Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Σωκράτης και Πλάτωνας για την ευσέβεια

Πλάτωνος Ευθύφρων, Unicode, 1.0

Πλάτωνος

Εὐθύφρων
(ἢ περὶ εὐσεβείας)

Μετάφραση Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης

.


Σωκράτης
Σωκράτης

ἡ δὲ δὴ ὁσιότης τε καὶ εὐσέβεια θεῶν, ὦ Εὐθύφρων; οὕτω λέγεις;
Η αγιότης λοιπόν και η ευσέβεια αποβλέπει εις την περιποίησιν των θεών, ω Ευθύφρον; Αυτό εννοείς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Μάλιστα.

Σωκράτης
Σωκράτης

οὐκοῦν θεραπεία γε πᾶσα ταὐτὸν διαπράττεται; οἷον τοιόνδε· ἐπ᾽ ἀγαθῷ τινί ἐστι καὶ ὠφελίᾳ τοῦ θεραπευομένου, ὥσπερ ὁρᾷς δὴ ὅτι οἱ ἵπποι ὑπὸ τῆς ἱππικῆς θεραπευόμενοι ὠφελοῦνται καὶ βελτίους γίγνονται· ἢ οὐ δοκοῦσί σοι;
Λοιπόν κάθε φροντίς και περιποίησις βεβαίως τον ίδιον σκοπόν έχει; ένα τέτοιον, δηλαδή αποβλέπει εις το καλόν και την ωφέλειαν του πράγματος, διά το οποίον φροντίζει κανείς, καθώς βλέπεις δα ότι οι ίπποι, όταν υπό της ιππικής τέχνης περιποιούνται, τότε ωφελούνται και γίνονται καλύτεροι. Ή δεν είναι έτσι;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔμοιγε.
Μάλιστα, έτσι είναι.

Σωκράτης
Σωκράτης

καὶ οἱ κύνες γέ που ὑπὸ τῆς κυνηγετικῆς, καὶ οἱ
Και οι κύνες βέβαια, φρονώ, όταν υπό της κυνηγετικής τέχνης περιποιούνται,
13c βόες ὑπὸ τῆς βοηλατικῆς, καὶ τἆλλα πάντα ὡσαύτως· ἢ ἐπὶ βλάβῃ οἴει τοῦ θεραπευομένου τὴν θεραπείαν εἶναι;
και τα βώδια υπό της βοηλατικής, και τα λοιπά όλα πράγματα ομοίως, ωφελούνται και γίνονται καλύτερα. Ή νομίζεις ότι η περιποίησις και η φροντίς, οπού λαμβάνεται δι' αυτά συντελεί εις βλάβην των;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε.
Μα τον Δία, όχι αναμφιβόλως.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ὠφελίᾳ;
Αλλά συντελεί εις την ωφέλειάν των;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πῶς δ᾽ οὔ;
Βεβαίως.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἦ οὖν καὶ ἡ ὁσιότης θεραπεία οὖσα θεῶν ὠφελία τέ ἐστι θεῶν καὶ βελτίους τοὺς θεοὺς ποιεῖ; καὶ σὺ τοῦτο συγχωρήσαις ἄν, ὡς ἐπειδάν τι ὅσιον ποιῇς, βελτίω τινὰ τῶν θεῶν ἀπεργάζῃ;
Ε λοιπόν, και η ευσέβεια, αφού είναι φροντίς και περιποίησις, την οποίαν έχουν οι άνθρωποι διά τους θεούς, συντελεί εις ωφέλειαν των θεών και τους κάμνει καλυτέρους; Και συ ήθελες τολμήσει ποτέ να βεβαιώσης, ότι οσάκις εκτελής καμμίαν ευσεβή πράξιν, κάμνεις καλύτερον κανένα από τους θεούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγε.
Ποτέ, ποτέ, μα τον Δία.

Σωκράτης
Σωκράτης

οὐδὲ γὰρ ἐγώ, ὦ Εὐθύφρων, οἶμαί σε τοῦτο λέγειν --πολλοῦ καὶ δέω--ἀλλὰ τούτου δὴ ἕνεκα καὶ ἀνηρόμην
Ούτε εγώ βέβαια, ω Ευθύφρον, δεν πιστεύω ποτέ ότι συ εννοείς αυτό. Ουδαμώς. Αλλά δι' αυτό μάλιστα σε ηρώτησα πολλές φορές
13d τίνα ποτὲ λέγοις τὴν θεραπείαν τῶν θεῶν, οὐχ ἡγούμενός σε τοιαύτην λέγειν.
τί επί τέλους εννοείς με την λέξιν λατρεία διά τους θεούς, διότι ήμουν πεπεισμένος ότι δεν δίδεις εις την λέξιν αυτήν την τοιαύτην σημασίαν.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

καὶ ὀρθῶς γε, ὦ Σώκρατες· οὐ γὰρ τοιαύτην λέγω.
Και πολύ σωστά, ω Σώκρατες, εγώ βέβαια δεν δίδω τοιαύτην έννοιαν εις την λέξιν.

Σωκράτης
Σωκράτης

εἶεν· ἀλλὰ τίς δὴ θεῶν θεραπεία εἴη ἂν ἡ ὁσιότης;
Ας είναι. Αλλά ειπέ μου τώρα, τί είδους ακριβώς περιποίησις και φροντίς διά τους θεούς ημπορεί να είναι η ευσέβεια;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἥνπερ, ὦ Σώκρατες, οἱ δοῦλοι τοὺς δεσπότας θεραπεύουσιν.
Είναι, ω Σώκρατες, εκείνη η φροντίς και η περιποίησις, με την οποίαν περιποιούνται οι δούλοι τους αυθέντας των.

Σωκράτης
Σωκράτης

μανθάνω· ὑπηρετική τις ἄν, ὡς ἔοικεν, εἴη θεοῖς.
Καταλαμβάνω. Εννοείς ότι η φροντίς αυτή είναι ωσάν κάποια υπηρετική τέχνη, χρησιμεύουσα εις την υπηρεσίαν των θεών.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πάνυ μὲν οὖν.
Βεβαιότατα. Αυτό εννοώ.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἔχοις ἂν οὖν εἰπεῖν ἡ ἰατροῖς ὑπηρετικὴ εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν τυγχάνει οὖσα ὑπηρετική; οὐκ εἰς ὑγιείας οἴει;
Ημπορείς λοιπόν να μου είπης, η τέχνη οπού εξυπηρετεί τους ιατρούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν τους εξυπηρετεί; Δεν φρονείς ότι τους εξυπηρετεί εις την αποκατάστασιν της υγείας δι' ένα άρρωστον;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Μάλιστα. Αυτό εννοώ.

Σωκράτης
Σωκράτης
13e τί δὲ ἡ ναυπηγοῖς ὑπηρετική; εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν ὑπηρετική ἐστιν;
Αλλά η τέχνη, ω Ευθύφρον, η οποία εξυπηρετεί τους ναυπηγούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν τους εξυπηρετεί;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

δῆλον ὅτι, ὦ Σώκρατες, εἰς πλοίου.
Είναι φανερόν, ω Σώκρατες, ότι τους εξυπηρετεί εις το να κατασκευάζουν πλοία.

