλήθειας. Άραγε, εμείς που δεν ήπιαμε το τρελλό νερό που έχουνε πιη οι σημερινοί άνθρωποι, και γι΄ αυτό μας έχουνε για τρελλούς, άραγε θα βαστάξουμε ή θα πιούμε κ΄ εμείς στο τέλος, να τρελλαθούμε, για να μπορούμε να συνεννοηθούμε με τους άλλους τρελλούς, μέσα σε τούτο το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»!

Του Φώτη Κόντογλου

Ο ασπασμός της αγάπης: «Αγαπήσωμεν αλλήλους ...»

«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»
(Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο, 
για να ομολογήσουμε με ομόνοια.)
..........
Πιο συγκεκριμένα και με τρόπο πιο αισθητό πρέπει να δείξουμε τώρα την ειρηνευμένη κατάσταση της ψυχής μας· με μια πράξη, που είναι ο ασπασμός, το άγιο φίλημα της αγάπης· γι’ αυτό ο λειτουργός προτρέπει μεγαλόφωνα·
«Αγαπήσωμεν αλλήλους, ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν»· 
ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, για να ομολογήσουμε με ομόνοια. 
Η ίδια προτροπή του λειτουργού, στον αρχαιότερο τύπο της θείας Λειτουργίας ακούεται με αυτά τα λόγια, που είναι του αποστόλου Παύλου από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω», φιληθείτε μεταξύ σας με άγιο φίλημα. 
Ο ασπασμός αυτός τώρα γίνεται μόνο μεταξύ των λειτουργών ιερέων, στην αρχαία όμως εποχή με τον ίδιο τρόπο έδιναν φίλημα αγάπης μεταξύ τους και οι πιστοί, χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι ο θειος αυτός ασπασμός φανερώνει «την πάντων προς πάντας και προς εαυ­τόν εκάστου πρότερον και τον Θεόν ομονοίας τε και ομογνωμοσύνης και αγάπης ταυτότητα»· ότι όλοι δηλαδή και πρώτα ο καθένας με το Θεό είναι δεμένοι μεταξύ τους με την αγάπη και την ομόνοια και με την ίδια γνώμη.

Ο ασπασμός της θείας Λειτουργίας γίνεται σύμφωνα με την εντολή του Ιησού Χριστού στην «επί του Όρους» ομιλία, 
«Εάν πρόσφερες το δώρον σου επί το θυσιαστήριον και εκεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες το δώρόν σου επί το θυσιαστήριον και ύπαγε πρώτον και διαλλάγηθι τω άδελφώ σου· και τότε προσελθών πρόσφερε το δώρον σου». 
Για να προσφέρουμε δώρα στο Θεό για τη θεία Λειτουργία, για να έχουμε θέση στην ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας και για να μπορούμε να πλησιάσουμε στο ποτήριο της θείας Κοινωνίας, είναι ανάγκη να είμαστε συμφιλιωμένοι πρώτα με το Θεό κι υστέρα με όλους τους ανθρώπους. 
«Ουκούν το φίλημα διαλλαγή έστι», κατηχεί ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, «και διά τούτο άγιον»· το φίλημα, που γίνεται στη θεία Λειτουργία, είναι σημείο πως μεταξύ μας δεν υπάρχει και δεν μας χωρίζει καμμιά έχθρα και διαφορά, γι’ αυτό και δεν είναι όπως τα συνηθισμένα φιλήματα, άλλα φίλημα άγιο.

Όταν από τους ιερείς μέσα στο άγιο Βήμα γίνεται ο ασπασμός της αγάπης, ο χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν» και ψάλλει· 

«Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον» 
Αυτή είναι μια σύντομη και επιγραμματική ομολογία της χριστιανικής πίστεως. Αλλά όταν γίνεται συλλείτουργο, και μάλιστα όταν λειτουργεί επίσκοπος, τότε ο χορός των ψαλτών αποκρίνεται στο «αγαπήσωμεν αλλήλους» και ψάλλει· «Αγαπήσω σε, Κύριε, η ισχύς μου· Κύριος στερέωμά μου και καταφυγή μου και ρύστης μου». Είναι ο πρώτος στίχος του δεκαεπτά ψαλμού, που με δικά μας απλά λόγια θέλει να πει· «Εσένα, Κύριε, αγαπώ και συ είσαι η δύναμή μου· εσύ με στηρίζεις, και στη δύσκολη την ώρα σε σένα καταφεύγω και συ με γλυτώνεις». Η μία απόκριση των ψαλτών είναι ομολογία πίστεως και η άλλη ομολογία αγάπης.

Αλλά μετά την γενική αυτή ομολογία θα ακολουθήσει τώρα το ιερό «Σύμβολο της πίστεως». Ο λειτουργός εκφωνεί «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμενί». Και ακολουθεί, καθώς πάλι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει, «η του θείου συμβόλου της πίστεως γινομένη παρά πάντων ομολογία». 

Μετά την βεβαίωση της αγάπης η ομολογία της πίστεως· γιατί δεν μπορούμε να λέμε πως πιστεύουμε στο Θεό, αν δεν έχουμε αγάπη μεταξύ μας· γιατί πιστεύω στο Θεό θα πει αγαπώ το Θεό. Μα πώς μπορείς να πεις πως αγαπάς το Θεό που δεν τον βλέπεις, όταν δεν αγαπάς τον αδελφό σου, που κάθε μέρα είναι μπροστά σου;