Σωκράτης
Σωκράτης

καὶ ἡ οἰκοδόμοις γέ που εἰς οἰκίας;
Και η τέχνη, φρονώ, των οικοδόμων εξυπηρετεί αυτούς εις το να κατασκευάζουν οικίας;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ναί.
Ναι.

Σωκράτης
Σωκράτης

εἰπὲ δή, ὦ ἄριστε· ἡ δὲ θεοῖς ὑπηρετικὴ εἰς τίνος ἔργου ἀπεργασίαν ὑπηρετικὴ ἂν εἴη; δῆλον γὰρ ὅτι σὺ οἶσθα, ἐπειδήπερ τά γε θεῖα κάλλιστα φῂς εἰδέναι ἀνθρώπων.
Ειπέ μου τώρα, φίλτατε· η ευσέβεια, η οποία εξυπηρετεί τους θεούς, εις ποίου έργου την εκτέλεσιν ημπορεί να τους εξυπηρετή; Είναι φανερόν ότι συ το γνωρίζεις αυτό, επειδή ίσα-ίσα ωμολόγησες ότι γνωρίζεις τα θρησκευτικά ζητήματα εξόχως άριστα, όσον κανείς από τους ανθρώπους όλους.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

καὶ ἀληθῆ γε λέγω, ὦ Σώκρατες.
Και είπα βέβαια την αλήθειαν, ω Σώκρατες.

Σωκράτης
Σωκράτης

εἰπὲ δὴ πρὸς Διὸς τί ποτέ ἐστιν ἐκεῖνο τὸ πάγκαλον ἔργον ὃ οἱ θεοὶ ἀπεργάζονται ἡμῖν ὑπηρέταις χρώμενοι;
Ειπέ μου τώρα, εν ονόματι του Διός, τί επί τέλους είναι εκείνο το κατ' εξοχήν ευμορφότατον έργον, το οποίον οι θεοί κάμνουν με την υπηρεσίαν και βοήθειαν της ιδικής μας ευσεβείας και αγιότητος;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πολλὰ καὶ καλά, ὦ Σώκρατες.
Πολλά ωραία πράγματα, ω Σώκρατες, κάμνουν.

Σωκράτης
Σωκράτης
14a καὶ γὰρ οἱ στρατηγοί, ὦ φίλε· ἀλλ᾽ ὅμως τὸ κεφάλαιον αὐτῶν ῥᾳδίως ἂν εἴποις, ὅτι νίκην ἐν τῷ πολέμῳ ἀπεργάζονται· ἢ οὔ;
Βεβαίως και οι στρατηγοί, φίλε μου, πολλά ωραία πράγματα κατορθώνουν. Αλλ' όμως το κυριώτατον από αυτά εύκολα ημπορείς να μου είπης, ότι δηλαδή κατορθώνουν την νίκην εις τους πολέμους. Είναι έτσι;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πῶς δ᾽ οὔ;
Βεβαιότατα.

Σωκράτης
Σωκράτης

πολλὰ δέ γ᾽, οἶμαι, καὶ καλὰ καὶ οἱ γεωργοί· ἀλλ᾽ ὅμως τὸ κεφάλαιον αὐτῶν ἐστιν τῆς ἀπεργασίας ἡ ἐκ τῆς γῆς τροφή.
Πιστεύω δε ότι και οι γεωργοί κατορθώνουν βεβαίως πολλά ωραία πράγματα. Αλλ' όμως το κυριώτατον από τα έργα των, είναι το να χορηγούν τροφήν εις τους ανθρώπους από τα προϊόντα της γης.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πάνυ γε.
Είμαι πολύ σύμφωνος.

Σωκράτης
Σωκράτης

τί δὲ δὴ τῶν πολλῶν καὶ καλῶν ἃ οἱ θεοὶ ἀπεργάζονται; τί τὸ κεφάλαιόν ἐστι τῆς ἐργασίας;
Ειπέ μου λοιπόν τώρα. Από τα πολλά ωραία πράγματα, τα οποία οι θεοί κάμνουν με την υπηρεσίαν της ευσεβείας μας, ποίον είνε το κυριώτατον;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

καὶ ὀλίγον σοι πρότερον εἶπον, ὦ Σώκρατες, ὅτι
Και ολίγον πρωτύτερα σου είπα, ω Σώκρατες, ότι όλα αυτά τα ζητήματα
14b πλείονος ἔργου ἐστὶν ἀκριβῶς πάντα ταῦτα ὡς ἔχει μαθεῖν· τόδε μέντοι σοι ἁπλῶς λέγω, ὅτι ἐὰν μὲν κεχαρισμένα τις ἐπίστηται τοῖς θεοῖς λέγειν τε καὶ πράττειν εὐχόμενός τε καὶ θύων, ταῦτ᾽ ἔστι τὰ ὅσια, καὶ σῴζει τὰ τοιαῦτα τούς τε ἰδίους οἴκους καὶ τὰ κοινὰ τῶν πόλεων· τὰ δ᾽ ἐναντία τῶν κεχαρισμένων ἀσεβῆ, ἃ δὴ καὶ ἀνατρέπει ἅπαντα καὶ ἀπόλλυσιν.
είνε παρά πολύ δύσκολον να τα αναπτύξη κανείς με ακρίβειαν. Απλώς όμως σου λέγω το εξής: ότι εάν κανείς άνθρωπος ηξεύρη και να λέγη και να πράττη ευάρεστα εις τους θεούς και όταν προσεύχεται και όταν θυσιάζη, αυτά είνε οπού λέγω εγώ ευσεβή έργα· όλα δε αυτού του είδους τα έργα σώζουν και τους ιδιαιτέρους οίκους των ανθρώπων και τας κοινάς υποθέσεις των πόλεων. Όσα δε έργα είνε εναντία από τα ευάρεστα, είνε ασεβή, τα οποία ίσα-ίσα καταστρέφουν εκ θεμελίων και εξαφανίζουν τα πάντα.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἦ πολύ μοι διὰ βραχυτέρων, ὦ Εὐθύφρων, εἰ ἐβούλου, εἶπες ἂν τὸ κεφάλαιον ὧν ἠρώτων· ἀλλὰ γὰρ οὐ
Α, πολύ συντομωτέρα, ω Ευθύφρον, εάν ήθελες, ημπορούσες να μου είπης το κυριώτατον από εκείνα, που σε ηρώτησα.
14c πρόθυμός με εἶ διδάξαι--δῆλος εἶ. καὶ γὰρ νῦν ἐπειδὴ ἐπ᾽ αὐτῷ ἦσθα ἀπετράπου, ὃ εἰ ἀπεκρίνω, ἱκανῶς ἂν ἤδη παρὰ σοῦ τὴν ὁσιότητα ἐμεμαθήκη. νῦν δὲ ἀνάγκη γὰρ τὸν ἐρῶντα τῷ ἐρωμένῳ ἀκολουθεῖν ὅπῃ ἂν ἐκεῖνος ὑπάγῃ, τί δὴ αὖ λέγεις τὸ ὅσιον εἶναι καὶ τὴν ὁσιότητα; οὐχὶ ἐπιστήμην τινὰ τοῦ θύειν τε καὶ εὔχεσθαι;
Αλλά βεβαίως βλέπω ότι δεν έχεις την προθυμίαν να με διδάξης. Είνε πολύ φανερόν αυτό. Διότι τώρα δα, οπού έφθασες ακριβώς επάνω εις την ουσίαν του ζητήματος, παρεξέκλινες εξαφνα και απεμακρύνθης από αυτό. Μίαν λέξιν εάν μου έλεγες ακόμη, αρκετά ήθελα καταλάβη πλέον από σε τί πράγμα είνε η ευσέβεια κατ' ουσίαν. Αλλ' όμως θα σε παρακολουθήσω —επειδή είνε ανάγκη να σε ακολουθώ, ως ο εραστής την ερωμένην του, όπου και αν υπάγης—. Τί πράγμα εννοείς τώρα ότι είνε το ευσεβές και η ευσέβεια; Δεν εννοείς ότι είνε κάποια τέχνη να θυσιάζη κανείς εις τους θεούς και να προσεύχεται εις αυτούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Μάλιστα.



Σωκράτης



Λοιπόν το να θυσιάζη κανείς σημαίνει ότι χαρίζει κάτι εις τους θεούς, το δε να προσεύχεται σημαίνει ότι ζητεί κάτι τι από τους θεούς;



Ευθύφρων



Βεβαιότατα, ω Σώκρατες.

Σωκράτης
Σωκράτης

οὐκοῦν τὸ θύειν δωρεῖσθαί ἐστι τοῖς θεοῖς, τὸ δ᾽ εὔχεσθαι αἰτεῖν τοὺς θεούς;
Λοιπόν το μεν να θυσιάζη κανείς εις τους θεούς σημαίνει ότι χαρίζει εις αυτούς, το δε να προσεύχεται σημαίνει ότι ζητεί κανείς από τους θεούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

καὶ μάλα, ὦ Σώκρατες.
Μάλιστα, ω Σώκρατες.

Σωκράτης
Σωκράτης
14d ἐπιστήμη ἄρα αἰτήσεως καὶ δόσεως θεοῖς ὁσιότης ἂν εἴη ἐκ τούτου τοῦ λόγου.
Ώστε η ευσέβεια σύμφωνα με τον ορισμόν σου αυτόν είνε επιστήμη ζητήσεως και δόσεως, ήγουν να ζητή κανείς να λάβη από τους θεούς και να χαρίζη εις αυτούς.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πάνυ καλῶς, ὦ Σώκρατες, συνῆκας ὃ εἶπον.
Πολύ ωραία εννόησες, ω Σώκρατες, ό,τι είπα.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἐπιθυμητὴς γάρ εἰμι, ὦ φίλε, τῆς σῆς σοφίας καὶ προσέχω τὸν νοῦν αὐτῇ, ὥστε οὐ χαμαὶ πεσεῖται ὅτι ἂν εἴπῃς. ἀλλά μοι λέξον τίς αὕτη ἡ ὑπηρεσία ἐστὶ τοῖς θεοῖς; αἰτεῖν τε φῂς αὐτοὺς καὶ διδόναι ἐκείνοις;
Βεβαιότατα, ω φίλε μου, διότι είμαι εραστής της σοφίας σου και έχω αφιερώση όλην την προσοχήν μου εις αυτήν, ώστε ό,τι και αν είπης, δεν θα είνε χαμένον. (16) Αλλά σε παρακαλώ, ειπέ μου, ποία είνε αυτή η υπηρεσία, την οποίαν οι άνθρωποι προσφέρουν εις τους θεούς; Παραδέχεσαι ότι αυτή είνε η τέχνη να ζητή κανείς να λάβη από αυτούς και να δίδη εις εκείνους;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Βεβαίως.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἆρ᾽ οὖν οὐ τό γε ὀρθῶς αἰτεῖν ἂν εἴη ὧν δεόμεθα παρ᾽ ἐκείνων, ταῦτα αὐτοὺς αἰτεῖν;
Άρα γε λοιπόν το να ζητώμεν από τους θεούς ορθώς, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζητώμεν από αυτούς εκείνα, των οποίων έχομεν ανάγκην;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἀλλὰ τί;
Βεβαίως τί άλλο ημπορεί να σημαίνη παρά τούτο;

Σωκράτης
Σωκράτης
14e καὶ αὖ τὸ διδόναι ὀρθῶς, ὧν ἐκεῖνοι τυγχάνουσιν δεόμενοι παρ᾽ ἡμῶν, ταῦτα ἐκείνοις αὖ ἀντιδωρεῖσθαι; οὐ γάρ που τεχνικόν γ᾽ ἂν εἴη δωροφορεῖν διδόντα τῳ ταῦτα ὧν οὐδὲν δεῖται.
Και πάλιν το να δίδωμεν δώρα εις τους θεούς ορθώς δεν σημαίνει ότι πρέπει και ημείς να δίδωμεν εις αυτούς εκείνα, των οποίων έχουσιν ανάγκην από ημάς; Διότι δεν είναι, θαρρώ, τακτικόν βέβαια, να προσφέρη κανείς δώρα εις ένα άνθρωπον πράγματα, τα όποια δεν χρειάζεται.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἀληθῆ λέγεις, ὦ Σώκρατες.
Πολύ αληθινά λέγεις, ω Σώκρατες.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἐμπορικὴ ἄρα τις ἂν εἴη, ὦ Εὐθύφρων, τέχνη ἡ ὁσιότης θεοῖς καὶ ἀνθρώποις παρ᾽ ἀλλήλων.
Ώστε η ευσέβεια, ω Ευθύφρον, είνε κάποια τέχνη εμπορική και κερδοσκοπική εκμετάλλευσις αναμεταξύ θεών και ανθρώπων.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἐμπορική, εἰ οὕτως ἥδιόν σοι ὀνομάζειν.
Μάλιστα· ένα είδος εμπορικής τέχνης είνε η ευσέβεια, αν σου αρέση καλύτερα έτσι να την ονομάζωμεν.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἀλλ᾽ οὐδὲν ἥδιον ἔμοιγε, εἰ μὴ τυγχάνει ἀληθὲς ὄν. φράσον δέ μοι, τίς ἡ ὠφελία τοῖς θεοῖς τυγχάνει οὖσα ἀπὸ τῶν δώρων ὧν παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν; ἃ μὲν γὰρ διδόασι
Αλλ' όχι, ω Ευθύφρον. Εις εμέ τουλάχιστον τίποτε δεν αρέσει καλύτερα, αν δεν τύχη να είνε πράγματι αληθές. Αλλ' ειπέ μου, σε παρακαλώ, ποίαν ωφέλειαν έχουν οι θεοί από τα δώρα μας;
15a παντὶ δῆλον· οὐδὲν γὰρ ἡμῖν ἐστιν ἀγαθὸν ὅτι ἂν μὴ ἐκεῖνοι δῶσιν. ἃ δὲ παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν, τί ὠφελοῦνται; ἢ τοσοῦτον αὐτῶν πλεονεκτοῦμεν κατὰ τὴν ἐμπορίαν, ὥστε πάντα τὰ ἀγαθὰ παρ᾽ αὐτῶν λαμβάνομεν, ἐκεῖνοι δὲ παρ᾽ ἡμῶν οὐδέν;
Διότι όσα μεν καλά μας δίδουν οι θεοί, εις κάθε άνθρωπον αυτά είνε φανερά. Διότι ημείς πραγματικώς κανέν καλόν δεν έχομεν, το οποίον να μη μας έδωκαν οι θεοί, από όσα δε από ημάς εκείνοι λαμβάνουν, τί ωφέλειαν έχουν από αυτά; Ή τόσον πολύ περισσότερον πλεονέκται και δόλιοι είμεθα από τους θεούς εις το εμπόριον, ώστε όλα τα καλά και ωφέλιμα λαμβάνομεν από αυτούς, εκείνοι δε τίποτε καλόν από ημάς δεν λαμβάνουν;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἀλλ᾽ οἴει, ὦ Σώκρατες, τοὺς θεοὺς ὠφελεῖσθαι ἀπὸ τούτων ἃ παρ᾽ ἡμῶν λαμβάνουσιν;
Αλλά πιστεύεις, ω Σώκρατες, ότι οι θεοί ωφελούνται από αυτά, τα όποια λαμβάνουν από ημάς;

Σωκράτης
Σωκράτης

ἀλλὰ τί δήποτ᾽ ἂν εἴη ταῦτα, ὦ Εὐθύφρων, τὰ παρ᾽ ἡμῶν δῶρα τοῖς θεοῖς;
Αλλά τότε τί, τέλος πάντων, ημπορεί να είναι, ω Ευθύφρον, τα δώρα, τα οποία εκ μέρους μας προσφέρονται εις τους θεούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

τί δ᾽ οἴει ἄλλο ἢ τιμή τε καὶ γέρα καί, ὅπερ ἐγὼ ἄρτι ἔλεγον, χάρις;
Τί άλλο, θαρρείς, να είνε, παρά τιμή και σέβας και δοξολογία και ό,τι εγώ ακριβώς ανωτέρω είπα, πράγμα θεάρεστον, με το οποίον επιζητούμεν να αποκτήσωμεν την εύνοιαν αυτών;

Σωκράτης
Σωκράτης
15b κεχαρισμένον ἄρα ἐστίν, ὦ Εὐθύφρων, τὸ ὅσιον, ἀλλ᾽ οὐχὶ ὠφέλιμον οὐδὲ φίλον τοῖς θεοῖς;
Ώστε, ω Ευθύφρον, το ευσεβές είνε εν πράγμα θεάρεστον, με το οποίον αποκτά κανείς την εύνοιαν των θεών, δεν είνε δε ωφέλιμον εις τους θεούς ούτε προσφιλές εις αυτούς;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

οἶμαι ἔγωγε πάντων γε μάλιστα φίλον.
Εγώ όμως πιστεύω ότι το ευσεβές, ω Σώκρατες, είνε εν πράγμα εξόχως προσφιλέστατον εις τους θεούς από όλα.

Σωκράτης
Σωκράτης

τοῦτο ἄρ᾽ ἐστὶν αὖ, ὡς ἔοικε, τὸ ὅσιον, τὸ τοῖς θεοῖς φίλον.
Ώστε, καθώς ομολογείς, το ευσεβές πράγμα είνε προσέτι και αγαπητόν εις τους θεούς.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

μάλιστά γε.
Βεβαιότατα, μάλιστα.

Σωκράτης
Σωκράτης

θαυμάσῃ οὖν ταῦτα λέγων ἐάν σοι οἱ λόγοι φαίνωνται μὴ μένοντες ἀλλὰ βαδίζοντες, καὶ ἐμὲ αἰτιάσῃ τὸν Δαίδαλον βαδίζοντας αὐτοὺς ποιεῖν, αὐτὸς ὢν πολύ γε τεχνικώτερος τοῦ Δαιδάλου καὶ κύκλῳ περιιόντα ποιῶν; ἢ οὐκ αἰσθάνῃ ὅτι ὁ λόγος ἡμῖν περιελθὼν πάλιν εἰς ταὐτὸν
Θα εκπλαγής λοιπόν, ενώ μου λέγης αυτά, διότι οι ορισμοί σου δεν φαίνονται σταθεροί, αλλά μετακινούνται και περιπατούν, και θα κατηγορήσης πάλιν εμέ, τον Δαίδαλον, οπού κάμνω αυτούς να περιπατούν, ενώ συ είσαι, βλέπω, παρά πολύ επιτηδειότερος από τον Δαίδαλον και κάμνεις αυτούς να φέρουν γύρω; Ή δεν εννοείς ότι ο ορισμός μας, αφού έκαμεν ένα κύκλον, κατήντησε πάλιν εις το ίδιον σημείον;
15c ἥκει; μέμνησαι γάρ που ὅτι ἐν τῷ πρόσθεν τό τε ὅσιον καὶ τὸ θεοφιλὲς οὐ ταὐτὸν ἡμῖν ἐφάνη ἀλλ᾽ ἕτερα ἀλλήλων· ἢ οὐ μέμνησαι;
Ενθυμείσαι βεβαίως, θαρρώ, ότι προηγουμένως το ευσεβές και το αγαπητόν εις τους θεούς δεν μας εφάνη ότι είνε το ίδιον, αλλ' ότι είνε διαφορετικών το εν από το άλλο, ή δεν το ενθυμείσαι;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔγωγε.
Μάλιστα· το ενθυμούμαι.

Σωκράτης
Σωκράτης

νῦν οὖν οὐκ ἐννοεῖς ὅτι τὸ τοῖς θεοῖς φίλον φῂς ὅσιον εἶναι; τοῦτο δ᾽ ἄλλο τι ἢ θεοφιλὲς γίγνεται; ἢ οὔ;
Δεν καταλαμβάνεις λοιπόν ότι τώρα ομολογείς ότι εκείνο οπού αρέσει εις τους θεούς είνε ευσεβές; Τούτο δε οπού αρέσει εις αυτούς δεν είναι αλήθεια ότι είνε θεάρεστον; ή όχι;

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

πάνυ γε.
Βεβαίως είνε θεάρεστον και αγαπητόν.

Σωκράτης
Σωκράτης

οὐκοῦν ἢ ἄρτι οὐ καλῶς ὡμολογοῦμεν, ἢ εἰ τότε καλῶς, νῦν οὐκ ὀρθῶς τιθέμεθα.
Λοιπόν ή προ ολίγου δεν ωρίσαμεν αυτό καλά, ή αν τότε καλά το ωρίσαμεν, τώρα δεν συζητούμεν ορθώς και φθάνομεν εις εσφαλμένον ορισμόν.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

ἔοικεν.
Φαίνεται ότι έτσι είναι.

Σωκράτης
Σωκράτης

ἐξ ἀρχῆς ἄρα ἡμῖν πάλιν σκεπτέον τί ἐστι τὸ ὅσιον, ὡς ἐγὼ πρὶν ἂν μάθω ἑκὼν εἶναι οὐκ ἀποδειλιάσω.
Ώστε από την αρχήν πρέπει να σκεφθώμεν πάλιν και να εξετάσωμεν ποίον πράγμα είνε ακριβώς το ευσεβές. Διότι εγώ, όσον εξαρτάται από την θέλησιν μου, δεν θα αποδειλιάσω, έως ότου να το μάθω.
15d ἀλλὰ μή με ἀτιμάσῃς ἀλλὰ παντὶ τρόπῳ προσσχὼν τὸν νοῦν ὅτι μάλιστα νῦν εἰπὲ τὴν ἀλήθειαν· οἶσθα γὰρ εἴπερ τις ἄλλος ἀνθρώπων, καὶ οὐκ ἀφετέος εἶ ὥσπερ ὁ Πρωτεὺς πρὶν ἂν εἴπῃς. εἰ γὰρ μὴ ᾔδησθα σαφῶς τό τε ὅσιον καὶ τὸ ἀνόσιον, οὐκ ἔστιν ὅπως ἄν ποτε ἐπεχείρησας ὑπὲρ ἀνδρὸς θητὸς ἄνδρα πρεσβύτην πατέρα διωκάθειν φόνου, ἀλλὰ καὶ τοὺς θεοὺς ἂν ἔδεισας παρακινδυνεύειν μὴ οὐκ ὀρθῶς αὐτὸ ποιήσοις, καὶ τοὺς ἀνθρώπους ᾐσχύνθης· νῦν δὲ εὖ οἶδα ὅτι
Όμως μη με περιφρονήσης, αλλά με κάθε τρόπον, έχων όσον το δυνατόν προσεκτικόν τον νουν σου, τώρα πες μου την αλήθειαν. Διότι ηξεύρεις όσον κανείς άλλος άνθρωπος, ότι δεν πρέπει να σε αφήσω, καθώς ο Πρωτεύς (17), έως ότου με διδάξης αυτό. Διότι αν δεν ήξευρες καθαρά ποίον πράγμα είνε όσιον και ποίον ανόσιον, ποτέ δεν θα επεχείρεις να καταγγείλης εις το δικαστήριον επί φόνω τον πατέρα σου, ένα γηραλέον άνθρωπον, διά να υπερασπίσης ένα μισθωτόν δούλον, ένα ημεροκαματιάρην. Αλλά προσέτι και τους θεούς θα εφοβείσο, να ριψοκινδυνεύσης με τόσην τόλμην μήπως ήθελες διαπράξη καμμίαν ασέβειαν δι' αυτής της πράξεως και τους ανθρώπους θα εντρέπεσο. Τώρα όμως, πολύ καλά το ηξεύρω,
15e σαφῶς οἴει εἰδέναι τό τε ὅσιον καὶ μή. εἰπὲ οὖν, ὦ βέλτιστε Εὐθύφρων, καὶ μὴ ἀποκρύψῃ ὅτι αὐτὸ ἡγῇ.
πιστεύεις ότι με σαφήνειαν γνωρίζεις ποίον πράγμα είνε ευσεβές και ποίον όχι. Ειπέ μου λοιπόν, ω αγαθώτατε Ευθύφρον, και μη μου αποκρύψης τί πράγμα θεωρείς ότι είνε αυτό το ευσεβές.

Εὐθύφρων
Ευθύφρων

εἰς αὖθις τοίνυν, ὦ Σώκρατες· νῦν γὰρ σπεύδω ποι, καί μοι ὥρα ἀπιέναι.
Πολύ ευχαρίστως, αλλά, σε παρακαλώ, άλλην φοράν, ω Σώκρατες, διότι τώρα βιάζομαι να υπάγω κάπου, και είνε καιρός να πηγαίνω.

Σωκράτης
Σωκράτης

οἷα ποιεῖς, ὦ ἑταῖρε. ἀπ᾽ ἐλπίδος με καταβαλὼν μεγάλης ἀπέρχῃ ἣν εἶχον, ὡς παρὰ σοῦ μαθὼν τά τε ὅσια καὶ μὴ καὶ τῆς πρὸς Μέλητον γραφῆς ἀπαλλάξομαι, ἐνδειξάμενος
Τί παράξενα κάμνεις, φίλε μου. Μου φεύγεις τώρα και μου αφαιρείς τόσον μεγάλας ελπίδας οπού είχα, κ' εφανταζόμην ότι, αφού εμάνθανον από σε ποία πράγματα είνε ευσεβή και ποία όχι, ήθελον απαλλαχθή από την εκ μέρους του Μελήτου εναντίον μου δίκην,
16a ἐκείνῳ ὅτι σοφὸς ἤδη παρ᾽ Εὐθύφρονος τὰ θεῖα γέγονα καὶ ὅτι οὐκέτι ὑπ᾽ ἀγνοίας αὐτοσχεδιάζω οὐδὲ καινοτομῶ περὶ αὐτά, καὶ δὴ καὶ τὸν ἄλλον βίον ὅτι ἄμεινον βιωσοίμην.
διότι θα του απεδείκνυον ότι εγώ πλέον έγεινα σοφός, όσον αφορά εις τα θρησκευτικά ζητήματα, διδαχθείς από τον Ευθύφρονα, και ότι δεν νεωτερίζω πλέον εισάγων νέας δοξασίας και καινοτομίας εις αυτά από άγνοιαν, και ιδίως μάλιστα ήθελα ζήση πλέον όσον το δυνατόν ευσεβέστατα και ως προς τας μετά των νεωτέρων σχέσεις μου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
16) Η αρχαία φράσις είναι «ου χαμαί πεσείται». Παροιμία δι' εκείνους, οι οποίοι τίποτα δεν λέγουν εις μάτην και εις τον αέρα, αλλά ό,τι και αν είπουν, έχει τον σκοπόν του και τον τόπον του.
17) Ενταύθα εννοείται το εν τη Οδυσσεία (Δ. σ. 384) επεισόδιον μεταξύ Μενελάου και Πρωτέως. Ήτο δε ο Πρωτεύς γέρων θαλάσσιος θεός, υπηρετών τον Ποσειδώνα, μέγας δε προφήτης· αλλά πολύ δύσκολος εις τας απαντήσεις του. Διέτριβε συνήθως εις την παρά την Αίγυπτον θάλασσαν, διά να υπεκφεύγη δε τους ερωτώντας αυτόν, είχε την δύναμιν να μεταμορφώνεται εις ό,τι πράγμα ήθελεν, εις κάθε είδος από τα ερπετά και θηρία της γης και εις ύδωρ ακόμη και εις πυρ. Το μόνον μυστικόν τού να δυνηθή τις να του αποσπάση απάντησιν, ήτο να κατορθώση να τον συλλάβη και τον δέση, να τον κρατή δε, έως ου ήθελεν επανέλθη εις την πρώτην μορφήν του· τότε προέλεγε θετικάς και αληθινάς προφητείας. Ούτω κατώρθωσε με δόλον να τον συλλάβη και ο Μενέλαος, διά συμβουλής τής θυγατρός του θεού αυτού Ειδοθέας, παρά την ακτήν, καθώς χαριέστατα διηγείται ο Όμηρος, ως άνω εσημειώσαμεν, ότε μετεμορφώθη εις λέοντα, έπειτα εις δράκοντα και πάρδαλιν και φοβερόν αγριόχοιρον, ύστερον δε έγεινεν ύδωρ και δένδρον πανύψηλον.

Χριστιανός (Ορθόδοξος) του 21oυ αιώνα

Ο χριστιανός, που πάντα αγωνίζεται και βιώνει καθημερινά το Σταυροαναστάσιμο ήθος της Ορθοδοξίας, ήδη κάνει μια πολιτική πράξη: τοποθετεί τον εαυτό του, όπως άλλωστε έπραξε και ο Χριστός, με τα θύματα και όχι τους θύτες της ιστορίας...

Βασίλειος Ι. Κρομμύδας   20/05/2012

Εισαγωγή
 
Οι σημερινές ιστορικές συνθήκες -διακίνηση ιδεών, αγαθών και πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο, έστω επιλεκτικά- θέτουν την ελλαδική ορθόδοξη εκκλησία, και συνακόλουθα τους πιστούς της, μπροστά σε μία νέα πραγματικότητα, για την οποία καλούνται να πάρουν θέση. Πριν προχωρήσουμε, θεωρούμε πως είναι αναγκαία μία διευκρίνηση: παίρνω θέση σημαίνει πως ούτε αγνοώ επιδεικτικά τη νέα κατάσταση αλλά ούτε και συσχηματίζομαι άκριτα μαζί της. Αυτές οι δύο αρνήσεις θα μας οδηγήσουν στην πληρέστερη κατανόηση όσων θα εκτεθούν παρακάτω.
 
Κάνοντας λόγο για τις εγχώριες κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες, ειδικά όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη διακυβέρνηση των δύο μεγάλων κομμάτων, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, τα τελευταία είκοσι χρόνια, παρατηρούμε πως ο σημερινός νεοέλληνας βιώνει μιαν, κατά κάποιον τρόπο, σχιζοφρενική πραγματικότητα.
Για να γίνουμε πιο σαφείς, ας αναφέρουμε ενδεικτικά τη μεταπρατική και χυδαία, εν πολλοίς, διάσταση των γηγενών πολιτικών ιδεολογιών, την έλλειψη οργανωτικού πλαισίου σε βασικούς θεσμούς της δημόσιας ζωής, όπως η παιδεία, την απουσία ενός στιβαρού και γνήσιου εκκλησιαστικού λόγου.
 
Η θεολογική μας αφασία έχει ως άμεσα αποτελέσματα την εκκοσμίκευση και θρησκειοποίηση τον γεγονότος της εκκλησίας, καθώς και την εγκατάλειψη του λαού του Θεού, ο οποίος αισθάνεται μοναξιά και ανεστιότητα, δεν έχει δηλαδή να ακουμπήσει πνευματικά κάπου, να στηριχθεί και να προχωρήσει μέσα στη ζωή.
 
Το ερώτημα που αβίαστα προκύπτει από τις προηγούμενες γραμμές είναι πώς θα πορευτεί ο σημερινός Έλληνας πιστός μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Αποτολμούμε μιαν απάντηση διαμέσου μίας διάζευξης: είτε, λοιπόν, θα αναγκαστεί να δίνει μαρτυρία της πίστης τον μέσα σε ένα κλειστό και αυστηρά οριοθετημένο σύνολο, όπως είναι η ενορία, είτε θα συστρατευθεί με κάποιον κομματικό μηχανισμό, συνήθως αριστερής απόκλισης, επιτελώντας το χριστιανικό τον χρέος με τον συνεχή αγώνα του για κοινωνική δικαιοσύνη και εξάλειψη των ταξικών αντιθέσεων.
 
Με λίγα λόγια, είτε μένει ο πιστός σε μιαν ατομοκεντρική θρησκευτικότητα, χωρίς να ενδιαφέρεται καθόλου για την ιστορία και την εξέλιξή της, είτε μεταλλάσσει κάπως το «πιστεύω» τον, παλεύοντας, συχνά ατελέσφορα, με το ποικιλώνυμο κοινωνικό κακό.
Ωστόσο μία πιο προσεκτική και νηφάλια ματιά θα μας οδηγήσει σε διαφορετική αντιμετώπιση τον προαναφερθέντος, τελικά, ψευδοδιλήμματος.
 
Θεολογικά προαπαιτούμενα μίας ορθόδοξης πολιτικής -και φυσικά μη εξαντλητικής- πρότασης

Ο σύγχρονος χριστιανός στην Ελλάδα, εφόσον αποτελεί συνειδητό μέλος της εκκλησιαστικής κοινότητας, προσπαθεί να έχει και ένα αντίστοιχο ήθος στην καθημερινή τον ζωή, εμπνευσμένο από την πίστη του. Ως δρων υποκείμενο μέσα στην ιστορία, δεν μπορεί να αγνοήσει το ζήτημα της πολιτικής. Ο τρόπος που είναι οργανωμένος ο δημόσιος βίος, τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα, η λειτουργικότητα διάφορων θεσμών, όπως είναι, επί παραδείγματι, η παιδεία, είναι θέματα παν δεν μπορούν να αφήσουν αδιάφορο έναν συνειδητοποιημένο πιστό.
 
Ωστόσο, συχνά η ριζοσπαστική στάση ενός προσώπου ή και κάποιων ομάδων, δεν συμβαδίζει με τη στάση της λεγόμενης «επίσημης εκκλησίας», δηλαδή τον διοικητικού της μηχανισμού. Η αλήθεια της για τον άνθρωπο και τον κόσμο διαστρεβλώνεται βάναυσα, από τη στιγμή που η ίδια «θα εγκολπωθή την τυπικά δυτική νοοτροπία της κοινωνικής χρησιμότητας -από τη στιγμή που θα αρνηθή να είναι ένα γεγονός ζωής, αλήθειας και υπαρκτικής γνησιότητας, ασυμβίβαστο με τις κοινωνικές συμβατικότητες, και θα μεταβληθή σε θεσμό κοινωνικής ωφελιμότητας και σε εξάρτημα τον κρατικού βίου».
 
Αυτή η κατάσταση, δυστυχώς, έχει επικρατήσει στην ελλαδική εκκλησία, από την περίοδο της μεταπολίτευσης και μετά, υπονομεύοντας την ίδια τη φύση της, η οποία ως σώμα Χριστού αρνείται να ταυτιστεί με καταστάσεις που αποπνέουν φθορά και θάνατο. Πέρα από αυτή την τραγική έκπτωση του εκκλησιαστικού γεγονότος, θεωρούμε πως είναι αναγκαίο να υπογραμμίσουμε -υποδηλώνοντας, κατά την ταπεινή μας γνώμη, το δέον απέναντι στο είναι- πως ο άνθρωπος που αγωνίζεται να ζει με γνησιότητα «είναι αυτός που αγαπάει και αυτός που αγαπάει είναι το Εγώ που αρνείται τον εαυτό τον, γίνεται το Εμείς της πράξης ως ιστορίας, γίνεται το Εσύ της πράξης ως έρωτα»1. Βρίσκεται μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι και πορεύεται προς τα έσχατα, γνωρίζοντας πως η τελική κρίση για τον παραλογισμό και το κακό που υπάρχουν μέσα στον κόσμο ανήκει στον Κύριο της Ιστορίας, σε Εκείνον που ανακεφαλαιώνει στον εαυτό τον τα πάντα, εκτός από την αμαρτία.
 
Το πρότυπο προσωπικής γνησιότητας και ακέραιης κοινωνικότητας είναι για τον χριστιανό του σήμερα, όπως και γι, αυτόν των επόμενων χρόνων έως τη συντέλεια των αιώνων, το πρόσωπο τον Χριστού. Ο Ιησούς, ζώντας μέσα σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και τόπο, υπερβαίνει με την Ανάστασή Του τη χωροχρονική αναγκαιότητα και «σπάζει την αλυσίδα που δένει τον άνθρωπο με τη φθορά κι επομένως με την αμαρτία, στην ατομική και κοινωνική της μορφή»2.
 
Βιώνοντας αυτό το γεγονός μέσα στον λειτουργικό χρόνο της εκκλησίας, μετατρέπεται από το εγωπαθές άτομο της ανορθόδοξης κοινωνικότητας στο φιλάνθρωπο πρόσωπο της ορθόδοξης εκκλησιαστικότητας. Στο εκκλησιαστικό σώμα αγωνιζόμαστε όλοι να γίνουμε πρόσωπα, δηλαδή υπάρξεις που στρέφονται «προς την όψη του άλλου»3. Αγαπώντας τον άλλον μέσα στον ναό, ο χριστιανός βγαίνει στον κόσμο κομίζοντας το μήνυμα μίας άλλης βιοτής, μίας ζωής που δεν γνωρίζει θάνατο. Συνακόλουθα, και η πολιτική σκέψη τον χριστιανού  επηρεάζεται άμεσα από την πίστη στον Χριστό και την εκκλησία του.
 
Η ριζοσπαστικότητα της πατερικής θεολογίας ως αφορμή για μία σύγχρονη, συνειδητοποιημένη ορθόδοξη σκέψη

Η ορθόδοξη θεολογία, εκφρασμένη μέσα από τα έργα των μεγάλων πατέρων της εκκλησίας, μας προτρέπει να αναθεωρήσουμε αρκετά στερεότυπα αναφορικά με τη χριστιανική μας ταυτότητα. Πιο συγκεκριμένα, για το μεγάλο πρόβλημα της κοινωνικής ανισότητας και της άδικης κατανομής των υλικών αγαθών «παρατηρούν ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να θεωρηθεί κύριος των αγαθών και να τα ιδιοποιηθεί. Είναι οικονόμος, διαχειριστής τον Θεού. Για την αποφυγή, εξάλλου, οποιασδήποτε σκόπιμης παρερμηνείας, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ιδιοποίηση των αγαθών από τους κατέχοντες, ερμηνεύουν την έννοια του οικονόμου επακριβώς. Με την ερμηνεία καθορίζουν το σκοπό της διαχείρισης και το μέτρο της χρήσης από τους κατέχοντες». Ιδού λοιπόν ένα οικονομικό μοντέλο, όχι όμως με την ισχύ ενός άτεγκτου νόμου αλλά με τη χάρη μίας θεανθρώπινης και αποφατικής, όχι περιχαρακωμένης στα όριά της δηλαδή, πρότασης ορθόδοξου ήθους.
 
Επίσης, οι θέσεις των πατέρων «προσφέρουν τη βάση για μια ριζική αμφισβήτηση της ταξικής κοινωνίας. Όχι μόνο δεν την εκλαμβάνουν ως θέλημα Θεού, αλλά αντιθέτως τη θεωρούν ως μία από τις ολέθριες συνέπειες της πτώσης τον ανθρώπου, της εξόδου του δηλαδή από την αρχική παραδείσια αρμονία».
Επομένως, για τον χριστιανό, ειδικά στις σημερινές συνθήκες, η πίστη τον στο καλό μήνυμα για όλη την ανθρωπότητα -το ευαγγέλιο-συντονίζεται με την πεποίθησή τον στο όραμα μιας άλλης κοινωνίας, απελευθερωμένης από την υπαρξιακή αποτυχία του ανθρώπου, την αμαρτία.
 
Είναι δεδομένο για την ορθόδοξη χριστιανική ανθρωπολογία πως «ο κάθε άνθρωπος, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος, είναι μια εικόνα τον Θεού. ,Άρα, δε σέβεται το Θεό αυτός πού δε σέβεται την εικόνα Του, είτε είναι σκουπιδιάρης ο άνθρωπος, είτε ζει σε τρώγλη, είτε πρόκειται για θύμα πορνείας ή αλκοολισμού, είτε είναι κομμουνιστής ή αντάρτης. Εκείνος πού δε σέβεται την εικόνα τον Θεού μέσα στην αξιοπρέπεια των παιδιών Του, όσο καλός χριστιανός και αν λέγεται, αυτός ο ίδιος είναι, και μόνο απ, αυτό το γεγονός, βλάσφημος»4.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παγιωμένη άποψη της πατερικής θεολογικής σκέψης για την πολιτική εξουσία. Η τελευταία, έτσι όπως ορίστηκε από τον Θεό, «είναι η “έννομη επιστασία” και απαραίτητη, για να περιορίζει το κακό και να βοηθάει το καλό. Ο χριστιανός πρέπει να υπακούει στην εξουσία, εφόσον δεν είναι αντίθετη στο νόμο τον Θεού, αλλιώς αντιδρά μέχρι θανάτου»5.
 
Ώριμη, και κατασταλαγμένη από την εμπειρία, πολιτικο-θεολογική πρακτική, η οποία σήμερα μπορεί να βρει το αντίστοιχό της στα κινήματα κατά της ψευδώνυμης παγκοσμιοποίησης, της εξαθλίωσης τον τρίτου κόσμου ή των παράλογων πολεμικών συρράξεων που πραγματοποιούν ισχυρά κράτη, όπως οι ΗΠΑ, εναντίον αδύναμων χωρών, όπως το Ιράκ.
 
Επιλεγόμενα: Ισχύει τελικά το δίλημμα ενεργός πολίτης ή ανενεργός πιστός;

Στην αρχή τον σύντομου σημειώματός μας θέσαμε ένα δίλημμα σχετικά με την ταυτότητα του σύγχρονου ορθόδοξού χριστιανού να μείνει, δηλαδή, ανενεργός ως πιστός εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας ή να διαχυθεί, ως πολίτης με κοινωνική ευαισθησία, μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι, κινδυνεύοντας με την πρακτική του να χάσει την ουσία της πίστης του;
 
Τελικά, όπως διαφαίνεται και από την παράθεση των προηγούμενων απόψεων, αυτού του είδους οι αμφιταλαντεύσεις είναι ψευδείς και εκ του πονηρού. Δεν αφορούν στη γνήσια εκκλησία του Χριστού, κλήρο και λαό σε έναν εκκοσμικευμένο και θεσμοποιημένο εκκλησιαστικό θεσμό, ο οποίος ταυτίζεται μόνο με τη διοίκηση, υποθάλποντας έτσι έναν ιδιότυπο κληρικαλισμό.
 
Ο άνθρωπος όμως που αγωνίζεται να ζει αυθεντικά, συμμετέχοντας, κατά το δυνατόν, στα μυστήρια και την όλη εκκλησιαστική ζωή, υπερβαίνει όλες τις νευρωτικές, δυαλιστικές σχηματοποιήσεις μεταξύ ιερού και βέβηλου, εκκλησίας και πολιτικής, εκκλησίας και κοινωνικής διακονίας, βιώνοντας τα έσχατα εδώ και τώρα, αφού μόνον η εσχατολογική θεώρηση των πραγμάτων «διασφαλίζει τη πληρότητα της χριστιανικής εμπειρίας (και το “νυν” και το “ούπω”)»6.
 
Δεν υπάρχει διαχωρισμός «υλικών» και «πνευματικών» αναγκών, αφού μέσα στην ευχαριστία προσφέρονται τα υλικά δώρα -ψωμί και κρασί- στον Θεό, για να αντιδωρηθούν στη συνέχεια μεταμορφωμένα σε σώμα και αίμα Χριστού.
 
Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας «η εκκλησία βρίσκει την ολοκλήρωσή της ως ιστορικός και συνάμα ως θεανθρώπινος οργανισμός, ως σύνθεση του φθαρτού και του κοσμικού με το άφθαρτο και το αιώνιο, ως πληρότητα κοινωνική. Με την Ευχαριστία η εκκλησία γίνεται πάντοτε γεγονός ιστορικό, χαρισματική κοινότητα, που προσλαμβάνει αδιάκοπα ολόκληρο τον κόσμο, όλες τις κτιστές μορφές και λειτουργίες του κόσμου, για να τις μεταμορφώσει σε θεανθρώπινο σώμα του Χριστού, σε λειτουργία της καινής κτίσεως (…). Με την Ευχαριστία ακεραιώνονται ο άνθρωπος, η κοινωνία, ο κόσμος, και μεταμορφώνονται σε θεουργία».
 
Φυσικά, τίποτε από όλα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως δεν θεωρείται αυτονόητο ή δεδομένο. Χρειάζεται επίμονος και διαρκής αγώνας, ώστε ο πιστός να παρεμβαίνει πολιτικά μέσα στην κοινωνία διαμέσου του προσωποκεντρικού εκκλησιαστικού του ήθους. Ας μη λησμονούμε ακόμη πως «ο χριστιανός ζει μέσα σε μία διαλεκτική ένταση, μια “αντινομία”: την αναμονή της μελλούσης να πραγματοποιηθεί Βασιλείας, τα έσχατα και την πραγμάτωση αυτής της Βασιλείας στο ιστορικό “εδώ και τώρα”»7.
 
Επίσης, γνωρίζει πως μέσα στην πολιτική του δράση περιλαμβάνεται η διάσταση της διακονίας. Η λέξη αυτή δεν σημαίνει, στην εκκλησιαστική γλώσσα, μόνον την προσφορά υπηρεσιών σε αναξιοπαθούντες συνανθρώπους μας. ούτε βέβαια εξαντλείται στη γνωστή σε όλους μας φιλανθρωπία ή στην ιδρυματική προστασία. Είναι κάτι παραπάνω από όλα αυτά, που έχει να κάνει με την ίδια τη φύση της εκκλησίας: το εκκλησιαστικό σώμα, είτε συνολικά είτε το κάθε μέλος ξεχωριστά, οφείλει να ασκηθεί στη διακονία που έχει μια μακροπρόθεσμη προοπτική.
 
Δηλαδή, με άλλα λόγια, είναι αναγκαίο «να μαρτυρεί και να διαγγέλλει το μέγα έλεος του Θεού σε μιαν ανελεήμονα κοινωνία της φιλαυτίας, των ανταγωνισμών και του πολέμου πάντων εναντίον πάντων και για τα πάντα, να προάγει διανθρώπινη αναστροφή ανοχής και αλληλεγγύης και να φωτίζει τα σκοτάδια της ανθρώπινης διάνοιας και της κοινωνικής συμβίωσης (δίκαιο, οικονομία, εργασία κ.λπ.) με μια ακτίνα χριστιανικής αγάπης και ελπίδας. Όχι βέβαια για να μετατρέψει τη γη σε παράδεισο, αλλά για να παρεμποδίσει τη μετάπτωσή της σε κόλαση για τον άνθρωπο».
 
Τελικά, η προβληματική γύρω από την ενεργή συμμετοχή, ή όχι, του χριστιανού στα πολιτικά δρώμενα του τόπου του καθίσταται άνευρη και χωρίς ουσία. Ο χριστιανός πάντα αγωνίζεται και βιώνει καθημερινά το σταυροαναστάσιμο ήθος της ορθοδοξίας, ήδη κάνει μιαν πολιτική πράξη: τοποθετεί τον εαυτό του, όπως άλλωστε έπραξε και ο Χριστός, με τα θύματα και όχι τους θύτες της ιστορίας, χωρίς να ταυτίζει την υπόστασή του με καμιάν κομματική παράταξη οιουδήποτε πολιτικού φάσματος.

Υποσημειώσεις-βιβλιογραφικές αναφορές 
1. Μοσκώφ, Κωστής. Η Πτώση είναι η Ανάσταση. Στοχασμοί ενός ορθόδοξου κομμουνιστή πάνω στη χριστιανική Ορθοδοξία, Αντί, τ. 239, Αύγουστος 1983, σ.20.
2. Σάββας Αγουρίδης. Η μαρξιστική ανθρωπολογία από χριστιανική σκοπιά, Σύνορα, τ. 31, φθινόπωρο 1964, σ.140.
3. Ν.Τ. Κόντρα στην αφομοίωση, Ορθόδοξη Παρέμβαση, Βύρωνας, τ.9, Δεκέμβριος 1986, σ.4.
4. Φραγκόζο, Αντόνιο. Ευαγγέλιο και Κοινωνική Επανάσταση, Μήνυμα, Αθήνα 1976, σ. 11.
5. Νικόλαος Θ. Μπουγάτσος, Η πολιτική ζωή και σκέψη των Ελλήνων Πατέρων, Μήνυμα, Αθήνα 1986, σ. 69.
6. Βασίλης Αδραχτάς. Χριστιανισμός και πολιτική. Αριστερή Θεολογία -η άλλη όψη της Ορθοδοξίας (αφιέρωμα, Ελευθεροτυπία), Σάββατο 15 Ιουλίου 2000, σ. 12.
7. Δημήτρης Μόσχος. Κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις και προοπτικές παρέμβασης -Δύο κείμενα προβληματισμού – Για την πολιτική παρέμβαση των χριστιανών, Χριστιανοσοσιαλιστές, Βύρωνας 1989, σ. 27.  πηγή: Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Manifesto» πολιτική – πολιτισμός, τχ 15-16

Πηγή: antifono